Οι Κούρδοι και οι σύμμαχοί τους καταλαμβάνουν τη Ράκα...

Η Ράκα έπεσε στα χέρια των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (SDF, κουρδικές πολιτοφυλακές και Άραβες σύμμαχοί τους) μετά από μήνες σκληρών μαχών. Μετά την απώλεια όλων των πόλεων στο Ιράκ και τις ήττες του στη Συρία, η πτώση της «πρωτεύουσας» του Ισλαμικού Κράτους επισφραγίζει το τέλος του «Χαλιφάτου», σχεδόν τρία χρόνια μετά την ανακήρυξή του. Απομένει η Ντιρ Ελ Ζουρ, που πολιορκείται από τις δυνάμεις του Άσαντ, και είναι θέμα χρόνου να πέσει στα χέρια τους. Αποτελεί σίγουρα μια σημαντική καμπή στο τοπίο που είχε διαμορφωθεί στην περιοχή.
Αλλά προσοχή: το τέλος του «Χαλιφάτου» δεν σημαίνει το τέλος του Ισλαμικού Κράτους, που θα συνεχίσει να υπάρχει, όχι πλέον ως «κράτος υπό κατασκευή» αλλά ως αντάρτικη και τρομοκρατική δύναμη. Κυρίως, ακόμα κι αν η ίδια η οργάνωση καταρρεύσει κάτω από τα στρατιωτικά χτυπήματα, νέες μορφές «τζιχαντισμού» θα αναδυθούν, όσο οι επιμένουν οι αιτίες που τον παράγουν. Αυτό δεν είναι πια ένα επιχείρημα της Αριστεράς, αλλά μάθημα της σύγχρονης ιστορίας, από το Αφγανιστάν μετά την ανατροπή των Ταλιμπάν το 2001 έως το Ιράκ μετά τη συντριβή της τοπικής Αλ Κάιντα το 2006-07. 
Τεράστια καταστροφή
Αυτός δεν είναι ο μοναδικός λόγος που δεν επιτρέπει «πανηγυρισμούς». Όπως και η Μοσούλη νωρίτερα, η Ράκα έπεσε θύμα του γνωστού από την εποχή του Βιετνάμ αμερικανικού δόγματος «έπρεπε να την καταστρέψουμε για να την σώσουμε». Από το Γενάρη κι έπειτα, ο ρόλος του αμερικανικού στρατού αυξήθηκε δραματικά στην προέλαση των SDF και αυτό είχε επιπτώσεις και στην ίδια τη φύση και το χαρακτήρα της επιχείρησης, που έπαψε να θυμίζει «επιχείρηση απελευθέρωσης» ακόμα και για όσους υπέφεραν υπό την στυγερή εξουσία του ΙΚ και επιθυμούσαν να απαλλαγούν από αυτό. Πάνω από 3.000 βόμβες έπεσαν στην πόλη, καταστρέφοντας σχολεία, νοσοκομεία, σπίτια. Η συντριπτική πλειονότητα των 300.000 κατοίκων εγκατέλειψε την πόλη. Και όποιος σκεφτεί να επιστρέψει θα την βρει χωρίς ηλεκτρισμό, χωρίς πόσιμο νερό, και με τον τελευταίο φούρνο που είχε απομείνει όρθιος κατεστραμμένο από τους τελευταίους βομβαρδισμούς. 
Παζάρι πάνω απ’ τα ερείπια
Πλέον ξεκινά το «παζάρι πάνω απ’ τα ερείπια». Είναι η πρώτη -σχετικά αναίμακτη- φάση μιας σύγκρουσης που όλοι ξέρουν πως θα ξεσπάσει όταν τερματιστεί ο πόλεμος ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος και οι «νικητές» θα διεκδικούν τα μέγιστα δυνατά οφέλη.
Αυτήν τη στιγμή, τη διοίκηση της Ράκα διεκδικούν δύο διαφορετικά σώματα: 
α) το Επαρχιακό Συμβούλιο που είχε συγκροτηθεί όταν η πόλη χάθηκε από τον έλεγχο του καθεστώτος και πέρασε στα χέρια του Ελεύθερου Συριακού Στρατού, έπειτα διώχθηκε από το Ισλαμικό Κράτος και τώρα επιχειρεί να επιστρέψει. Συνεργάζεται με την «επίσημη» αντιπολίτευση, και γι’ αυτό έχει δεσμούς με ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.
β) το Συμβούλιο Πολιτών, που ιδρύθηκε τον Απρίλη από τις SDF για να αναλάβει τη Ράκα μετά την ήττα του Ισλαμικού Κράτους. Είναι μια συμμαχία στελεχών του κουρδικού PYD και κάποιων Αράβων της περιοχής. Θεωρείται πολύ λιγότερο «αντιπροσωπευτικό» του ντόπιου πληθυσμού, αλλά είναι πολύ πιο ενεργό τοπικά (οργανώνοντας κοινωνικές υπηρεσίες κ.λπ.), τη στιγμή που τα μέλη του Επαρχιακού Συμβουλίου έχουν καταφύγει στην Τουρκία. Αν και δεν έχει την ίδια προϊστορία επαφών με δυτικές κυβερνήσεις, η στενή συνεργασία των SDF με τις ΗΠΑ τους δίνει κάποιους πόντους. 
Οι ΗΠΑ επιχείρησαν στο πολύ πρόσφατο παρελθόν να συμφιλιώσουν τα δύο σώματα, χωρίς επιτυχία. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δίσταζαν να προσεγγίσουν το PYD, μετά από χρόνια συνεργασίας με την «επίσημη» αντιπολίτευση, η οποία αρνήθηκε πεισματικά κάθε συζήτηση, και η διαδικασία κατέρρευσε. Η δυσανεξία του αραβικού σωβινισμού απέναντι στους Κούρδους, οι δεσμοί της «αντιπολίτευσης» με την Τουρκία (που θεωρεί τις κουρδικές πολιτοφυλακές ως τρομοκρατική οργάνωση) και ο κυρίαρχος ρόλος του PYD ακόμα και σε πλειοψηφικά αραβικές περιοχές που δίνει «πατήματα» στους αντιπάλους του, καθιστούν γρίφο το πώς θα επιλυθεί το ζήτημα. Και δεν συνυπολογίζουμε καν μια πιθανή απόπειρα των δυνάμεων του Άσαντ να περάσει η Ράκα υπό τον έλεγχό τους...
Προς το παρόν είναι ασαφείς οι προθέσεις τού -σε θέση ισχύος στρατιωτικά- PYD, με αντικρουόμενες δηλώσεις: «Ίσως η Ράκα ενταχθεί στη Ροζάβα», και «η Ράκα είναι τμήμα της Συρίας, η Ροζάβα είναι τμήμα της Συρίας, τα συμβούλια σε κάθε περιοχή θα αποφασίσουν τι είδους διακυβέρνηση επιθυμούν...». 
Ιμπεριαλισμός
Θολό είναι το τοπίο και για το τι θα πράξουν οι ΗΠΑ, που μέσω των SDF και του πολέμου ενάντια στο ΙΚ απέκτησαν ισχυρό «πάτημα» στην ανατολική Συρία. Μια ισχυρή προειδοποίηση αποτελεί η συγκρότηση των «Εσωτερικών Δυνάμεων Ασφαλείας της Ράκα». Αυτές αποτελούνται από έναν κορμό 500 αξιωματικών, όχι απλά «εκπαιδευμένων» από τις ΗΠΑ, αλλά και «εγκεκριμένων από τις ΗΠΑ». Αυτή η δύναμη θα φτάσει τους 3.500 άνδρες και θα αναλάβει να «ασφαλίσει» τη Ράκα. Σε πολιτικό επίπεδο, η Ουάσινγκτον δηλώνει πως δεν ενδιαφέρεται να εμπλακεί στην «ανασυγκρότηση της Συρίας», αλλά ενδιαφέρεται να συμβάλει στη δημιουργία υποδομών σε περιοχές που είχαν καταστραφεί. Και όλοι ξέρουν ότι ο Θείος Σαμ δεν σπεύδει να στήσει υποδομές από την καλή του την καρδιά, χωρίς αντάλλαγμα... 

...Ο ιρακινός στρατός ανακαταλαμβάνει το Κιρκούκ

Μ ια ισχυρή προειδοποίηση για τις συγκρούσεις που μπορεί να προκύψουν πάνω στα τετελεσμένα των προηγούμενων πολέμων, έρχεται από το γειτονικό Ιράκ. Λίγες μέρες μετά τη γενικευμένη ευφορία για το δημοψήφισμα υπέρ της ανεξαρτησίας, οι κουρδικές περιοχές ζουν την απόλυτη κρίση. Ο ιρακινός κυβερνητικός στρατός κατέλαβε το (πλούσιο σε πετρέλαια) Κιρκούκ και τις επόμενες μέρες επανέφερε υπό τον έλεγχό του το σύνολο των «διεκδικούμενων περιοχών» (με μικτό πληθυσμό Κούρδων-Αράβων και χωρίς ισχυρή κουρδική πλειοψηφία). Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές, οι δυνάμεις της Βαγδάτης έπαιρναν υπό τον έλεγχό τους πόλεις που απέχουν ελάχιστα χιλιόμετρα από το Ερμπίλ, την «πρωτεύουσα» του ιρακινού Κουρδιστάν και όλοι αναρωτιούνταν αν η προέλαση θα σταματήσει στις «διεκδικούμενες περιοχές» ή θα συνεχιστεί. Αν συνεχιστεί, θα πάψει λογικά και ο σχετικά αναίμακτος χαρακτήρας της προέλασης, καθώς οι Πεσμεργκά μέχρι τώρα αποσύρονται χωρίς καθόλου ή με ελάχιστη αντίσταση. Τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά στο αμιγώς κουρδικό τμήμα του Ιράκ...
Η κουρδική ηγεσία, που θεωρούσε πως η συγκυρία είναι η καλύτερη δυνατή, μπήκε σε βαθιά κρίση και είδε κέρδη να εξανεμίζονται ταχύτατα. Έχασε εδάφη που ήλεγχε ένοπλα από το 2014, έχασε τις πετρελαιοπηγές που αξιοποιούσε (που θα επιδεινώσει την ήδη βαθύτατη οικονομική κρίση), βρίσκεται στριμωγμένη από την κυβέρνηση της Βαγδάτης που με αδιαλλαξία απαιτεί πλήρη υποχώρηση («να ανακοινωθεί πως το δημοψήφισμα είναι άκυρο»), παρά τις εκκλήσεις του Κούρδου ηγέτη Μπαρζανί («το δημοψήφισμα δεν σημαίνει ανεξαρτησία, δεν αναιρείται το στάτους κβο μονομερώς, είμαστε έτοιμοι για έναν διετή διάλογο»), έχασε ερείσματα (η συμμαχία με την Τουρκία ήταν πολύτιμη οικονομικά και τώρα ο Ερντογάν απειλεί ότι «θα πληρώσουν το τίμημα» και «θα πεινάσουν», διακόπτοντας κάθε διευκόλυνση), και βλέπει την εσωτερική κρίση να φουντώνει ξανά ανάμεσα στο PUK του Ταλαμπανί (που φέρεται να διευκόλυνε την παράδοση αμαχητί του Κιρκούκ) και το KDP του Μπαρζανί (που είχε δεχτεί σκληρές κριτικές για τον τρόπο και τον χρόνο της πρωτοβουλίας για δημοψήφισμα). 
Η αμερικανική στήριξη στην οποία πόνταρε ο Μπαρζανί, παραμένει περιορισμένη σε μια ρητορική έκκληση για αυτοσυγκράτηση προς όλους, λόγω της απροθυμίας των ΗΠΑ να ανοίξουν ένα νέο μέτωπο και να διαλέξουν ανάμεσα στο Ερμπίλ και τη Βαγδάτη.  Η άλλη μεγάλη δύναμη, η Ρωσία της οποίας η πετρελαϊκή Rosneft κάνει μπίζνες με το ιρακινό Κουδιστάν, επίσης δεν έδωσε στήριξη, γνωρίζοντας ότι τα συμφέροντά της μπορούν να προωθηθούν και μέσα από τη συνεργασία με τη Βαγδάτη (και κυρίως την Τεχεράνη και την Άγκυρα). 
Μια αποτυχημένη μπλόφα
Γράφαμε σε προηγούμενο φύλλο πως όλο αυτό έχει τα στοιχεία μιας «μπλόφας» του Μπαρζανί για να γλιτώσει από την αμφισβήτηση που έχει προκαλέσει η διαφθορά, η οικονομική κρίση και ο αυταρχισμός που χαρακτηρίζουν την διακυβέρνησή του και να βγει ενισχυμένος ως «εθνικός ηγέτης». Στιγμιαία λειτούργησε. Το PUK στήριξε -παρά τις διαφωνίες τμημάτων του- το δημοψήφισμα, το ίδιο έπραξε το ισλαμικό Κομάλ που επίσης είχε ενστάσεις, ενώ το Γκοράν («γέννημα» της δημοκρατικής-κοινωνικής διαμαρτυρίας των προηγούμενων χρόνων ενάντια στο δικομματισμό των PUK και KDP, που ήταν το πιο εχθρικό απέναντι στην πρωτοβουλία του Μπαρζανί όπως αυτή εκδηλώθηκε) δεν πήρε επίσημη θέση, αλλά ο ηγέτης του πήγε στις κάλπες και ψήφισε «ναι». Η συμμετοχή 72% και το 90% υπέρ του «ναι» αποτυπώνουν αυτήν την εικόνα (και τη θέληση του κουρδικού λαού). Αλλά γρήγορα η μπλόφα έσκασε στα χέρια του. Εν μέσω μιας ταπεινωτικής ήττας και της πολλαπλής κρίσης που περιγράψαμε, η κλίκα του Μπαρζανί βρίσκεται υποχρεωμένη να συμβιβαστεί με μια «επιθετική» Βαγδάτη, ενώ είχε υποκινήσει προηγουμένως ένα πατριωτικό παραλήρημα και μια γενικευμένη αυταπάτη ότι «ήρθε η ώρα» και ότι όλα θα είναι εύκολα (ακόμα κι όταν εχθροί και «φίλοι» προειδοποιούσαν επίσημα κι ανεπίσημα ότι διαφωνούν). 
Υπό την ηγεσία Μπαρζανί, μόνο νέες ήττες θα έρθουν για τους Κούρδους. Το πολιτικό του σχέδιο εμπνέεται από την ίδρυση του Ισραήλ (και μεταφράζεται και σε προνομιακή σχέση μαζί του): ένα μικρό έθνος-κράτος περικυκλωμένο από εχθρούς, που θα στηρίζεται στη στρατηγική του σχέση με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό. Αυτό το σχέδιο δεν είναι μόνο αντιδραστικό, αλλά και ανεδαφικό-καταστροφικό για τους ίδιους τους Κούρδους: δημιουργεί εχθρούς, ποντάροντας σε «φίλους» που έχουν αποδείξει πολλές φορές στο παρελθόν τον κυνισμό με τον οποίο είναι πρόθυμοι να τους εγκαταλείψουν... (από το Σάικς-Πικό μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο ως την εγκατάλειψη από τις ΗΠΑ στα χέρια του Σαντάμ, ενώ εκείνες τους είχαν αρχικά ενθαρρύνει να εξεγερθούν). 
Φυσικά είναι μάταιο για τον κουρδικό λαό να επιχειρεί να μη δημιουργεί εχθρούς στη Βαγδάτη, τη Δαμασκό, την Άγκυρα και την Τεχεράνη: σε αυτές τις κυβερνήσεις βρίσκονται ορκισμένοι από δεκαετίες εχθροί του. Αλλά πρέπει να αναζητήσει φίλους στους «δρόμους» αυτών των πόλεων. Και η προσέγγιση με τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό ή τις όποιες μεγάλες ή περιφερειακές δυνάμεις, μόνο εμπόδια βάζει σε αυτήν την προσπάθεια.
Ένα μάθημα όχι μόνο για τους Κούρδους του Ιράκ και την ανάγκη να συγκρουστούν με την άρχουσα κλίκα του Μπαρζανί, αλλά και για εκείνους της Συρίας, όπου όπως γράψαμε παραπάνω, το αριστερών αναφορών PYD μπαίνει στον πειρασμό να πάρει έναν ανάλογο δρόμο... 
Ποια στάση απέναντι στο κουρδικό;
Η θέση του Σύρου επαναστάτη μαρξιστή Τζόζεφ Ντάχερ για την ανάγκη να συνδυαστεί η υπεράσπιση του δικαιώματος του κουρδικού λαού στην αυτοδιάθεση με την αντιπαράθεση με την ηγεσία Μπαρζανί και τους χειρισμούς της, έμοιαζε κάπως «σύνθετη» πριν από το δημοψήφισμα. Οι εξελίξεις την επιβεβαιώνουν... 
Το πρώτο παραμένει κρίσιμο, καθώς δεκαετίες καταπίεσης είναι υπαρκτές, οι πολιτικές «αραβοποίησης» ολόκληρων περιοχών δημιούργησαν μεγάλες πληγές, και η γενικευμένη δυσπιστία επιβιώνει ως σήμερα (η δήλωση κορυφαίου Ιρανού αξιωματούχου πως «οι μουσουλμανικοί λαοί δεν θα ανεχτούν ένα δεύτερο Ισραήλ» είχε εύστοχη γεωπολιτική διάσταση για τον ρόλο των ΗΠΑ, αλλά αποτύπωνε και έναν προβληματικό σωβινισμό που βλέπει τους Κούρδους ως «ξένο σώμα» στην περιοχή και λειτουργεί ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία για το τι τύπου κράτος θα οικοδομήσουν). 
Αλλά αναγκαίο παραμένει και το δεύτερο. Γιατί μια πολιτική που αναπαράγει την εθνική διαίρεση (π.χ. επιχειρώντας να αντιστρέψει τα τραύματα της «αραβοποίησης» με αντίστοιχες εκστρατείες «κουρδοποίησης»), που επιδιώκει πράγματι να γίνει «νέο Ισραήλ» και λειτουργεί ήδη ως τέτοιο, δεν έχει καμιά σχέση όχι μόνο με τα γενικότερα συμφέροντα της εργατικής τάξης στην περιοχή, αλλά ούτε καν με την υπόθεση των δικαιωμάτων του κουρδικού λαού...