μόνο online

Τα σοκαριστικά γεγονότα στη Νότια Αφρική με την εν ψυχρώ δολοφονία των απεργών στο ορυχείο πλατίνας της Μαρικάνα, φέρνουν στο νου παλιότερες τέτοιες δολοφονίες απεργών-εργατών και μας θυμίζουν ότι οι εργοδότες και οι κυβερνήσεις τους δεν αλλάζουν, δεν «εκπολιτίζονται», δεν γίνονται πιο ανθρώπινοι. Η ταξική πάλη δεν είναι μύθος… Η Σέριφος είναι από τα πρώτα παραδείγματα άγριας ταξικής σύγκρουσης στην Ελλάδα.

Η Σέριφος είχε μεταλλευτική δραστηριότητα από τα αρχαία χρόνια. Το 1885 ξεκινάει μια σημαντική περίοδος εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου του νησιού (σιδηρομεταλλεύματος) από τον Γερμανό μεταλλειολόγο Αιμίλιο Γρόμαν, που συνεργάζεται με την γαλλική εταιρία «Σέριφος-Σπηλιαζέζα» και αναλαμβάνει εργολαβικά την εξόρυξη. Στο νησί σημειώνεται μεγάλη αύξηση του πληθυσμού, κυρίως των εργατών. Από 2.134 κατοίκους το 1880, φτάνει τους 4.000 το 1912. Ο Γρόμαν αναγκάζει τους ιδιοκτήτες μικρών χωραφιών να του τα εκχωρούν, χωρίς αντίτιμο με αντάλλαγμα ένα μικρό μεροκάματο. Σε περίπτωση άρνησής τους η καταπάτηση των κτημάτων τους γινόταν με το ζόρι. Οι εργαζόμενοι ζούσαν σε άθλιες συνθήκες δουλεύοντας από την ανατολή μέχρι τη δύση του ήλιου μέσα στις στοές. Τα μεροκάματα έφταναν ίσα για να ζουν. Η δουλειά ήταν επικίνδυνη, αφού δεν παίρνονταν μέτρα προστασίας και πολλοί εργάτες θάβονταν ζωντανοί σε στοές χωρίς υποστηλώματα. Δεν υπάρχουν στοιχεία για τον αριθμό των νεκρών εργατών πριν το ξέσπασμα της εξέγερσης. Κάποιοι μιλάν για εκατοντάδες…

 

Οι βάρβαρες συνθήκες επιδεινώθηκαν όταν ανέλαβε ο γιος του Γρόμαν, Γεώργιος, το 1916. Οι εργοδότες είχαν επίσης καταφέρει να ελέγχουν πολιτικά το νησί, έχοντας μαζί τους ομάδες πιστών υπαλλήλων που έπαιζαν και το ρόλο των επιστατών αλλά και των «μαγκουροφόρων» (μπράβων).

       

Ίδρυση σωματείου

 

Η άθλια κατάσταση οδήγησε τους εργάτες το 1916 σε δύο ενέργειες: την ίδρυση σωματείου και την εξέγερση-απεργία.

 

Όπως περιγράφει ο Γιάνης Κορδάτος στο βιβλίο του  «Ιστορία του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα»:

 

«Οι εργάτες των μεταλλείων Μεγάλου Λιβαδιού στη Σέριφοίσαμε τα 1916 ήταν ολότελα ανοργάνωτοι. Κατά τα μέσα του Ιούνη της ίδιας χρονιάς οι ίδιοι εργάτες σκέφτηκαν πως έπρεπε να οργανωθούν και να ιδρύσουν επαγγελματικό σωματείο. Κάλεσαν λοιπόν από την Αθήνα τον εργάτη Κ. Σπέρα και του ανάθεσαν να τους βοηθήσει, για να φκιάσουν το σωματείο τους. Αμα γίνανε τα προκαταρχτικά, η οργανωτική επιτροπή κάλεσε τους εργάτες σε γενική συνέλευση στην αίθουσα του Δημαρχείου για να εγκρίνει το καταστατικό που είχε συντάξει. Η ίδια γενική συνέλευση ανάθεσε στην προσωρινή επιτροπή να ζητήσει από την Εταιρεία να δεχτεί ορισμένα αιτήματα. Η Εταιρεία όμως, αντίς ν’ απαντήσει στο έγγραφο υπόμνημα, σταμάτησε τις δουλειές, με σκοπό να εξαναγκάσει τους εργάτες να υποκύψουν μπροστά στο φάσμα της πείνας…»

 

 

Στις 24 Ιουλίου 1916 ιδρύεται το σωματείο «εργατών-μεταλλευτών» Σερίφου με αιτήματα την καθιέρωση του 8ωρου, τον περιορισμό των αυθαιρεσιών της εργοδοσίας, την αύξηση των μεροκάματων και τη λήψη μέτρων προστασίας των εργαζόμενων. Ενδεικτικό του κλίματος της εποχής και της ταξικής ανάτασης που υπήρχε τότε είναι η τρίτη παράγραφος του 2ου άρθρου που όριζε –μεταξύ άλλων- ως σκοπό του σωματείου τα εξής:

 

«Η αλληλεγγύη με τους οργανωμένους εργάτας όλης της Ελλάδος και όλου του κόσμου, δια την άμυνα υπέρ των εργατικών δικαίων και την καταπολέμηση της εκμεταλλεύσεως από το κεφάλαιον, με τελικό σκοπό να δημοσιοποιηθούν τα μέσα παραγωγής να γίνουν τα εκ της εργασίας αγαθά αποκλειστική απόλαυσις των παραγωγών των και να παύσει η εκμετάλλευσης του ανθρώπου από τον όμοιό του».

 

Στη συγκρότηση του σωματείου ενεργό ρόλο έπαιξε ο Κωνσταντίνος Σπέρας, συνδικαλιστής που καταγόταν από τη Σέριφο, μέλος της διοίκησης του Εργατικού Κέντρου Πειραιά και χαρακτηριζόμενος ως αναρχοσυνδικαλιστής.

 

Απεργία

 

Στις 7 Αυγούστου 1916 μετά από σειρά υπομνημάτων στα αρμόδια υπουργεία ξέσπασε η απεργία. Οι μεταλλωρύχοι αρνούνται να φορτώσουν το πλοίο «Μανούσι» που ήρθε να παραλάβει σιδηρομετάλλευμα. Για 15 μέρες το νησί ελέγχεται από τους εργάτες.

Στις 21 Αυγούστου έφτασαν 10 χωροφύλακες στο νησί με επικεφαλής τον υπομοίραρχο Χρυσάνθου και σαφή εντολή να καταπνίξουν την απεργία. Σε όλη τη διαδρομή προς το Μεγάλο Λιβάδι, όπου βρίσκονται συγκεντρωμένοι οι απεργοί, οι χωροφύλακες χτυπάνε όποιον βρουν μπροστά τους. Αμέσως φυλακίζουν την ηγεσία του σωματείου –και τον Σπέρα. Όταν το απόσπασμα φτάνει στην κλειστή παραλία του Μεγάλου Λιβαδιού, δίνει 5λεπτη προθεσμία στους απεργούς να λήξουν τον αγώνα τους και να φορτώσουν το πλοίο. Τα 5 λεπτά περνούν και οι χωροφύλακες αρχίζουν να πυροβολούν εν ψυχρώ τους εργάτες. Πρώτος πέφτει νεκρός ο Θεμιστοκλής Κουζούπης και ακολουθούν ο Μιχάλης Ζωίλης, ο Μιχάλης Μητροφάνης και ο Γιάννης Πρωτόπαπας. Οι μεταλλωρύχοι αμέσως αντιδρούν και η σύρραξη γενικεύεται με τη συμμετοχή και γυναικών και παιδιών. Οι χωροφύλακες τραυματίζονται, ο Χρυσάνθου λιθοβολείται μέχρι θανάτου, ενώ ο αστυνόμος Σερίφου, Τριανταφύλλου, γκρεμίζεται από τη γέφυρα φόρτωσης στη θάλασσα. Η σύρραξη γενικεύεται στον πληθυσμό του νησιού, πολιορκούνται τα γραφεία της εταιρίας.

 

Τελικά η αιματηρή απεργία έληξε με μερική ικανοποίηση των αιτημάτων των μεταλλωρύχων.

 

Όμως η εκμετάλλευση και τα «ατυχήματα» των εργατών συνεχίστηκαν μέχρι το 1963. Τότε, οι κληρονόμοι του Γρόμαν βρήκαν πλουσιότερες φλέβες και πιο εξαθλιωμένους εργάτες στη Νότια Αφρική και εγκατέλειψαν τα μεταλλεία της Σερίφου…