Οι εφαρμοστικοί νόμοι της νέας δανειακής συνθήκης ψηφίστηκαν τις δύο τελευταίες βδομάδες του Φλεβάρη, ολοκληρώνοντας την επίθεση σε κάθε εργασιακό δικαίωμα που οι κυβερνήσεις Παπανδρέου και Παπαδήμου και η τρόικα έχουν εξαπολύσει τα τελευταία δύο χρόνια.

Πρακτικά το μνημόνιο 2, μετά το μνημόνιο 1 και το μεσοπρόθεσμο, αποτελειώνει όποια εργατική κατάκτηση και όποιο εργατικό δικαίωμα είχαν κατακτηθεί μέσα από σκληρούς αγώνες της εργατικής τάξης στη χώρα τα τελευταία 80 χρόνια, ενώ ταυτόχρονα ξεθεμελιώνει και τα τελευταία απομεινάρια κράτους πρόνοιας που είχαν απομείνει.

Νέο μνημόνιο

Με τη νέα δανειακή σύμβαση πετσοκόβεται ο κατώτατος μισθός κατά 22% και για τους κάτω των 25 ετών κατά 32%. Στην πραγματικότητα καταργούνται οι συλλογικές συμβάσεις και ωθούνται οι εργαζόμενοι στην υπογραφή ατομικών συμβάσεων εργασίας, αφού, αν έχει λήξει η προηγούμενη και αν δεν δεχθούν τη νέα πρόταση του εργοδότη, τότε θα χάνουν τη δουλειά τους χωρίς αποζημίωση.
Οι απολύσεις εισάγονται στο δημόσιο τομέα, στενό και ευρύτερο, με την κατάργηση όλων των κανονισμών εργασίας στις ΔΕΚΟ και την πρόβλεψη για απολύσεις 150.000 δημοσίων υπαλλήλων ως το 2015. Χάνονται οι ελάχιστες ελπίδες πολλών εργαζομένων για αγορά κατοικίας με φθηνά δάνεια μετά την κατάργηση του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας.

Την ίδια στιγμή που δεκάδες νοσοκομεία οδηγούνται σε συγχωνεύσεις, ιδιωτικοποίηση ή και κλείσιμο, τα ασφαλιστικά ταμεία οδηγούνται σε πλήρη διάλυση με πρώτη συνέπεια τη μείωση σε όλες τις συντάξεις (κύριες, επικουρικές, αναπηρίας). Αν συνυπολογίσουμε τις ιδιωτικοποιήσεις σε κάθε δημόσιο αγαθό (π.χ. ρεύμα και νερό), τις μειώσεις στις δαπάνες για σίτιση και στέγαση των φοιτητών και των σπουδαστών στις σχολές μαθητείας του ΟΑΕΔ, αλλά και τη μείωση των δαπανών για τα εργαστήρια στα ΕΠΑΛ και ΕΠΑΣ, τότε καταλαβαίνουμε ότι η νέα δανειακή σύμβαση αποτελεί τη μεγάλη χάρτα εκμετάλλευσης του κεφαλαίου ενάντια στην εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Κυριολεκτικά οι εργαζόμενοι βρισκόμαστε σε συνθήκες πολέμου, καθώς με αυτά τα χτυπήματα, αν δεν τα ανατρέψουμε και δεν κάνουμε αυτούς τους νόμους άχρηστα χαρτιά, κινδυνεύουμε. Και μέχρι τώρα σε αυτό τον πόλεμο δείξαμε ότι έχουμε τη δύναμη να τους νικήσουμε, ανατρέποντας την πολιτική των μνημονίων και όποια κυβέρνηση τη στηρίζει.

Δύναμη

Ως τώρα χάρη στους αγώνες μας έχουμε καταφέρει να τους αναγκάσουμε να ψάχνουν πανικόβλητοι επί μέρες για πρωθυπουργό, μετά τη μεγαλειώδη 48ωρη γενική απεργία του Οκτώβρη 2011 και το κύμα των καταλήψεων που απλώθηκε στο δημόσιο. Επίσης με την 48ωρη απεργία του Φλεβάρη 2012 και τη συγκέντρωση στις 12 Φλεβάρη και τις κινητοποιήσεις διαρκείας που προηγήθηκαν στον ιδιωτικό τομέα, κάναμε την πιο «ισχυρή», όπως πίστευαν οι «από πάνω», κυβέρνηση Παπαδήμου να χάσει μέσα σε δυο μήνες περίπου 40 βουλευτές, όταν η κυβέρνηση Παπανδρέου έχασε 7 βουλευτές σε ενάμισι χρόνο. Οι αγώνες και οι κινητοποιήσεις έχουν δημιουργήσει ισχυρές ρωγμές στο πολιτικό σκηνικό, ειδικά στους εκφραστές της πολιτικής των μνημονίων, ΠΑΣΟΚ, ΝΔ, ΛΑΟΣ.

Ακόμη και σε αγώνες ενάντια σε συγκεκριμένους νόμους, όπως η εφεδρεία, οι αγώνες που είχαν διάρκεια και ήταν συντονισμένοι είχαν θετικά αποτελέσματα για τους εργαζόμενους. Η οργή του κόσμου αναζοπυρώνει συνεχώς νέες εστίες κινητοποιήσεων. Στους δήμους, στα νοσοκομεία, στα ΜΜΕ ακόμη και σε πιο δύσκολους συνδικαλιστικά χώρους, όπως οι ενοικιαζόμενοι εργαζόμενοι στις τράπεζες, στα ΕΛΤΑ κ.α.

Σκληρότητα

Παρ’ όλα αυτά οι «από πάνω» είναι αποφασισμένοι να παίξουν όλα τους τα χαρτιά και να θυσιάσουν ακόμη και κομμάτι των πιο πιστών εκφραστών τους προκειμένου να έχουν υψηλή κερδοφορία και να μην πληρώσουν την κρίση που δημιούργησαν. Αυτή η σκληρότητα φαίνεται από την ανυποχώρητη ως τώρα στάση τους στους αγώνες διαρκείας του ιδιωτικού τομέα (π.χ. Χαλυβουργία και Άλτερ). Η επίθεση γενικεύεται τις τελευταίες μέρες με καταγγελίες κλαδικών συμβάσεων από μεριάς των εργοδοτών ακόμη και σε κλάδους που θησαυρίζουν από τη νέα δανειακή συμφωνία, όπως οι ασφαλιστικές εταιρείες.

Σε χώρους όπου κυριαρχεί η συνδικαλιστική γραφειοκρατία, δηλαδή η ΠΑΣΚΕ και η ΔΑΚΕ, γίνονται αγώνες για τα μάτια του κόσμου, τελείως ανοργάνωτα και χωρίς προοπτική, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει μαζικότητα και οι εργαζόμενοι να μένουν πολλές φορές αδρανείς. Τέτοια εικόνα υπήρχε για μεγάλο διάστημα στους καθηγητές. Κάτι που φαίνεται να αλλάζει με τη δημιουργία επιτροπών αγώνα σε πολλές ΕΛΜΕ. Επίσης σημαντικός κρίκος είναι η δημιουργία συντονιστικών που εστιάζουν σε πρωτοβουλίες δράσης, με καλύτερο παράδειγμα το Συντονιστικό φορέων και οργανισμών του δημοσίου ενάντια στην εφεδρεία.

Η συνδικαλιστική γραφειοκρατία είναι ακόμη χρήσιμος «παίκτης» για την κυβέρνηση και τους καπιταλιστές. Ακόμη και τώρα η υπογραφή των συνδικάτων έχει τη δύναμη να καθορίσει αν θα υπάρξουν μαζικές μειώσεις στους μισθούς ή και γενικευμένες απολύσεις. Αν δεν αντισταθούμε και δεν παλέψουμε για να ανατρέψουμε τα σχέδιά τους, οι κάθε λογής «Παναγόπουλοι» θα βάλουν τελικά την υπογραφή τους και τότε τα πράγματα θα είναι ακόμη χειρότερα, γιατί οι ατομικές συμβάσεις στην πράξη σημαίνουν την κατάργηση των συνδικάτων.

Αυτό που χρειάζεται να γίνει είναι γενικευμένοι αγώνες με κλιμάκωση και διάρκεια για την ανατροπή της κυβέρνησης των μνημονίων και κάθε κυβέρνησης που θα θελήσει να τα εφαρμόσει. Με στόχο να διεκδικήσουμε αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, αυξήσεις στις κοινωνικές δαπάνες, απαγόρευση των απολύσεων και βαριά φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου. Να μην θυσιαστούμε εμείς για τη σωτηρία του ευρώ και για να πληρώνονται οι τοκογλύφοι δανειστές.

Αριστερά

Η πίεση από την αγανάκτηση του κόσμου υπάρχει και φάνηκε στο τελευταίο Γενικό Συμβούλιο της ΑΔΕΔΥ, όπου η ΠΑΣΚΕ δεν είχε απάντηση στο γιατί δεν κλιμακώνει τους αγώνες με γενική απεργία διαρκείας. Παρά τις πιέσεις, η πρόταση που φαίνεται να περνάει είναι μια γενική απεργία στα μέσα Μάρτη, αν συνδράμει και η ΓΣΕΕ.

Είναι ώρα με κάθε τρόπο η Αριστερά να δουλέψει μέσα στους χώρους δουλειάς, μαζί με τους οργισμένους εργαζόμενους –ενάντια στη γραμμή της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας– χτίζοντας συλλογικότητες από τα κάτω που θα παλέψουν για τη γενική απεργία διαρκείας με στόχο όλες τις διεκδικήσεις που αναφέραμε πιο πάνω. Μόνο μια τέτοια, γενικευμένη αντεπίθεση του εργατικού κινήματος μπορεί να σταματήσει τη λαίλαπα που αντιμετωπίζουμε σήμερα οι εργαζόμενοι.