Στην τελική ευθεία για τις γερμανικές εκλογές, η πρωτιά του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος της Άγκελα Μέρκελ δείχνει δεδομένη.

Η αντοχή της γερμανικής Δεξιάς ως πρώτο κόμμα και η παραμονή της Μέρκελ στην καγκελαρία (με εναλλαγές κυβερνητικών εταίρων) από το 2005 και μετά, έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει με την ικανοποιητική καθοδήγηση του γερμανικού καπιταλισμού μέσα στην κρίση. 
Η Γερμανία δεν έμεινε άθικτη από την κρίση, αλλά σε σχέση με την καταστροφή που έπληξε άλλες οικονομίες, παρέμεινε μια νησίδα σταθερότητας μέσα στην Ευρώπη. Αυτό αρκεί για να διασφαλίσει τη στήριξη της άρχουσας τάξης στο κόμμα της Μέρκελ, αλλά και την εκλογική της επιρροή: Εν μέσω κρίσης, εκτός από την τάση για πόλωση που εμφανίζεται σε τμήμα της κοινωνίας, συνεχίζει να υπάρχει σε ένα άλλο τμήμα της και η τάση για «αναζήτηση ασφάλειας» και «αποφυγή περιπετειών».  
Οι νεοφιλελεύθερες «αναδιαρθρώσεις» που άλλα κράτη άρχισαν να προωθούν κατά τη διάρκειά της κρίσης, στη Γερμανία είχαν ήδη επιβληθεί πριν το ξέσπασμά της, με την διαβόητη «ατζέντα 2010» και τις «μεταρρυθμίσεις Χαρτζ». Αυτή είναι η πρώτη «ευτυχής συγκυρία» για τη γερμανική Δεξιά: κλήθηκε να διαχειριστεί ένα εμπεδωμένο καθεστώς εκμετάλλευσης κι όχι να προχωρήσει σε ριζικές (αντεργατικές) ανατροπές, σαν αυτές που γκρέμισαν πολιτικά κόμματα και κυβερνήσεις σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. 
Προφανώς οι συνθήκες που έχει δημιουργήσει η εμπέδωση αυτού του καθεστώτος εκμετάλλευσης προκαλούν οργή και απελπισία σε τμήματα των λαϊκών στρωμάτων. Αλλά η δεύτερη «ευτυχής συγκυρία» για τη Δεξιά είναι ότι τα τελευταία χρόνια, το πολιτικό κόστος πληρώνει κυρίως το σοσιαλδημοκρατικό SPD. Καταρχήν αυτό είναι το κόμμα που επέβαλλε τις σκληρές αντιμεταρρυθμίσεις, επί καγκελαρίας Σρέντερ. Δεύτερον, λειτούργησε για χρόνια ως κυβερνητικός εταίρος της Δεξιάς (το 2005-2009 και το 2013-2017) στην προσπάθεια εμπέδωσης και διαχείρισης του νέου καθεστώτος. Πέρα από την παράδοση που λέει πως συνήθως ο «μικρός εταίρος» πληρώνει πιο ακριβά το τίμημα, κεντρικό ζήτημα είναι και ότι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα (λόγω διαφοράς στην εκλογική τους βάση, τις καταβολές τους, τη ρητορική τους) φθείρονται πολύ πιο σκληρά όταν εφαρμόζουν δεξιές πολιτικές, και πολύ περισσότερο όταν συγκυβερνούν με τη Δεξιά. Ειδικά στη Γερμανία, το 2005, που η συγκυβέρνηση με τη Μέρκελ αποτέλεσε ένα εσωκομματικό σκάνδαλο και χαρακτηρίστηκε από τον Τύπο ως «ιστορικός συμβιβασμός» δείχνει πάρα πολύ μακρινό: Τα χρόνια που μεσολάβησαν, το SPD (ακόμα και στο μεσοδιάστημα που βρέθηκε στα έδρανα της αντιπολίτευσης) μεταμορφώθηκε σε παρακολούθημα της Χριστιανοδημοκρατίας. 
 Σε αυτό το φόντο, το ενδιαφέρον στρέφεται στη μάχη για την τρίτη θέση. Εκεί, ξεκινούν με ίσες περίπου πιθανότητες, τέσσερα κόμματα: Οι Φιλελεύθεροι, οι Πράσινοι, η Αριστερά και το ακροδεξιό AfD, που όλα τους κινούνται δημοσκοπικά μεταξύ 8 και 10%. Αυτό από μόνο του είναι ένας σημαντικός «αστερίσκος» στην εικόνα πολιτικής σταθερότητας, που απέχει από τις παλιές εποχές του κραταιού δικομματισμού. Η μάχη για την τρίτη θέση έχει για εμάς ενδιαφέρον, κυρίως όσον αφορά τις τύχες του Afd και της Αριστεράς. Για τους αστούς αναλυτές και τα αστικά επιτελεία, έχει ενδιαφέρον και για τον μετεκλογικό «χάρτη» μέσα από τον οποίο θα προκύψουν οι κυβερνητικές συμμαχίες: Με ποιους και αν θα μπορέσει να συγκυβερνήσει η Μέρκελ (Φιλελεύθεροι/Πράσινοι), αν θα προκύψει τελικά νέος «Μεγάλος Συνασπισμός» Δεξιάς και SPD, αν το SPD θα βρει υποψήφιους κυβερνητικούς εταίρους (Πράσινοι/Αριστερά) με τους οποίους θα μπορεί να σχηματίσει μια πλειοψηφία χωρίς τη Δεξιά.
Η Αριστερά
Αυτό το τελευταίο σενάριο, συζητιέται όλο και περισσότερο τα τελευταία χρόνια, και αποτελεί θέμα συζήτησης στο εσωτερικό του Die Linke. Το SPD δείχνει πιο πρόθυμο να εγκαταλείψει την παλιά του πολιτική «υγειονομικής ζώνης απέναντι στους αριστερούς εξτρεμιστές». Αλλά αυτό έχει συμβεί και γιατί οι «αριστεροί» δείχνουν πρόθυμοι να ρίξουν νερό στο κρασί του πρότερου «εξτρεμισμού» τους. Η κεντροαριστερή συγκυβέρνηση έχει δοκιμαστεί σε μια σειρά κρατίδια (χωρίς να προσφέρει κάτι αξιόλογο στα εργατικά στρώματα και συχνά οδηγώντας το Die Linke σε απώλεια επιρροής) και ενώ παλιά θεωρούταν «τοπική επιλογή» και από τις δυο πλευρές, πλέον υπάρχουν δυνάμεις και στελέχη και στα δύο κόμματα που το αντιμετωπίζουν ως «πρόβα συνεργασίας σε ομοσπονδιακό επίπεδο»...
Αυτό το ενδεχόμενο δε δείχνει το πλέον πιθανό, αλλά κάνουμε ξεχωριστή αναφορά γιατί αποτελεί έναν από τους λόγους της διαχρονικής στασιμότητας του Die Linke -σε μια χρονική συγκυρία που το AfD εκτινάχθηκε. Αρκετοί αναλυτές, μελετώντας την άνοδο του AfD, συνυπολογίζουν (μεταξύ αρκετών άλλων φυσικά) το ότι η ακροδεξιά έχει κατορθώσει να στέκεται «απέναντι στο κατεστημένο», σημειώνοντας πως σταδιακά εκτοπίζει από αυτήν τη θέση το Die Linke, το οποίο όλο και περισσότερο γίνεται αντιληπτό ως τμήμα του πολιτικού συστήματος. Είναι η συνέπεια της κεντροαριστερής στρατηγικής, που αυτο-περιορίζει τη δημόσια εικόνα του Linke στο ρόλο ενός «δυνητικού μικρού κυβερνητικού εταίρου» του SPD. 
Για να είμαστε δίκαιοι απέναντι στους Γερμανούς συντρόφους, αυτό φυσικά δεν αποτελεί από μόνο του την εξήγηση των πάντων. Η μεγάλη εικόνα, αφορά το χαμηλό επίπεδο της ταξικής πάλης στη Γερμανία, όπου παρά την ύπαρξη κάποιων σημαντικών οικονομικών αγώνων, δεν έχει ζήσει μεγάλες κοινωνικές αναμετρήσεις, από αυτές που είναι προϋπόθεση για κάθε ανατροπή και στον πολιτικό συσχετισμό. Αυτό το κενό εξηγεί εν μέρει και την άνοδο του AfD, του οποίου η ρατσιστική δημαγωγία γίνεται πιο δημοφιλής όταν απουσιάζει η ταξική σύγκρουση. 
Η δεξιά μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης φαίνεται και στην προεκλογική μάχη (όπως συμπυκνώθηκε στο ντιμπέιτ μεταξύ Μέρκελ και Σουλτς), όπου απουσιάζει εκκωφαντικά το «κοινωνικό ζήτημα» και μονοπωλούν το ενδιαφέρον η σύγκρουση με την Τουρκία και το προσφυγικό ως «πρόβλημα». 
Όμως η πιο «ακτιβίστικη» πτέρυγα του Die Linke έχει παρουσιάσει κριτικές και σε αυτό το ζήτημα. Μπορεί να μην περνά από το χέρι της οργανωμένης Αριστεράς η κλίμακα της ταξικής πάλης, αλλά ακόμα κι έτσι, αρκετοί αγωνιστές ισχυρίζονται ότι θα μπορούσε το κόμμα να ρίξει πολύ μεγαλύτερο βάρος στην προσπάθεια να προκύψουν αγώνες και κινήματα από ό,τι κάνει. Αντί αυτού, φαίνεται πως ο συνδυασμός «κενό αγώνων-εκλογική στασιμότητα» ενισχύει τον κακώς εννοούμενο «ρεαλισμό» και την τάση για εύκολες «παρακάμψεις» όπως η επιδίωξη συμμετοχής στην κυβέρνηση, σε συμμαχία με το SPD. Το ενδεχόμενο να υλοποιηθεί αυτή η στρατηγική δείχνει μακρινό , αλλά το ότι δεν κόβεται μαχαίρι το φλερτ με αυτήν την στρατηγική παραμένει καταστροφικό...