Από την πρώτη θητεία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ είχε φανεί η επιλογή «συνέχειας του κράτους» και στα ζητήματα της εξωτερικής πολιτικής και συγκεκριμένα στη στρατηγική επιλογή του ελληνικού καπιταλισμού (και του αμερικανικού ιμπεριαλισμού) για τη συγκρότηση και ανάπτυξη του άξονα «Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ», στον οποίο προστέθηκε και η Αίγυπτος, μετά την ανατροπή του Μόρσι και την εγκαθίδρυση της δικτατορίας του Σίσι.

Για τα χαρακτηριστικά αυτής της «τετραμερούς συμμαχίας» έχουμε ξαναγράψει πολλές φορές τα τελευταία χρόνια: τόσο για την ενεργειακή συνεργασία (ΑΟΖ), όσο και για την «αντιτουρκική» ενοποιητική της βάση, αλλά και –κυρίως– για την πολιτικοστρατιωτική της λειτουργία, ως «δόρυ» που σημαδεύει τη Μέση Ανατολή. 
Καμία από αυτές τις επιλογές δεν αμφισβητήθηκε από την κυβέρνηση, που αντίθετα έδειξε νωρίς τα σήματα «συνέχειας» (από την παρουσία κορυφαίων στελεχών όπως ο Γ. Δραγασάκης σε εκδηλώσεις της ισραηλινής πρεσβείας, ως την τοποθέτηση του Π. Καμένου στο υπουργείο Άμυνας).
Στη δεύτερη θητεία της, η κυβέρνηση Τσίπρα εμφανίζεται πολύ πιο «απενοχοποιημένη» και απαλλαγμένη από «βαρίδια» σε όλα τα μέτωπα. Το ίδιο ισχύει και στην εξωτερική πολιτική και τη συνεργασία με το κράτος του Ισραήλ και τον Πινοσέτ της Αιγύπτου. Τις τελευταίες ημέρες, οι εξελίξεις ήταν πυκνές και ο πολιτικός κατήφορος ταχύτατος.
Πρώτα ήρθε το ταξίδι του Αλέξη Τσίπρα στο Ισραήλ. Εκεί, όπου επανεπιβεβαιώθηκε η συνέχεια και σύσφιξη των εξαιρετικών σχέσεων των δύο κρατών. Εκεί όπου ο Έλληνας πρωθυπουργός, υπογράφοντας στο «βιβλίο επισκεπτών», χαρακτήρισε την Ιερουσαλήμ «ιστορική σας πρωτεύουσα», μια αδιανόητη, ανιστόρητη, προκλητική δήλωση που δεν έχει τολμήσει κανένας ηγέτης κράτους να κάνει. Μια δήλωση που προκάλεσε αίσθηση στο Ισραήλ, ως «χωρίς προηγούμενο από Ευρωπαίο ηγέτη». 
Στο μεταξύ βέβαια, αυτό που πραγματικά δεν «χωνεύεται» είναι η πυκνότητα των κοινών στρατιωτικών ασκήσεων του ελληνικού στρατού με την ισραηλινή πολεμική μηχανή. Σε συνδυασμό με τη συμφωνία που δίνει «προνομιακή» πρόσβαση στον IDF σε ελληνικό έδαφος, η Ελλάδα έχει εξελιχθεί στον Νο 2 συνεργάτη του σιωνιστικού κράτους μετά τις ΗΠΑ.
Αυτή η πραγματικότητα, σε μια εποχή που στο στόχαστρο του διεθνούς κινήματος αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη μπαίνουν και οι πιο «αθώες» πλευρές (οικονομικές, διπλωματικές) συνεργασίας με το κράτος-τρομοκράτη, τα λέει όλα για το ποια πλευρά έχει διαλέξει η κυβέρνηση Τσίπρα.
Ελάχιστες μέρες μετά την επίσκεψη στο Ισραήλ, ακολούθησε η επίσκεψη του Αιγύπτιου δικτάτορα Σίσι στην Αθήνα, μετά από επίσημη πρόσκληση του Προκόπη Παυλόπουλου. Οι χειραψίες και οι κοινές φωτογραφίες με τον μακελάρη των Αιγύπτιων επαναστατών είναι πρόκληση από μόνες τους.
Μια πραγματική ριζοσπαστική Αριστερά θα όφειλε να σπάει τα στεγανά της «ρεάλ πολιτίκ». Αλλιώς, να δεχτούμε ότι όλοι οι αγώνες για απομόνωση της χούντας των συνταγματαρχών το 1967-1974, όλες οι καμπάνιες αλληλεγγύης στο χιλιανό λαό ενάντια στον Πινοσέτ μετά το 1973 ήταν μάταιοι. Σήμερα, ο νέος ηγέτης των Εργατικών, Τζέρεμι Κόρμπιν, ένας έντιμος σοσιαλδημοκράτης, έδωσε αγώνα ενάντια στην επίσκεψη του Σίσι στο Λονδίνο, δηλώνοντας «ανεπιθύμητος ο δικτάτορας». 
Στην ιστορία του καπιταλισμού, ακόμα και αστικές κυβερνήσεις απομόνωσαν δικτατορίες. Και ο Σίσι δεν είναι απλά ένας ακόμα «αυταρχικός ηγέτης» της περιοχής. Ήρθε στην εξουσία τσακίζοντας (πρόσφατα και συνεχίζει μέχρι σήμερα) μια υπαρκτή αντίσταση, που ξεκινά από τους συντρόφους μας στην αιγυπτιακή Αριστερά και φτάνει σε δημοκράτες, δημοσιογράφους κ.λπ. 
Ακόμα και η χειρότερη εκδοχή «ρεαλ πολιτίκ» αφήνει κάποια περιθώρια κινήσεων, έστω και για τα μάτια του κόσμου. Η ΕΕ, δια της Επιτρόπου Μοντσενί, εξακολουθεί να στηλιτεύει την αιγυπτιακή δικτατορία, ακόμα κι όταν ο Σίσι συναντιέται με ηγέτες ευρωπαϊκών κρατών. Ο Ομπάμα, φροντίζει μετά από συναντήσεις με εκπροσώπους των αιγυπτιακών αρχών, να δηλώνει ότι «εξέφρασε τις ανησυχίες του για την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Αίγυπτο». 
Εδώ δεν είχαμε καν τέτοιες δηλώσεις για τα μάτια του κόσμου. Εδώ, το αιγυπτιακό καθεστώς δοξάστηκε ως «πυλώνας σταθερότητας». Εδώ, η «Αυγή» επέλεξε να κάνει ρεπορτάζ με τον τίτλο «Δύο αρχαίοι πολιτισμοί κοιτάζουν μαζί το μέλλον»! Και ο Σίσι, γνωρίζοντας ότι στην ΕΕ συναντά ακόμα «δυσφορίες» για τις άγριες πρακτικές του, ευχαρίστησε την ελληνική κυβέρνηση «για την υποστηρικτική της στάση υπέρ των θέσεων της Αιγύπτου στο πλαίσιο της ΕΕ». 
Το παζλ των «διεθνών συναντήσεων» θα συμπληρωθεί με την επίσκεψη του Αμπάς στην Αθήνα. Η επίσκεψη θα συνοδευτεί από την πρόθεση αναγνώρισης παλαιστινιακού κράτους από το ελληνικό κοινοβούλιο. Και αυτό θα αποτελέσει το «φύλο συκής» της κυβέρνησης Τσίπρα και την απόδειξη της «πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής» της.
Ο Μαχμούντ Αμπάς, ο συνεργάτης της ισραηλινής κατοχής, έχει γίνει το νούμερο ένα άλλοθι όλων των συνενόχων στην καταπίεση των Παλαιστινίων: συναντιέται και συνομιλεί με την αμερικανική ηγεσία, με τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και μετά όλοι αυτοί μπορούν να ισχυρίζονται ότι «έχουν επαφή και με την παλαιστινιακή πλευρά». Και με ποιον να συναντηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ; Ας αφήσουμε στην άκρη τη Χαμάς, που είναι μια μεγάλη συζήτηση. Η Εθνική Επιτροπή του κινήματος BDS, που συνενώνει δεκάδες πολιτικές, συνδικαλιστικές και κοινωνικές οργανώσεις των Παλαιστινίων, κατά τη γνώμη μας μπορεί να παίξει πολύ καλύτερα το ρόλο του πραγματικού «συνομιλητή» για όποιον θέλει να συνομιλήσει με τους Παλαιστίνιους που αγωνίζονται. Αλλά αυτά που θα ζητούσε αυτή η Επιτροπή (η διπλωματική, στρατιωτική, οικονομική απομόνωση του Ισραήλ) μάλλον δεν θα ταίριαζαν με την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα αρκεστεί σε μια «αναγνώριση παλαιστινιακού κράτος από το κοινοβούλιο». Είναι ένα ανέξοδο πυροτέχνημα, στο οποίο έχουν καταφύγει και κοινοβούλια όπως το γαλλικό (που διώκει τους αλληλέγγυους στην Παλαιστίνη) ή το βρετανικό (που ελέγχεται από τη Δεξιά), γιατί αφήνει το «κράτος» (που είναι άλλο πράγμα από το κοινοβούλιο) να συνεχίσει την ίδια πολιτική. Έχει πιάσει τόσο πάτο η κυβέρνηση, που τα σχετικά ρεπορτάζ στα φιλικά στον ΣΥΡΙΖΑ ΜΜΕ φρόντισαν από μόνα τους να διευκρινίσουν ότι η αναγνώριση «δεν θα γίνει από το ελληνικό κράτος, για να μην διαταραχθούν οι καλές σχέσεις με το Ισραήλ»!
Εδώ χωράει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση. Για τη λύση των «δύο κρατών», το κατά πόσο αυτή είναι δίκαιη, αλλά πλέον και εφικτή (με τη σαρωτική επέκταση των εποικισμών). Για το δρόμο των διαπραγματεύσεων, όταν πρόσφατα ο ισραηλινός αντισιωνιστής δημοσιογράφος Γκιντεόν Λεβί δήλωσε σε ομιλία του εμφατικά: «μην έχετε καμιά ελπίδα αλλαγής που θα έρθει μέσα από την ισραηλινή κοινωνία». Αλλά αυτή η συζήτηση αφορά την Αριστερά, τους στόχους πάλης και την τακτική της για την κατοχή της Παλαιστίνης.
Είναι μια συζήτηση που διεξάγει το BDS, ισχυριζόμενο σωστά πως ακόμα και για τη συμμόρφωση του Ισραήλ στο μίνιμουμ και προβληματικό (για τα εκατομμύρια προσφύγων και για τους Άραβες πολίτες δεύτερης κατηγορίας στο Ισραήλ) αίτημα των «δύο κρατών», θα απαιτηθεί σκληρή εξωτερική πίεση, με τη μορφή της απομόνωσης του κράτους-τρομοκράτη.
Αλλά αυτή η συζήτηση δεν αφορά σε τίποτα τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ, που συνεργάζεται πλέον στρατιωτικά με το Ισραήλ, ενώ χτίζει στρατηγική συνεργασία με το καθεστώς Σίσι που κρατά εγκληματικά κλειστές όλες τις διόδους της Γάζας με τον έξω κόσμο…