H άποψη και οι τροπολογίες του Κόκκινου Δικτύου

Τ ην Κυριακή 19/3 πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα το Πανελλαδικό Συμβούλιο της ΛΑΕ.
Η σύγκλιση του Πανελλαδικού Συμβουλίου έγινε σε μια σημαντική «στιγμή»: ενώ έχει ανοίξει η δημόσια συζήτηση για την «επόμενη μέρα», μετά την τυπική (και όχι πραγματική) λήξη του προγράμματος του 3ου Μνημονίου τον Αύγουστο του 2018. Σε συνθήκες όπου η συζήτηση για τα καθήκοντα του κινήματος αντίστασης ενάντια στις νεοφιλελεύθερες μνημονιακές αντιμεταρρυθμίσεις συνδέεται άμεσα με τη συζήτηση για την αντιμετώπιση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής στην περιοχή, την αντιμετώπιση του κινδύνου των πολεμικών «θερμών επεισοδίων», την αντιμετώπιση του «εσωτερικού» εθνικισμού και της επανενεργοποίησης της ακροδεξιάς, ακόμα και των φασιστικών «ταγμάτων εφόδου». 
Είναι φανερό ότι μέσα από τη συζήτηση αυτή αναζητούνται και προετοιμάζονται οι όροι για την επόμενη πολιτική –ακόμα και εκλογική–  αναμέτρηση, που θα κρίνει πολλά για τις συνθήκες που θα αντιμετωπίσει ο κόσμος μας στα επόμενα χρόνια. 
Μπροστά σε αυτό το καθήκον, το ΠΣ της ΛΑΕ επεξεργάστηκε ένα πρόγραμμα δράσεων –που στηρίζεται στη σωστή επιλογή της αναβάθμισης του «κοινωνικού ζητήματος»– αλλά και την επανάληψη της έκκλησης για κοινή δράση και πολιτική συνεργασία των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Η ΛΑΕ έχει αποδείξει στο μέτωπο των πλειστηριασμών ότι είναι ειλικρινής σε αυτές τις επιλογές και στο ΠΣ συζητήθηκε με έμφαση η ανάγκη για διεύρυνση της αντίστασης στις ιδιωτικοποιήσεις, στην υπεράσπιση των δημόσιων χώρων, στο αντιρατσιστικό-αντιφασιστικό κίνημα, αλλά και οι αναγκαίες πρωτοβουλίες για την προώθηση της ενότητας στη δράση «από τα κάτω», ξεκινώντας από το αυτοδιοικητικό-τοπικό πεδίο, τα εργατικά-συνδικαλιστικά σχήματα και τη νεολαία.
Σε αυτά τα σημεία, όπου υπάρχει μεγάλος βαθμός συμφωνίας, το Κόκκινο Δίκτυο θα παραμείνει στην πρώτη γραμμή της κοινής πάλης και θα συνεχίσουμε να στηρίζουμε τις προσπάθειες συγκρότησης πολιτικής συνεργασίας των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς ενόψει των αναμετρήσεων που έρχονται, επιμένοντας στην πρόταση για «μετωπικές» πρωτοβουλίες μεταξύ των δυνάμεων της ΛΑΕ, της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και των άλλων δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2016.
Όμως, όπως φάνηκε στην αντιμετώπιση των εθνικιστικών συλλαλητηρίων για το Μακεδονικό, αλλά και στο ακόμα πιο επικίνδυνο ζήτημα της αντιμετώπισης του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού, παραμένει εξαιρετικά σημαντικό το ζήτημα της πολιτικής απάντησης της Αριστεράς τόσο απέναντι στη γραμμή των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων –των ΗΠΑ και της ΕΕ– όσο και απέναντι στη γραμμή της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ που αντανακλά τις επιλογές της ντόπιας κυρίαρχης τάξης.
Σχετικά με τα ζητήματα αυτά, οι εκπρόσωποι του Κόκκινου Δικτύου στο ΠΣ της ΛΑΕ προτείναμε δύο βασικές τροπολογίες στο κείμενο της πολιτικής απόφασης, τροπολογίες που θεωρούμε ότι έχουν κεντρική σημασία για την πολιτική της ΛΑΕ στις μέρες που έρχονται. Οι τροπολογίες μας δεν έγιναν δεκτές από την πλειοψηφία και οι εκπρόσωποι του ΚΔ δεν υπερψήφισαν την πολιτική απόφαση του ΠΣ.
Οι τροπολογίες του ΚΔ ήταν οι εξής:
1. Για τον αντιπολεμικό-διεθνιστικό προσανατολισμό
«Η πολιτική των μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων –των ΗΠΑ και της ΕΕ– για κυριαρχία στα Βαλκάνια και στην Ανατ. Μεσόγειο ωθεί τις κυρίαρχες τάξεις στην περιοχή προς μιαν επικίνδυνη κλιμάκωση του ανταγωνισμού μεταξύ τους. Πρόκειται για τη διεκδίκηση του μέγιστου εφικτού μεριδίου στην οικονομική-πολιτική-διπλωματική ανακατανομή ισχύος που επιχειρείται στην περιοχή, πάντα στα όρια της συνεργασίας με τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις και στα περιθώρια που αφήνει η πολιτική των ΗΠΑ και της ΕΕ.
Αυτός ο ανταγωνισμός, που παραδοσιακά υπήρχε στο οικονομικό-διπλωματικό πεδίο, σήμερα κλιμακώνεται στο πεδίο των εξοπλισμών και των εκατέρωθεν προκλήσεων, που φέρνουν το ενδεχόμενο στρατιωτικών  «θερμών επεισοδίων» στην ημερήσια διάταξη.
Η Αριστερά, και ειδικότερα η Ριζοσπαστική Αριστερά, οφείλει να αντιπαλέψει από σήμερα αυτή την επικίνδυνη προοπτική, που αποτελεί έναν σοβαρό κίνδυνο για τις κατακτήσεις των εργαζομένων και το μείζον αγαθό της ειρήνης που είναι πολύτιμο για όλους τους λαούς της περιοχής.
Γι’ αυτό η ΛΑΕ θα πάρει όλες τις αναγκαίες πρωτοβουλίες, μέσα στο μαζικό κίνημα και στο πολιτικό πεδίο, με στόχο:
* Να αντισταθούμε στην παράλογη κούρσα των εξοπλισμών. Μέσα στις συνθήκες της παρατεταμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης, διεκδικούμε τη διάθεση όλων των διαθέσιμων πόρων προς τις κοινωνικές ανάγκες και όχι προς τις αγορές όπλων, σε σύγκρουση επίσης με το σύνολο των πολιτικών που οδηγούν σε ενίσχυση του μιλιταρισμού (αύξηση θητείας, στράτευση γυναικών, ενίσχυση επαγγελματικών στρατιωτικών μονάδων κοκ).
* Να αναπτύξουμε ένα πλατύ και ριζοσπαστικό αντιπολεμικό κίνημα, που θα παλεύει ενάντια σε κάθε προοπτική ένοπλης σύγκρουσης, θυμίζοντας ότι τα «θερμά επεισόδια» έχουν συχνά στην ιστορία αποδειχτεί ανεξέλεγκτα, ανοίγοντας την πόρτα στην τρέλα των πολύνεκρων συγκρούσεων.
* Να φράξουμε το δρόμο στην ανάπτυξη των εθνικιστικών ακροδεξιών, ακόμα και φασιστικών δυνάμεων και αντιλήψεων. Οι πρακτικές που ακολούθησαν τα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το «όνομα» της γειτονικής χώρας είναι μια προειδοποίηση που δεν πρέπει  να υποτιμηθεί.
* Να αναδείξουμε τις τεράστιες ευθύνες της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ, που, παράλληλα με την επιβολή των νεοφιλελευθέρων αντιμεταρρυθμίσεων του 3ου Μνημονίου, προωθεί μιαν απόλυτη ευθυγράμμιση με τον ιμπεριαλισμό, ελπίζοντας τυχοδιωκτικά στην καταγραφή «εθνικών επιτυχιών», αδιαφορώντας για το κόστος πάνω στις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις και καταργώντας κάθε «κόκκινη γραμμή» που έχει δημιουργήσει η αντιιμπεριαλιστική και αντιπολεμική παράδοση της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος».
2. Για την πολιτική των συμμαχιών
«Στο κρίσιμο θέμα των συμμαχιών, η πολιτική μας ξετυλίγεται σε συνθήκες ουσιωδώς διαφορετικές από το 2015.
Στην Ελλάδα και διεθνώς έχει αποδειχτεί ότι υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές της «αντιμνημονιακής» πολιτικής που φτάνουν ακόμα και σε συντηρητικές η και ακροδεξιές δυνάμεις (π.χ. Ιταλία).
Η πολιτική μας σήμερα, συνυπολογίζοντας τις διακηρύξεις της ΛΑΕ για την «επανίδρυση» μιας μαζικής Αριστεράς στον 21ο αιώνα, οφείλει να έχει ως επιδίωξη τη συγκρότηση μετώπου της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Μετώπου στο κίνημα και στις αντιστάσεις, με στόχο την κλιμάκωση των αγώνων. Όμως, επίσης, μετώπου στο πολίτικο πεδίο, στον πολιτικό αγώνα, με άμεσο στόχο την πολιτική συνεργασία –που περιλαμβάνει την εκλογική συνεργασία– του μέγιστου δυνατού τμήματος των δυνάμεων της Ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Στην κατεύθυνση αύτη, το ΠΣ εγκρίνει τις πρωτοβουλίες της ΠΓ, τόσο ως προς την απεύθυνσή της, όσο και ως προς την ιεράρχηση των προσκλήσεων, που σωστά άρχισαν με την επιδίωξη συνάντησης με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις άλλες ριζοσπαστικές δυνάμεις που αποσπάστηκαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015 (Δικτύωση Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ΑΡΚ, ΟΝΡΑ κ.ά.).
Στη σημερινή συγκυρία, υπό το βάρος απαντήσεων που καθορίστηκαν από λογικές σεχταρισμού και μικροηγεμονισμού, το ΠΣ δηλώνει ότι η ΛΑΕ θα επιμείνει στην κατεύθυνση αύτη. Το ΠΣ καλεί όλες τις οργανώσεις της ΛΑΕ να αναλάβουν και να στηρίξουν τις αναγκαίες πρωτοβουλίες από τα κάτω –στα μέτωπα των πλειστηριασμών, της αντίστασης στις ιδιωτικοποιήσεις, το αυτοδιοικητικό, σε τοπικό πεδίο, στα εργατικά συνδικαλιστικά σχήματα, στη νεολαία κοκ– θέτοντας συνδυασμένα τα ζητήματα της ενότητας στη δράση με την αναγκαία  συνεργασία στο πολιτικό πεδίο.
Εκτιμάμε ότι η πολιτική συσπείρωση των αγωνιστών/στιών της Αριστεράς, ξεκινώντας από τους αγώνες και προχωρώντας στα ζητήματα του αναγκαίου πολιτικού «μετώπου», είναι η δύναμη που μπορεί να βοηθήσει καταλυτικά στο ξεπέρασμα του στείρου σεχταρισμού που, στις σημερινές συνθήκες, ισοδυναμεί με την παθητική παραίτηση από κεντρικά πολιτικά καθήκοντα και υποχρεώσεις».
Η συνέχεια
Η κατεύθυνση της απόφασης του ΠΣ της ΛΑΕ δίνει τη δυνατότητα για κλιμάκωση της κοινής πάλης, όπως και για τη διεκδίκηση της αναγκαίας μετωπικής προσπάθειας των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Σε αυτή την κατεύθυνση θα συνεχίσουμε την κοινή προσπάθεια, θεωρώντας ότι οι πολιτικές εξελίξεις, αλλά και οι εμπειρίες των αγωνιστών-στριών της ΛΑΕ, θα δώσουν τις ευκαιρίες για ένα καλύτερο ξεκαθάρισμα της πολιτικής γραμμής, που θεωρούμε ότι εξακολουθεί να είναι αναγκαίο. 

 

Η ΛΑΕ, η Αριστερά, οι προοπτικές

Του Αντώνη Νταβανέλου

Η πάλη μας σήμερα ξετυλίγεται σε συνθήκες ουσιωδώς διαφορετικές από το 2015.
Το μνημονιακό τσάκισμα των μισθών και των εργατικών δικαιωμάτων έχει δημιουργήσει τη βάση για αύξηση των κερδών σημαντικού τμήματος των επιχειρήσεων. 
Στην Ευρώπη (π.χ. στην Ιταλία), αλλά και στις ΗΠΑ (π.χ. με τα μέτρα «εμπορικού πολέμου» που ανακοίνωσε ο Τραμπ) εμφανίζονται αστικές πολιτικές που επιμένουν στις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις, αλλά διαφοροποιούνται πλέον από το μοντέλο «μνημόνια» ή και γενικότερα από την επιμονή στην «παγκοσμιοποίηση». 
Σε αυτές στις συνθήκες –και ειδικότερα στην Ελλάδα!– η αντίθεση μνημόνιο-αντιμνημόνιο παραμένει ένα ενεργό κοινωνικό και πολιτικό «ρήγμα», όμως η παρέμβαση της Αριστεράς πάνω σε αυτό οφείλει να έχει πολύ πιο καθαρές τις επιλογές του αντικαπιταλισμού. Η σύγκρουση δεν θα κριθεί από γενικόλογες αναφορές περί «ανάπτυξης» (οι επιχειρήσεις ήδη γνωρίζουν μια ανάπτυξη, αιματηρή για τους εργάτες, αλλά ανάπτυξη στα κέρδη τους…), αλλά από τη δυνατότητα της Αριστεράς να θέσει στην πρώτη γραμμή των επιλογών τα κύρια στοιχεία του «κοινωνικού ζητήματος»: μισθοί, συντάξεις, εργασιακά δικαιώματα, δαπάνες…
Γραμμή για τα εθνικά
Σε αυτό το πλαίσιο, η αντιμετώπιση της ιμπεριαλιστικής πολιτικής στην περιοχή και η γραμμή για τα λεγόμενα εθνικά ζητήματα έχει ιδιαίτερη σημασία.
Πρέπει να απορριφθεί η κληρονομιά μιας «πασοκικής αφήγησης» σε αυτά τα ζητήματα. Μετά το 1974 καλλιεργήθηκε συστηματικά η αντίληψη ότι ο ιμπεριαλισμός κρύβεται παγίως πίσω από τον τουρκικό παράγοντα, ενώ το ελληνικό κράτος (μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ!) παρουσιαζόταν ως δικαίως αμυνόμενο και πολιορκούμενο. Πρόκειται για έναν εκφυλισμό του δίκαιου αντιαμερικανισμού και του αντιιμπεριαλισμού, που οδηγούσε σε συμφιλίωση με τον ελληνικό εθνικισμό. 
Σήμερα οι αντιλήψεις αυτές έρχονται σε άμεση σύγκρουση με την επικαιρότητα.
Μετά από τρία πραξικοπήματα, η Τουρκία του Ερντογάν είναι σε ανοιχτή ρήξη με τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Το κλείσιμο της βάσης του Ιντσιρλίκ, η επιδείνωση των σχέσεων με το κράτος του Ισραήλ και η αγορά των ρωσικών S-400, είναι παραδείγματα που δεν είναι δυνατόν να υποτιμούνται. 
Το τρέχον σχέδιο των Μεγάλων Δυνάμεων στηρίζεται στον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου κυρίαρχα, σχεδόν αποκλειστικά, μεταξύ του άξονα των «προθύμων»: Ισραήλ-Αίγυπτος-Κύπρος-Ελλάδα. Αυτό υπογραμμίζεται από τις εταιρίες-μαμούθ που έχουν αναλάβει τις εξορύξεις στις ΑΟΖ, αλλά και από τους στόλους που πλέουν στο πλευρό τους.
Στα Δυτικά Βαλκάνια, η επέκταση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ προβλέπει ρόλο «τοπικού συντονιστή» στο ελληνικό κράτος και στην ελληνική κυβέρνηση. Το Gorna Makedonia θα είναι ένας θρίαμβος για την ελληνική διπλωματία, μετά την αναγνώριση της γειτονικής χώρας από περισσότερα από 100 κράτη (μεταξύ τους η Ρωσία!) με το όνομα Δημοκρατία της Μακεδονίας. 
Αυτό το σχέδιο εξυπηρετεί ασύστολα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, επιδιώκοντας την καταγραφή «εθνικών επιτυχιών». Η κριτική που τους χρειάζεται είναι ότι πρόκειται για τυχοδιώκτες και απολύτως υποταγμένους στον ιμπεριαλισμό και όχι ότι είναι «ψοφοδεείς» και υποχωρητικοί.
Με άξονα την αντίθεση στους εξοπλισμούς –η Ελλάδα της κρίσης διεκδικεί 4 φρεγάτες FREM!– πρέπει να αναδείξουμε τη στενή και αναγκαία σύνδεση ανάμεσα στο αντιπολεμικό, στον αντιιμπεριαλισμό και στην αντιλιτότητα. Μόνο έτσι μπορούμε να φράξουμε το δρόμο στην εθνικιστική ακροδεξιά και στους φασίστες, που ξεθάρρεψαν μετά τα συλλαλητήρια. 
Μέτωπο της 
Ριζοσπαστικής Αριστεράς

Ποιο «μέτωπο» μπορεί να σηκώσει αυτόν το συνδυασμό καθηκόντων;
Εμείς απαντάμε καθαρά. Το μέτωπο των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ένας «πόλος» ΛΑΕ-ΑΝΤΑΡΣΥΑ-ΑΡΚ-ΟΝΡΑ κ.ά., που μπορούν να γίνουν σημείο αναφοράς του κόσμου που απογοητεύεται και εγκαταλείπει το καράβι του ΣΥΡΙΖΑ.
Μια, όποια, διεύρυνση αυτού του πόλου προς την κατεύθυνση «πατριωτικών» ομάδων ή προσωπικοτήτων όχι μόνο δεν προσθέτει υπαρκτές δυνάμεις, αλλά αντίθετα διαλύει. Γιατί διαλύει το πολιτικό «μήνυμα», την πολιτική βάση, τη στρατηγική κατεύθυνση. Τέτοιος χώρος πολιτικής ενότητας απλώς δεν υπάρχει και όποιες σκέψεις εξακολουθούν να απασχολούν, πρέπει να απωθηθούν. 
Κάποιοι σύντροφοι αντιπαραθέτουν το πρόβλημα του σεχταρισμού και του μικροηγεμονισμού, ένα πρόβλημα υπαρκτό, που έχει μέχρι σήμερα εμποδίσει την πολιτική συνεργασία της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Δεν πρέπει να αποδεχθούμε αυτό το πρόβλημα ως οριστικό και μακροχρόνια καθοριστικό. Πρέπει να επιμείνουμε στην πολιτική της συνεργασίας με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και να υπογραμμίσουμε αυτή την πολιτική με πρωτοβουλίες από τα κάτω. 
Η ζωντανή εμπειρία των αγωνιστών/στριών της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ο συνδυασμός της ενότητας στη δράση μέσα στους αγώνες με την υποστήριξη της συνεργασίας στο πολιτικό πεδίο, είναι κατά τη γνώμη μας η απάντηση που μπορεί να κάμψει το σεχταρισμό και τον ηττοπαθή μικροηγεμονισμό. 
(Απόσπασμα από την ομιλία στο ΠΣ της ΛΑΕ).

 

«Να συμβάλουμε καθοριστικά στη 
δημιουργία κινημάτων αντίστασης»

Της Μάνιας Μπαρσέφσκι

Στο διάστημα που πέρασε, υπήρξαν πολλές φορές που η ΛΑΕ μάς έκανε περήφανους και περήφανες. Η εικόνα των συντρόφων και των συντροφισσών μας να συγκρούονται με τα ΜΑΤ μπροστά στα συμβολαιογραφικά γραφεία, προσπαθώντας να ματαιώσουν πλειστηριασμούς λαϊκής κατοικίας και περιουσίας, η άμεση και θαρραλέα αλληλεγγύη που έδειξαν τα μέλη και τα στελέχη μας στους ανθρώπους που αγωνίζονταν δίπλα μας και χτυπιούνταν από τις δυνάμεις καταστολής, όχι μόνο μας χάρισαν πολιτική ανάταση, αλλά και άνοιξαν κινηματικούς δρόμους. Στο μέτωπο των πλειστηριασμών, πράγματι, πρέπει να προσπαθήσουμε για μια «πανστρατιά» των συντρόφων και των συντροφισσών μας. Παράλληλα, πρέπει να περιφρουρήσουμε τα μετωπικά χαρακτηριστικά του κινήματος κατά των πλειστηριασμών, σεβόμενοι/ες τις πολιτικές ευαισθησίες των συναγωνιστών μας που δεν μετέχουν στη ΛΑΕ. 
Ωστόσο, το μέτωπο κατά των πλειστηριασμών δεν φτάνει. Παρά την απογοήτευση που διακατέχει πολλούς αγωνιστές της προηγούμενης περιόδου, που είδαν τις ελπίδες τους να απαξιώνονται και να καταρρέουν με τη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ, πρέπει με την ίδια ζέση να αναλάβουμε πρωτοβουλίες για να ξεσηκώσουμε τους ανθρώπους και να συμβάλουμε καθοριστικά στη δημιουργία κινημάτων αντίστασης στις ιδιωτικοποιήσεις, στα εργασιακά, στο Προσφυγικό, στην καταστολή... Ήδη βλέπουμε να ξεπηδούν κινηματικές αντιστάσεις ανάμεσα στους εργαζόμενους, τους καθηγητές, τους μαθητές, τους συνταξιούχους. Πρέπει, όπως επισημαίνεται και από την κεντρική εισήγηση στο ΠΣ, να ενισχύσουμε τις παρεμβάσεις και τη συμμετοχή μας και στα μέτωπα αυτά. 
Υπήρξαν όμως και αρκετές φορές, πρόσφατα, που πολλοί από εμάς, όπως οι σύντροφοι και οι συντρόφισσες του Κόκκινου Δικτύου, αισθανθήκαμε ότι δεν βαδίζουμε σωστά. Παρά τη σαφή αντίθεση της ΛΑΕ στα συλλαλητήρια για το όνομα της Μακεδονίας, που εκφράστηκε, μεταξύ άλλων, και με τη συμμετοχή της στην αντεθνικιστική διαδήλωση για την επέτειο των Ιμίων, υπήρξαν δημόσιες παρεμβάσεις στελεχών της ΛΑΕ (ή «φιλοξενία» εθνικιστικών απόψεων μη μελών μας σε ιστοσελίδες που όμως εκφράζουν πλειοψηφικά τις θέσεις της ΛΑΕ) οι οποίες εξέπεμψαν αμφίσημα μηνύματα. Που επιχειρούσαν να δώσουν «αντισυστημικό» πρόσημο στη συμμετοχή στο συλλαλητήριο που οργάνωσαν δεξιές και ακροδεξιές δυνάμεις (και που επανέφερε στο πολιτικό προσκήνιο τη ναζιστική Χρυσή Αυγή), πιέζοντας συγχρόνως για την υιοθέτηση μιας πιο «ανένδοτης» στάσης στα «εθνικά» ζητήματα.
Η κριτική μας στην κυβέρνηση πρέπει να γίνεται αποκλειστικά από αριστερή σκοπιά, από τη σκοπιά της καταγγελίας του ρόλου της κυβέρνησης ως τοποτηρητή των πολιτικών του ΝΑΤΟ, της ΕΕ και των συμφερόντων του ελληνικού κεφαλαίου στην περιοχή. Χωρίς όμως να αφήνει κανένα περιθώριο ανοχής σε εθνικιστικές αντιλήψεις που στρεβλώνουν το ταξικό περιεχόμενο του αγώνα που πρέπει να διεξαγάγουμε. Δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση, τουλάχιστον σε αυτή την περίοδο, να μιλάμε σοβαρά για «αλυτρωτισμό» της γειτονικής Μακεδονίας, τη στιγμή μάλιστα που η ίδια αντιμετωπίζει επικίνδυνες αντιθέσεις ανάμεσα στις εθνότητες που τη συναπαρτίζουν, με επικίνδυνες προεκτάσεις για όλη τη Βαλκανική. Η πολιτική που ασκεί σήμερα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ εντείνει αυτούς τους κινδύνους. Και αυτό είναι που πρέπει να καταγγέλλουμε.

 

«Να υπηρετήσουμε την υπόθεση 
της ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής 
Αριστεράς που απαιτεί η εποχή μας»

Του Παναγιώτη Σωτήρη,μέλους της Πολιτικής Γραμματείας της ΛΑΕ

Π ρέπει να παραδεχτούμε ότι η ιδιαίτερη κοινωνική και πολιτική δυναμική που ορίστηκε ως «αντιμνημονιακό κίνημα», δηλαδή ένα βαθύ κοινωνικό και πολιτικό ρήγμα που ρευστοποίησε προηγούμενες μορφές αναγνώρισης και διαμόρφωσε μια ανοιχτή κρίση εκπροσώπησης που επέτρεψε την ενίσχυση της Αριστεράς, σήμερα δεν υπάρχει. 
Η κοινωνική κρίση είναι εδώ, το ίδιο και οι βαθύτερες δυναμικές της πολιτικής κρίσης, όμως ο συσχετισμός έχει αλλάξει μετά όχι μόνο τη μετατόπιση του ΣΥΡΙΖΑ στις μνημονιακές πολιτικές, αλλά και τη διαπίστωση της στρατηγικής ανεπάρκειας της Αριστεράς και της ήττας του λαϊκού κινήματος. 
Εάν ισχύει η παραπάνω διαπίστωση, αυτό πρώτα και κύρια δίνει ξεχωριστή προτεραιότητα σε μια σειρά από ζητήματα:
Πρώτα απ’ όλα στο ζήτημα του προγράμματος. Χρειάζεται προγραμματική επεξεργασία που να συμβάλλει στην ανάγκη ανασύνθεσης της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Αυτό πρώτα και κύρια σημαίνει πρόγραμμα που να εκπροσωπεί τις υποτελείς τάξεις υπό την ηγεμονία της εργατικής τάξης.
Έπειτα στο θέμα του κινήματος. Είναι πολύ σημαντική η δουλειά που έχουμε κάνει στη μάχη των πλειστηριασμών, που είναι ένα κεντρικό μέτωπο. Όμως, θα ήταν λάθος να πιστέψουμε ότι είναι το μόνο κοινωνικό μέτωπο ή ότι μπορούμε να πάμε όλο το επόμενο διάστημα μόνο με το μέτωπο των πλειστηριασμών. Χρειάζεται παρέμβαση και σε άλλα μέτωπα. Στην εκπαίδευση για πρώτη φορά μετά από χρόνια έχουμε ένα μεγάλο εκπαιδευτικό κίνημα για το θέμα των διορισμών. Όμως, δεν μας έχει απασχολήσει στην κλίμακα που θα έπρεπε. Χρειάζεται να δούμε και άλλα κρίσιμα μέτωπα: αυτό που αφορά την ανάκτηση δικαιωμάτων ειδικά για τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Αυτό που αφορά την αντιφασιστική και αντιρατσιστική δράση. Αυτό που αφορά τα ζητήματα των ιδιωτικοποιήσεων και της εμπορευματοποίησης των ελεύθερων χώρων (Ελληνικό κ.λπ.).
Το τρίτο σημείο αφορά τη στάση απέναντι στα λεγόμενα «εθνικά ζητήματα». Εδώ χρειάζεται να γίνει σοβαρή συζήτηση. Εγώ δεν έχω πρόβλημα να θεωρήσω ορθή μια διατύπωση «κινδυνεύουμε με εθνικές περιπέτειες», αρκεί να ξεκαθαρίσουμε τι εννοούμε «εθνικές περιπέτειες». Στη δική μας οπτική αυτό θα σήμαινε τη διαπίστωση ότι σήμερα, η νέα επιθετικότητα των μερίδων του τουρκικού συνασπισμού εξουσίας που συνασπίζονται πίσω από τον Ερντογάν, που έρχεται και ως αποτέλεσμα των αντιφάσεων που εσωτερικεύει από την εμπλοκή στο Συριακό, σε συνδυασμό με την επικίνδυνη πρόσδεση της ελληνικής κυβέρνησης στον άξονα με τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και την Αίγυπτο (ύστερα και από την πραγματική υποχώρηση ισχύος που σήμαινε η μνημονιακή περίοδος) και στο φόντο του ανταγωνισμού των αστικών τάξεων, μπορεί να οδηγήσει σε νέο κύκλο έντασης και σε θερμά επεισόδια, που, ακόμη και εάν δεν πάρουν μορφή μεγάλης πολεμικής σύγκρουσης, θα αξιοποιηθούν για την εμπέδωση ενός αυταρχικού κλίματος πειθάρχησης και για τη μετατόπιση του πολιτικού συσχετισμού δύναμης ακόμη πιο δεξιά. 
Μια τέτοια οπτική βάζει ως πρώτη προτεραιότητα όχι κάποια αριστερή εκδοχή «πατριδοκαπηλίας» ή κάτι του τύπου «Βυθίσατε το Χόρα», αλλά την ιεράρχηση ως πρώτου καθήκοντος του αγώνα για την ειρήνη και τη ρήξη με τον ιμπεριαλισμό, με ένα αντιπολεμικό, αντιιμπεριαλιστικό και διεθνιστικό κίνημα.
Για παράδειγμα, ενώ μπορεί κανείς να μιλήσει, με τους όρους που ανέφερα παραπάνω, για τουρκική επιθετικότητα, δεν ισχύει το ίδιο για το Μακεδονικό. Είναι λάθος να λέμε ότι σήμερα απειλούμαστε από τον υποτιθέμενο αλυτρωτισμό του «Συντάγματος της Δημοκρατίας της Μακεδονίας». Είναι λάθος να υπάρχουν φωνές που υποστηρίζουν ότι τα συλλαλητήρια μπορούσαν να είναι πεδίο παρέμβασης. Ήταν λάθος που η ΛΑΕ δεν έβγαλε τοποθέτηση, ενώ υπήρχε η δυνατότητα, που να τοποθετείται και απέναντι στην επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια και κατά του εθνικισμού κάνοντας καμπάνια ενάντια στα εθνικιστικά συλλαλητήρια του μίσους. Γιατί δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι το Μακεδονικό ποτέ δεν ήταν «εθνικό θέμα». Υπόθεση της δεξιάς και της ακροδεξιάς ήταν πάντα, τόσο πριν όσο και μετά τον Εμφύλιο, καθώς πριν και μετά τον Εμφύλιο, τμήματα του κράτους δοκίμασαν κάτι που ήταν κοντά σε μια «επιχείρηση εθνοκάθαρσης» των σλαβομακεδόνων.
Το τέταρτο σημείο αφορά το πώς πηγαίνουμε για την υπόθεση της Αριστεράς. Εδώ χρειάζεται πια να κάνουμε μια αποτίμηση και να δούμε ποιοι χωράνε σε αυτή τη συζήτηση και ποιοι όχι. 
Για εμάς είναι πια σαφές ότι δεν χωρούν στη συζήτηση για το μέτωπο δυνάμεις που εδώ και καιρό υιοθέτησαν ακροδεξιές και αντιμεταναστευτικές/αντιπροσφυγικές απόψεις. Δεν χωρούν δυνάμεις που κάλεσαν ανοιχτά στα εθνικιστικά συλλαλητήρια του μίσους, υιοθετώντας ανάλογες απόψεις, που προγραμματικά κινούνται σε ανταγωνιστικές προς την Αριστερά απόψεις και που υιοθετούν μια προσωποκεντρική και αρχηγοκεντρική αντίληψη της πολιτικής. Δεν χωρούν «προσωπικότητες» που με τις δημόσιες τοποθετήσεις ή με τις εμφανίσεις τους στα συλλαλητήρια ντρόπιασαν την προηγούμενη ιστορία και τη στράτευσή τους.

 

«Να απευθυνθούμε στο ακροατήριο της κοινωνικοπολιτικής Αριστεράς»

Της Μαριάνας Τσίχλη,μέλους της Πολιτικής Γραμματείας της ΛΑΕ
 

Για να μπορέσει όμως να ανταποκριθεί στις δυνατότητες και τις αναγκαιότητες της περιόδου, η ΛΑΕ πρέπει να επιλέξει συγκεκριμένο προσανατολισμό, προγραμματικό, φυσιογνωμίας και συμμαχιών, από τον οποίο δεν πρέπει να υπάρχουν αποκλίσεις και αμφιταλαντεύσεις. Είναι σαφές ότι, σε κοινωνικό επίπεδο, το πρόγραμμα της ΛΑΕ απευθύνεται και μπορεί να εκφράσει συγκεκριμένα στρώματα: την εργατική τάξη, τα καταστρεφόμενα μικροαστικά στρώματα, τη νεολαία, τους ανέργους. Δεν υπάρχει χώρος έκφρασης, στην πολιτική στρατηγική που αποκρυσταλλώνεται στο μεταβατικό πρόγραμμα, τμημάτων της αστικής τάξης, ούτε της «μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας», η οποία αποτελεί τη ραχοκοκαλιά του ελληνικού κεφαλαίου. Επιπλέον, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε ότι, λόγω των πολιτικοϊδεολογικών αποτελεσμάτων που προκάλεσε η εφαρμογή της αναδιάρθρωσης και η νεοφιλελεύθερη προσαρμογή του ΣΥΡΙΖΑ, το μπλοκ που αποτελούσε το 62% του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα –ακόμα και για όσους το αντιμετώπιζαν ως κάτι ενιαίο και με λίγες αντιφάσεις– έχει σε μεγάλο βαθμό αποδυναμωθεί, ενώ η ούτως ή άλλως υποθετική ενότητα έχει διαρραγεί. Σήμερα πρέπει να απευθυνθούμε κατά βάση στο ακροατήριο της κοινωνικοπολιτικής Αριστεράς, χωρίς καμία αυταπάτη απεύθυνσης σε «εθνικά ακροατήρια». Αυτό αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη φυσιογνωμία και μια τοποθέτηση που αφενός θα πρέπει να είναι διεισδυτική σε αυτό το ακροατήριο και αφετέρου να μην υπονομεύει την ανάπτυξη πολιτικών συμμαχιών με την ευρύτερη ριζοσπαστική Αριστερά και να μην ενισχύει τα επιχειρήματα σεχταριστικών ρευμάτων στο εσωτερικό αυτών των δυνάμεων. Με αυτή την έννοια, ήταν λανθασμένες οι τοποθετήσεις που δεν καταδίκασαν χωρίς καμία περιστροφή τα εθνικιστικά συλλαλητήρια και ανέδειξαν ως μείζον ζήτημα τον δήθεν θεσμικό αλυτρωτισμό της ΠΓΔΜ. Ήταν τοποθετήσεις που δεν αντιστοιχούν στην πραγματικότητα. 
Σε επίπεδο συμμαχιών, ορθά εκτιμούμε ότι υπάρχουν οι προϋποθέσεις, πολιτικές και προγραμματικές, για τη συγκρότηση ενός μετώπου των δυνάμεων της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Σε μια πολιτική συμμαχία με κέντρο το μεταβατικό πρόγραμμα μπορούν να ενταχθούν οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δηλαδή η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά και οι δυνάμεις που ήρθαν σε ρήξη με το ΣΥΡΙΖΑ το 2015 (ΔΙΡΙΖΑ, Ανασύνθεση ΟΝΡΑ, ΑΡΚ κ.λπ.). Με αυτή την έννοια, πρέπει να αποτιμηθεί θετικά η απόφαση της ΠΓ της ΛΑΕ να απευθύνει πρόταση συνεργασίας (κινηματικής αλλά και πολιτικής) κατά προτεραιότητα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Είναι σαφές ότι η πρόταση αυτή θα συναντήσει προβλήματα και αρνήσεις, στο βαθμό που, δυστυχώς, η πλειοψηφική κατεύθυνση εντός της ΑΝΤΑΡΣΥΑ επιλέγει μια βαθιά σεχταριστική πολιτική κατεύθυνση, η οποία έχει αποτυπωθεί σε μια σειρά κοινωνικούς χώρους, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη σπουδάζουσα νεολαία. Ωστόσο, σε αυτή την κατεύθυνση πρέπει να επιμείνουμε. Σε ό,τι αφορά στην Πλεύση Ελευθερίας, παρά τα υπαρκτά προβλήματα που συμπυκνώνονται στη θέση που πήρε με το Μακεδονικό και τα εθνικιστικά συλλαλητήρια, πρέπει να διερευνηθεί αν υπάρχουν δυνατότητες εκλογικής συνεργασίας. Το βασικό κριτήριο αποτελεί η συμφωνία στις βασικές πλευρές του μεταβατικού προγράμματος και της δυνατότητας να καθοριστεί μια τέτοια εκλογική συνεργασία από μια ριζοσπαστική, αριστερή τοποθέτηση και πρακτική. Τέλος, αντιφατικές δυνάμεις στις οποίες ενυπάρχουν και μισαλλόδοξα και εθνικιστικά χαρακτηριστικά, όπως είναι το ΕΠΑΜ, δεν μπορούν να ενταχθούν σε συζήτηση για πολιτική συνεργασία.
Παρά τις δυσκολίες που διαμορφώνονται πρωτίστως από την ύφεση των κοινωνικών αγώνων, αλλά και από τη στάση τμημάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η ΛΑΕ πρέπει να πάρει άμεσα πολιτικές πρωτοβουλίες. Όχι μόνο σε επίπεδο κεντρικό πολιτικό, αλλά και στα επιμέρους μέτωπα. Στην αυτοδιοίκηση, στο εργατικό, στη νεολαία, πρέπει να ενεργοποιηθούν διαδικασίες συγκρότησης κοινών πολιτικοσυνδικαλιστικών συσπειρώσεων. Στα μεγάλα μέτωπα της περιόδου (ιδιωτικοποιήσεις, αντιιμπεριαλιστικό-αντιπολεμικό, πλειστηριασμοί) θα πρέπει να επιδιωχθεί όχι απλώς κοινή δράση στους μαζικούς αγώνες, αλλά ευρύτερες πολιτικές συγκλίσεις και συντονισμός. Μια τέτοια κατεύθυνση μπορεί πράγματι να συμβάλει στην ανάπτυξη των αγώνων, αλλά και στο αριστερό ριζοσπαστικό μέτωπο που είναι απολύτως αναγκαίο σήμερα.