Σε σοβαρή ύφεση βαδίζει η Ευρωζώνη σύμφωνα πλέον ακόμα και με τις επίσημες προβλέψεις. Ο πανικός του καπιταλισμού απογειώνει τους ανταγωνισμούς, που παίρνουν –κυριολεκτικά– ανεξέλεγκτες διαστάσεις. Σε αυτό το έδαφος πληθαίνουν τα σενάρια «συντεταγμένης» εγκατάλειψης του ευρώ, συνολικά στην Ευρώπη.

Μετά τον «αντιιμπεριαλιστή» Ντ. Κάμερον, βρέθηκαν κι άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες που καταπίνουν αμάσητες τις δήθεν ρηξικέλευθες προτάσεις της ρεφορμιστικής Αριστεράς. Μέσα στις γιορτές ο Γάλλος πρόεδρος Ν. Σαρκοζί δήλωσε αποφασισμένος να επιβάλει τον λεγόμενο φόρο Τόμπιν, έναν φόρο που επιβαρύνει τις χρηματοοικομικές συναλλαγές. Προτάσεις για ένα τέτοιο φόρο κατέθεσε τον Δεκέμβριο και η Κομισιόν σύμφωνα με τις οποίες οι αγοραπωλησίες μετοχών και ομολόγων θα φορολογούνται με 0,1% και οι αγοραπωλησίες παραγώγων με 0,01%.

Ο φόρος Τόμπιν ήταν ένα από τα αιτήματα μιας μεγάλης γκάμας της Αριστεράς: από κομμάτια του αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος, μέχρι τη σοσιαλδημοκρατία. Υποτίθεται ότι θα χτυπούσε το κακό στη ρίζα του, φορολογώντας κερδοσκόπους και τραπεζίτες τη στιγμή ακριβώς που αυτοί τζογάρουν τα πλούτη τους. Όμως, όπως και με την αναδιάρθρωση του χρέους, τα ευρωομόλογα (αλλά ακόμη όπως και με πιθανή επιστροφή σε εθνικά νομίσματα), αποδεικνύεται ότι αυτές οι πολιτικές μπορούν να συνδυαστούν μια χαρά με λιτότητα και περικοπές, χωρίς να βελτιώσουν στο ελάχιστο τη θέση της πλειονότητας του πληθυσμού.

Διαφωνίες

Ο Σαρκοζί δήλωνε αποφασισμένος να επιβάλει το φόρο, έστω και μονομερώς, δηλ. μόνο στη Γαλλία, από τον Φεβρουάριο κιόλας. Η Γερμανία είχε μια πιο ρεαλιστική θέση, υποστηρίζοντας, μέσω του εκπροσώπου της κυβέρνησης Σ. Τσάιμπερτ, ότι το σωστό είναι να εφαρμοστεί ο νόμος και στις 27 χώρες ταυτόχρονα, ή τουλάχιστον σε όλη την ευρωζώνη, ώστε να μην υπάρξουν διαρροές συναλλαγών από τη μια χώρα στην άλλη.

Πράγματι, στην πρώτη φετινή συνάντηση Σαρκοζί-Μέρκελ (στη γνωστή πλέον σειρά των αντιδημοκρατικών ραντεβού όπου οι δυο τους λαμβάνουν αποφάσεις και τις υποδεικνύουν στα ευρωπαϊκά όργανα), η Γερμανίδα καγκελάριος αποδέχθηκε την επιβολή του φόρου, θέτοντας ως μόνον όρο να πάρει και τη συγκατάθεση της κυβέρνησής της.
Υπέρ του φόρου τάχθηκε και ο Μάριο Μόντι, ο τραπεζίτης που είναι διορισμένος στην πρωθυπουργία της Ιταλίας, αφού, όπως είπε, ήταν μαθητής του καθηγητή Τόμπιν στον οποίο ανήκει η πατρότητα της ιδέας.

Βέβαια υπάρχουν και οι αντίπαλοι: Πρώτα και κύρια η Βρετανία –αυτή εξάλλου ήταν και αιτία της σύγκρουσης του Κάμερον με τους Μερκοζί στη σύνοδο του Δεκεμβρίου. Κατά του φόρου τάσσεται η Σουηδία, ενώ την αντίθεσή της έχει εκφράσει και η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά ακόμη οι ΗΠΑ και η Κίνα. Η Ιρλανδία ζητά να εφαρμοστεί ο φόρος στην ΕΕ των 27, αλλιώς να εγκαταλειφθεί εντελώς.

Οι διαφωνίες γύρω από το φόρο Τόμπιν αποκαλύπτουν μόνον μία πλευρά του διαφορών που υπάρχουν στην ΕΕ. Γιατί, καθώς το καράβι κινδυνεύει να βουλιάξει, η υποτιθέμενη αλληλεγγύη γράφεται στα παλαιότερα των υποδημάτων και ο κάθε εθνικός ηγέτης ή παράγοντας κοιτάει να σώσει τους δικούς του καπιταλιστές. Κι αν η αντιπαλότητα Βρετανίας-Γαλλία μπορεί κάπως να χωνευθεί, η περίπτωση της Κύπρου και της Ελλάδας δείχνει σε τι κανιβαλικό βόρβορο έχει μετατραπεί η ΕΕ: Με άρθρο του στους «Financial Times» o διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, Αθ. Ορφανίδης ζητά ουσιαστικά τη θυσία της Ελλάδας για να σωθούν οι υπόλοιπες χώρες.

 

Ο Ορφανίδης ζητά  την ακύρωση της απόφασης για συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα στη διάσωση της Ελλάδας (το περίφημο PSI), καθώς κάτι τέτοιο «θα συμβάλει στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης», όπως λέει ο ίδιος. Με απίστευτη τραπεζική κυνικότητα παραδέχεται ότι «η ακύρωση της απόφασης για την Ελλάδα θα ανέβαζε το κόστος χρηματοδότησης για την ελληνική κυβέρνηση, αλλά με την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στη ζώνη του ευρώ θα μειωθεί το κόστος χρηματοδότησης των άλλων κρατών της ζώνης του ευρώ»! Ο Ορφανίδης δεν έχει μάλιστα πρόβλημα να επιτεθεί στους ηγέτες της ευρωζώνης για τις μέχρι τώρα αποφάσεις τους και ιδιαίτερα για το PSI.

Ύφεση

Κι όλα αυτά συμβαίνουν την ώρα που οι ευρωπαϊκές οικονομίες οδεύουν σε σοβαρή ύφεση. Σύμφωνα με τον «Economist», το 2012 οι χώρες που θα έχουν μεγαλύτερη ανάπτυξη είναι η Λιβύη, η Μογγολία, το Μακάο, η Αγκόλα, το Ιράκ, ο Νίγηρας και άλλες παρόμοιες χώρες (μόνον η Κίνα διακρίνεται από τις μεγάλες χώρες). Στον αντίποδα, οι χώρες με τις χειρότερες επιδόσεις θα είναι σχεδόν όλες  ευρωπαϊκές: Σουδάν -9%, Ελλάδα -8%, Πορτογαλία -4%, Ιταλία, Λουξεμβούργο, Ισπανία, Ολλανδία -1%, Γερμανία, Ιρλανδία -0,5%.

Εξάλλου και ο αναπληρωτής γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Ζου Μιν, προανήγγειλε αναθεώρηση των προβλέψεων για την ανάπτυξη στην Ευρώπη το 2012 προειδοποιώντας για ύφεση συνολικά στην ΕΕ, η οποία μπορεί να οδηγήσει σε συρρίκνωση του παγκόσμιου ΑΕΠ κατά 2% (πρόκειται για αναθεώρηση κατά 6 μονάδες, αφού μόλις τον Σεπτέμβριο το ΔΝΤ προέβλεπε παγκόσμια ανάπτυξη 4% το 2012).

Και οι υπόλοιποι δείκτες είναι ανησυχητικοί για τους Ευρωπαίους ηγέτες: στις 6/1 το ευρώ έπεσε σε χαμηλό 16μήνου έναντι του δολαρίου, το κόστος δανεισμού για την Ιταλία ανέβηκε ξανά σε δυσθεώρητα ύψη, επαναφέροντας στο προσκήνιο και τη απειλή για την πιστοληπτική ικανότητα της Γαλλίας.

Την ίδια στιγμή η Goldman Sachs προειδοποιεί για το ντόμινο που θα προκύψει από την πιθανή έξοδο μιας χώρας από το ευρώ: «Γενικότερα, όταν η δήθεν αμετάκλητη δέσμευση για την νομισματική ένωση διαρραγεί, οι σταθεροποιητικοί μηχανισμοί που προκύπτουν από τη δέσμευση αυτή θα καταρρεύσουν. Εν ολίγοις, η έξοδος μιας μόνο χώρας είναι απίθανο να παραμείνει μεμονωμένο γεγονός και θα γίνει γρήγορα συστημική».

Ωστόσο, η συνολική κρίση ανοίγει το δρόμο, παρά τις προειδοποιήσεις της Goldman Sachs, για σχέδια συνταγμένης εγκατάλειψης του ευρώ. Παράδειγμα το άρθρο του καθηγητή του Χάρβαρντ, Ρόμπερτ Μπάρο, στη «Wall Street Journal», όπου ο συγγραφέας παρουσιάζει ένα σχέδιο επιστροφής των κρατών της ευρωζώνης στα εθνικά τους νομίσματα σταδιακά έως το 2014. Μάλιστα προτείνει αυτό να ξεκινήσει από τη Γερμανία με αναλογία 1 ευρώ προς 1 μάρκο. Το ευρώ, λέει, ήταν ένα ευγενές πείραμα που απέτυχε και αντί να σπαταλούνται περισσότερα χρήματα για την επέκταση του πεδίου εφαρμογής του συστήματος και την ανεύρεση όλο και περισσοτέρων κεφαλαίων διάσωσης, θα ήταν καλύτερα για την ΕΕ και τον υπόλοιπο κόσμο να σκεφτούν τρόπους για να επανέλθει το σύστημα των εθνικών νομισμάτων.

Μπορεί τέτοιες απόψεις να είναι μειοψηφικές στις άρχουσες τάξεις της Ευρώπης σήμερα. Όμως ο πολιτικός χρόνος είναι πολύ πυκνός πια.