Ούτε η Σουηδία αποτέλεσε εξαίρεση από τις πανευρωπαϊκές πολιτικές-εκλογικές τάσεις. Τα εκλογικά αποτελέσματα σίγουρα δεν αποτύπωσαν μια εικόνα βαθιάς κρίσης-πόλωσης. Αλλά είχαν «ειδήσεις» που για τη σουηδική πολιτική σκηνή είναι πολύ σημαντικές.

Το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα επιβεβαίωσε την απίστευτη παράδοση που το θέλει πρώτο σε κάθε εκλογική αναμέτρηση από το 1917 και μετά. Αν και κυβερνούσε, έχασε μόλις 2,5 μονάδες, πέφτοντας στο 28,5%. Όμως, στη μεγάλη εικόνα, αυτό το 28,5% είναι το χαμηλότερο εκλογικό σκορ του κόμματος από το… 1911! Εκλογικά υποχώρησε και ο βασικός του αντίπαλος, το δεξιό Μετριοπαθές Κόμμα, που έπεσε στο 19,8% από το 23,3%. Αν και δεν πρόκειται για «πολιτικό σεισμό», είναι επιβεβαίωση της πανευρωπαϊκής τάσης διαρκούς συρρίκνωσης των πάλαι ποτέ «κραταιών» κομμάτων της κεντροαριστεράς και της κεντροδεξιάς.
Τα φώτα της δημοσιότητας έπεσαν στους Σουηδούς Δημοκράτες, το ακροδεξιό κόμμα με το υποκριτικό όνομα και τις ρίζες στο νεοναζιστικό κίνημα των δεκαετιών του ’80 και του ’90, που μπήκε σε τροχιά «αποδαιμονοποίησης» στα πρότυπα αδελφών κομμάτων στην Ευρώπη και σημειώνει εκλογικές επιτυχίες τα τελευταία χρόνια. Η άνοδος των ακροδεξιών τρομάζει λόγω της σταθερότητάς της: Είσοδος στη Βουλή για πρώτη φορά με 5,7% το 2010, διπλασιασμός του σκορ σε 12,9% το 2014, νέα άνοδος στο 17,6% σήμερα. Η άνοδος ήταν μικρότερη από τις προσδοκίες των ακροδεξιών (και τις προβλέψεις των ΜΜΕ), που έβλεπαν έναν «καλπασμό» στο 25%. Αλλά η ενίσχυση είναι σημαντική, συνοδεύτηκε από τον καθορισμό της προεκλογικής συζήτησης γύρω από τα θέματα «νόμου και τάξης» και «ενάντια στην πολιτική υποδοχής προσφύγων» και έρχεται ως συνέχεια ακροδεξιών επιτυχιών σε άλλες χώρες, δημιουργώντας ένα «ρεύμα».
Στα θετικά είναι η άνοδος της Αριστεράς από το 5,7% στο 8%. Είναι ένα από τα πιο καλά σκορ που έχει πετύχει το αριστερό κόμμα γενικά, αν και όχι το καλύτερο στην πρόσφατη ιστορία του, και κυρίως δεν αρκεί για να λειτουργήσει ως πειστικό «αντίβαρο» στην ενίσχυση της ακροδεξιάς. 
Γενικότερα, πρόκειται για ένα αποτέλεσμα που θυμίζει «Ολλανδία», καθώς υπήρξε άνοδος κάθε είδους μικρότερου κόμματος. Εκτός από την Αριστερά, ενισχύθηκαν και διάφοροι σχηματισμοί, όπως το Κόμμα του Κέντρου και οι Χριστιανοδημοκράτες. Αν και σε λιγότερο «κρισιακή» έκταση, στη Σουηδία είδαμε τη φθορά των μεγάλων, την άνοδο των μικρών, την αύξηση του κατακερματισμού του πολιτικού συστήματος, τη δυνατότητα του «κέντρου» να ανασυντίθεται μέσα από διάφορους σχηματισμούς, αλλά και μια σοβαρή ενίσχυση της ακροδεξιάς.  
Δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Ο σουηδικός «κοινωνικός καπιταλισμός» έχει πάψει να λειτουργεί εδώ και καιρό. Κάποιοι δείκτες, συγκρινόμενοι με άλλων χωρών, εξακολουθούν να τοποθετούν τη Σουηδία «ψηλά». Η Σουηδία είχε ως αφετηρία ένα πολύ υψηλότερο επίπεδο κοινωνικού κράτους, η διαδικασία ξηλώματός του ξεκίνησε με 15 χρόνια καθυστέρηση και προχωρά αρκετά αργά, λόγω του πολύ καλά οργανωμένου εργατικού κινήματος. Είναι ένα αργό, αλλά παρατεταμένο ροκάνισμα που εξελίσσεται εδώ και πολλά χρόνια –εξίσου αργό και παρατεταμένο με τη διαδικασία φθοράς των Σοσιαλδημοκρατών. Οι συγκρίσεις με άλλες χώρες δεν αναιρούν αυτή την εικόνα: Οι προσδοκίες, οι φόβοι, το τι ορίζεται ως αποδεκτό-επιθυμητό επίπεδο διαβίωσης δεν έχουν ούτε παγκόσμιο ούτε διαχρονικό χαρακτήρα. Ένας Σουηδός δεν θα συγκρίνει τον εαυτό του με έναν Εσθονό, έναν Πορτογάλο ή κι έναν Άγγλο για να αποφασίσει πώς θα «βιώσει» τις αλλαγές στη ζωή του. Στο σκανδιναβικό αστυνομικό μυθιστόρημα θα βρει κανείς όλες τις έγκαιρες «προειδοποιήσεις» για την κοινωνική κρίση που έθρεφε η εξάντληση του παλιού κεϊνσιανού μοντέλου και τα πρώτα βήματα προς τον νεοφιλελευθερισμό (όπως και για την πάντα παρούσα απειλή των νεοναζί).
Πάνω σε αυτό το υπόβαθρο βρίσκεται η άνοδος των ακροδεξιών, που έκαναν μια προεκλογική εκστρατεία η οποία είχε ως επίκεντρο όλες τις πτυχές της κατάρρευσης του κοινωνικού κράτους, αλλά τις συνέδεε με την εγκατάσταση των προσφύγων. Σε πείσμα των «αναλυτών» που ερμηνεύουν τις εξελίξεις με βάση την πολιτική υποδοχής (160.000 πρόσφυγες σε μια χώρα με πληθυσμό 10 εκατομμυρίων) για να ανακηρύξουν την «αποτυχία» της, αυτή η συζήτηση στη Σουηδία έχει ξεκινήσει εδώ και πάρα πολλά χρόνια. 
Πριν τους πρόσφυγες, στο στόχαστρο έμπαιναν οι «δεύτερης (ή και τρίτης) γενιάς» μετανάστες. Τα παιδιά των «ενσωματωμένων», που στοχοποιήθηκαν, όταν η κατάρρευση του κοινωνικού κράτους δημιούργησε θυμό κι έπρεπε να βρεθούν αποδιοπομπαίοι τράγοι. 
Μια εξέγερση φτωχών νεολαίων στο Husby το 2013 είχε φωτίσει τα προβλήματα. Γράφαμε τότε: 
«Είναι χαρακτηριστικό των αλλαγών που έγιναν στη Σουηδία ότι τα “προβληματικά” προάστια, όπως το Husby, είναι αυτά που τη δεκαετία του ’70 φιλοξένησαν τα μεγάλα σχέδια ανέγερσης κατοικιών. Από σύμβολα κοινωνικής ένταξης, τα προάστια σήμερα έχουν γίνει γκέτο φτώχειας. Οι κατοικίες είναι πλέον συντριπτικά ιδιόκτητες και τα νοίκια έχουν απογειωθεί, ενώ τα κέντρα υγείας, τα κέντρα νεότητας κ.λπ. έχουν κλείσει ή ιδιωτικοποιηθεί».
Από τότε ακόμα, μερίδα των ΜΜΕ μίλαγε για «αποτυχία της φιλομεταναστευτικής πολιτικής της Σουηδίας», μετατοπίζοντας τη συζήτηση μακριά από το ρήμαγμα του κράτους πρόνοιας. Η εφημερίδα «Jyllands-Posten» της Δανίας (η ίδια που δημοσίευσε τα σκίτσα του Μωάμεθ το 2005) έκανε ακόμα πιο σαφή τη χρησιμότητα του ρατσισμού για τους νεοφιλελεύθερους, στο άρθρο της με τίτλο «Το Σουηδικό Ψέμα»: «Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κυβέρνηση πρέπει να δαπανήσει χρήματα, αλλά είναι πολιτισμικό. Προκύπτει από την αβυσσαλέα διαφορά ανάμεσα στη νοοτροπία που έφτιαξε την πλούσια Σουηδία και την ξένη νοοτροπία που έδειξε η επιθετική πτέρυγα των νέων μεταναστών».
Πάνω σε αυτό το καλλιεργούμενο επί χρόνια «τοξικό» κλίμα βρήκαν χώρο οι ακροδεξιοί να ισχυροποιηθούν εκλογικά, δείχνοντας τους πρόσφυγες ως αιτία της καταστροφής του κοινωνικού κράτους…