Η δίκη της ΧΑ πλησιάζει στο τέλος της μετά από 4,5 χρόνια. Ήδη κλείνει η φάση των απολογιών, με τους τελευταίους να είναι ο Λαγός και ο αρχηγός Μιχαλολιάκος.

Η βασική γραμμή υπεράσπισης των χρυσαυγιτών, όλα αυτά τα χρόνια, είχε τέσσερα κομβικά σημεία: «Η δολοφονία του Φύσσα ήταν ένα ατυχές γεγονός- το κόμμα της Χρυσής Αυγής δεν έχει καμιά ευθύνη - δεν είμαστε ναζιστές αλλά έλληνες εθνικιστές - η δίωξη και η δίκη της Χρυσής Αυγής είναι πολιτική σκευωρία της κυβέρνησης Σαμαρά και των αμερικανοεβραίων».
Αυτή η γραμμή κατέρρευσε στο δικαστήριο. Στις απολογίες για τις επιμέρους συνδεόμενες υποθέσεις (Φύσσας, Αιγύπτιοι αλιεργάτες, ΠΑΜΕ), η αστειότητα των δικαιολογιών, οι αντιφάσεις και οι αλληλοδιαψεύσεις διέλυσαν πολλά ατομικά «άλλοθι» αλλά και την προσπάθεια να παρουσιαστούν οι επιθέσεις ως «τυχαία-ατυχή περιστατικά» και όχι ως αποτέλεσμα της οργανωμένης δράσης ταγμάτων εφόδου.  
Αλλά και στο επίπεδο στοιχειώδους αξιοπρέπειας, πολλοί από τους «γενναίους» των «ταγμάτων εφόδου» αποδείχθηκαν «λίγοι» μπροστά στην ευθύνη των πράξεών τους. Αυτός ο διασυρμός όμως ήταν ανάλογος της ποταπότητας και τουκυνισμού της ναζιστικής ηγεσίας που τους εγκατέλειψε.
Οι απολογίες της ηγεσίας
Οι βουλευτές κατηγορούμενοι προκειμένου να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα, αμφισβήτησαν ανοιχτά την ευφυία και τη σοβαρότητα των «συναγωνιστών» τους, ή και φόρτωσαν την ευθύνη αποκλειστικά σε αυτούς για την εγκληματική δράση της ΧΑ. Όλες οι «πτέρυγες» (εναπομείναντες «πιστοί» στον Μιχαλολιάκο, «αποχωρήσαντες» με τον Λαγό και «μετανοούντες») επίσης επέμειναν στη θεωρία της πολιτικής σκευωρίας, μιας και η «διεύθυνση εγκληματικής οργάνωσης» είναι η κατηγορία που απειλεί το σύνολο της παλιάς ηγεσίας. 
Κάποια αλληλοκαρφώματα φάνηκαν ωστόσο, είτε με αντιφάσεις σε ισχυρισμούς για το πότε ενημερώθηκαν ποιοι για τη δολοφονία Φύσσα, είτε με την πιο ενδεικτική περίπτωση του «διαχωρισμένου» Μίχου, ο οποίος ήταν ο πρώτος που «έδωσε» την ύπαρξη ιεραρχίας, εντολών κλπ, κατήγγειλε το ότι δεν υπήρξαν διαγραφές, ενώ έμμεσα «έδειξε» τον Λαγό. Καθόλου τυχαία, στη διάρκεια της απολογίας Μίχου ξέσπασε «εμφύλιος» μεταξύ δικηγόρων των νεοναζί, με βαριές κουβέντες που λίγο έλειψε να καταλήξουν σε ξύλο. 
Ο Κασσιδιάρης επιχείρησε μια «ηγετική» εμφάνιση.Δεν απέφυγε κι αυτός στιγμές γελοιότητας όταν προσπαθούσε να συμμαζέψει τα ασυμμάζευτα, αλλά ήταν κυνικός και αλαζονικός, ανέβασε κατακόρυφα το ζήτημα της «σκευωρίας Σαμαρά», ενώ δια της υπεκφυγής «να συζητήσει πολιτικά» στο δικαστήριο και επικαλούμενος τις «ιδέες» και την «ελευθερία του λόγου» ήταν ο πρώτος που έκλεισε το μάτι στο σκληρό πυρήνα νεοναζί οπαδών.Ξεχωρίσαμε μια διατύπωση που κάθε λέξη της είχε σημασία: «ο δημόσιος λόγος μας ήταν προσαρμοσμένος στα πλαίσια της νομιμότητας». Ο Παναγιώταρος επιχείρησε να υπερασπιστεί τον αρχηγό του, παρουσιάζοντας την εικόνα μιας ηγεσίας που δεν ήξερε καν πόσες και ποιες τοπικές υπάρχουν (!) και διέγραφε άμεσα με εντολή Μιχαλολιάκου κάθε βίαιο στοιχείο (διαγραφές που βάση στοιχείων και απολογιών, μόνο στο μυαλό του Παναγιώταρου υπάρχουν…). 
Αν μπορούμε να κάνουμε ένα ισολογισμό αυτή τη στιγμή: η Χρυσή Αυγήέχει υποστεί ξεκάθαρα νομική, ηθική και πολιτική ήττα, που θα έχεισυνέπειες πολιτικές αλλά και ποινικές, ιδιαίτερα για τους τραμπούκουςτων δρόμων.
Η δίκη όμως της Χρυσής Αυγής έχει και ευρύτερες προεκτάσεις. Είναι ημεγαλύτερη δίκη με πολιτικό ενδιαφέρον μετά τη δίκη των χουντικών. Είναι επίσης ημεγαλύτερη δίκη, σε όλη την Ευρώπη μεταπολεμικά, ενάντια σεναζιστικό κόμμα. Οι χρυσαυγίτες περιγράφουν ως «σκευωρία» το ότι υπήρξε «πολιτική απόφαση» προκειμένου να κινηθούν οι Αρχές και η Αστυνομία. Ισχύει το ανάποδο: το γεγονός ότι χρειάστηκε «πολιτική απόφαση» (κάτω από ισχυρή κοινωνική πίεση) για να κινηθούν επιτέλους οι Αρχές και η Αστυνομία αναδεικνύει τη «σκευωρία» συγκάλυψης της δράσης της τα προηγούμενα χρόνια. Άλλωστε στη δίκη της ΧΑ, οι σχέσεις με την αστυνομία και το (παρα)κράτος είναι το μόνο ζήτημα που δεν αναδείχτηκε σχεδόν καθόλου. 
«Να τελειώσουμε τη δουλειά»
«Η δίκη παράγει αποτελέσματα» είναι μια κοινή παραδοχή σε όλο το αντιφασιστικό φάσμα. Τα αποτελέσματα αυτά μπορούμε να τα καταμετρήσουμε: Πρώτο, από τότε που άρχισε η δίκη σταμάτησαν θεαματικά οι επιθέσεις σε μετανάστες, πρόσφυγες, ομοφυλόφιλους και ακτιβιστές της Αριστεράς. Δεύτερο, η δίκη έπαιξε σημαντικό ρόλο, αλλά όχι τον καθοριστικό, για την εκλογική πτώση της Χρυσής Αυγής και (ίσως σημαντικότερο) για τη διάσπαση της.
Πίσω όμως από την κοινή παραδοχή στέκονται και αντιπαρατίθενται διαφορετικά πολιτικά επιχειρήματα. Για τον φιλελεύθερο αντιφασισμό η ενότητα του λεγόμενου «συνταγματικού τόξου» ήταν η κινητήρια δύναμη της κρίσης της Χρυσής Αυγής. Δεν συμμεριζόμαστε αυτή την άποψη. Ο πόλεμος ενάντια στα φασιστικά κινήματα και οργανώσεις δεν είναι ανεξάρτητος από τις αιτίες που δυναμώνουν τους φασίστες. Και ήταν οι ρατσιστικές και μνημονιακές πολιτικές (συνταγματικών) κομμάτων, όπως η ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και μετά το 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ που έθρεψαν τους νεοναζί. 
Τα δικά μας καθήκοντα παραμένουν: ο παρατεταμένος πόλεμος θέσεων ενάντια στο φασισμό, την ακροδεξιά, το ρατσισμό. Αυτός ο πόλεμος δεν είναι ανεξάρτητος από την πάλη ενάντια στην ρατσιστική και αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Στην τρέχουσα πολιτική στιγμή τουλάχιστον, ο κύριος εχθρός μας είναι ο θεσμικός ρατσισμός, που συνεχίζεται και κλιμακώνεται, στρώνοντας το έδαφος πάνω στο οποίο ανθίζουν ακροδεξιά «λουλούδια». Και ο «πόλεμος θέσεων» πρέπει να έχει κέντρο τους μαζικούς χώρους, εργατικούς και γειτονιάς, πείθοντας και κινητοποιώντας τον κόσμο της δουλειάς.