«Ανυπολόγιστη η αξία του φυσικού πλούτου που εκποιούν»

Η κυβέρνηση «ξαφνικά» αποφάσισε να φέρει ένα νομοσχέδιο για τις παραλίες και τον αιγιαλό που καταπατά διεθνείς και ευρωπαϊκές συνθήκες και συμβάσεις, παγκόσμιες διακηρύξεις, άρθρα του ελληνικού συντάγματος, ενώ συγχρόνως απαλλάσσει από χωροταξικές και πολεοδομικές διατάξεις όποιους θεωρεί «επενδυτές». Ποιο είναι σε γενικές γραμμές το περιεχόμενο του νομοσχεδίου και γιατί πιστεύεις ότι κατατίθεται τώρα;
Η κυβέρνηση φέρνει το νομοσχέδιο για τον αιγιαλό και τις παραλίες, όπως και αυτό της «μικρής ΔΕΗ», γιατί μέχρι σήμερα δεν έχει, ευτυχώς, καταφέρει, παρά σε μικρό βαθμό, να προχωρήσει σε ιδιωτικοποιήσεις δημόσιου πλούτου και δημόσιων αγαθών. Αφού λεηλάτησε την παραγωγή, την εργασία και τις αποταμιεύσεις των λαϊκών τάξεων, στρέφεται τώρα στις λεγόμενες «αποκρατικοποιήσεις» και στην εκποίηση ή παραχώρηση προς εκμετάλλευση στο μεγάλο κεφάλαιο πολιτισμικών και περιβαλλοντικών αγαθών.
Το σχέδιο νόμου για την «οριοθέτηση, διαχείριση και προστασία αιγιαλού και παραλίας», που έχει συναντήσει πάνδημη ελληνική και διεθνή κατακραυγή, οδηγεί σε μη αναστρέψιμη καταστροφή το παράλιο, παραλίμνιο και παραποτάμιο φυσικό και πολιτισμικό κεφάλαιο της χώρας, καθώς αίρει την κατά προτεραιότητα προστασία των οικοσυστημάτων, επιτρέποντας επεμβάσεις στο ανεπανάληπτο και πολύμορφο ελληνικό τοπίο, με την ιδιαίτερη ταυτότητα της βιοποικιλότητας, της εναλλαγής και της μικροκλίμακας.
Το σχέδιο νόμου καταργεί την απρόσκοπτη κοινωνική πρόσβαση στις περιοχές που αναφέρεται και οι οποίες αποτελούν δημόσια κτήση, δηλαδή κοινόχρηστα αγαθά, προσβάσιμα σε όλους τους πολίτες. Καταργεί δηλαδή έναν τρόπο κοινωνικής συμβίωσης/συλλογικής αναψυχής που έχει διαμορφωθεί σε βάθος χρόνου και αφορά τα εκατομμύρια κατοίκων της χώρας. 
Το σχέδιο νόμου παραδίδει στο ιδιωτικό κεφάλαιο προς εκμετάλλευση έναν φυσικό και πολιτισμικό πόρο ανυπολόγιστης αξίας, καθώς αυτός φέρει ιδιαίτερα, μοναδικά χαρακτηριστικά, που σε αρκετές περιπτώσεις έχουν οδηγήσει στη θεσμοθέτηση περιοχών ως εξαιρετικού φυσικού κάλλους. Είναι αδιανόητο το ότι στις παραχωρούμενες εκτάσεις μπορεί να περιλαμβάνονται «κηρυγμένοι αρχαιολογικοί χώροι, μνημεία, ιστορικοί τόποι ή προστατευόμενες περιβαλλοντικά περιοχές, τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους ή ευπαθή οικοσυστήματα, με σύμφωνη γνώμη των κατά περίπτωση αρμόδιων υπουργείων». 
Με την επιτρεπόμενη εντατική εκμετάλλευση, οι παράλιες, παραλίμνιες και παραποτάμιες ζώνες πρόκειται να αλλοιωθούν ως προς το φυσικό τους ανάγλυφο και να δομηθούν, οδηγώντας σε απρόσωπα και καταρρέοντα πρότυπα τουριστικής ανάπτυξης μαζικού, all inclusive τουρισμού (Τυνησία, Ισπανία, Τουρκία) και σε φούσκα ακινήτων, δηλαδή σε πληθωρισμό εγκαταστάσεων διαμονής και αναψυχής.
Η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα των ακτών, αλλά και των δασών και όλων των ελεύθερων χώρων, αποτελεί μια ευκαιρία επανεμφάνισης μαζικών και ζωντανών τοπικών κινημάτων, που μπορούν να δώσουν νέα ώθηση στην ανασυγκρότηση του κινήματος στο σύνολό του; Η συγκέντρωση των αιτημάτων του κόσμου που πλήττεται υπέρ των συμφερόντων των λίγων, όπως στην περίπτωση του Podemos, είναι εφικτή στην Ελλάδα και πώς θα μπορούσε να ξεκινήσει;
Πράγματι, το ζήτημα των ακτών συνάντησε πάνδημη αντίδραση ακόμα και βουλευτών της ΝΔ και έφερε κοντά μεγάλα και μικρά περιβαλλοντικά κινήματα, ομάδες πολιτών, επιστημονικές οργανώσεις και δημοτικές κινήσεις. 173 φορείς που συγκροτούν το ΔΙΚΤΥΟ ΑΚΤΕΣ ΩΡΑ ΜΗΔΕΝ προσυπογράφουν ήδη το κοινό ψήφισμα ζητώντας την οριστική απόσυρση του νομοσχεδίου –έχει αποσυρθεί αλλά περιμένουμε να επανακατατεθεί σ’ ένα θερινό τμήμα της Βουλής– ενώ οι υπογραφές ελλήνων και αλλοδαπών πολιτών (υπογράφουμε στην πλατφόρμα Avaaz.org) ξεπερνούν τις 150.000. Σ’ όλη την Ελλάδα υπάρχουν κινητοποιήσεις, εκδηλώσεις, αντιδράσεις. 
Το Podemos συμπυκνώνει, κατά τη γνώμη μου, τις πιο πρωτότυπες σύγχρονες, συμμετοχικές και αντιγραφειοκρατικές μορφές εμπλοκής των από κάτω στην πολιτική. Ιστορικά τα οικολογικά και περιβαλλοντικά κινήματα έχουν προμετωπίδα τους την άμεση δημοκρατία, που αποτελεί και τον σίγουρο δρόμο προς τη μαζικότητα και την επιτυχία των στόχων τους. Πριν περάσουμε στα τελευταία μνημονιακά χρόνια, τα περιβαλλοντικά κινήματα είχαν τα περισσότερα θετικά αποτελέσματα.
Στην Ελλάδα δεν θα υπάρξει ή δεν θα μακροημερεύσει κυβέρνηση της Αριστεράς χωρίς κοινωνικούς αγώνες, χωρίς αυτοπρόσωπη εμπλοκή των λαϊκών τάξεων. Η ανάθεση που φαίνεται να προκρίνει ο ΣΥΡΙΖΑ θα αποδειχθεί ατελέσφορη οδός για τη ρήξη με τα μνημόνια και το σύστημα εξουσίας στην Ελλάδα και την ΕΕ.
Η «αποκέντρωση» των αιτημάτων και των διεκδικήσεων είναι μια ευκαιρία εμπέδωσης της συλλογικής συνεννόησης και των πολιτικοκοινωνικών συμμαχιών, μέσα από επιτροπές αγώνα, δημοτικές κινήσεις, τοπικές οργανώσεις της Αριστεράς, και καλλιέργειας κουλτούρας συμμετοχής, αντί της ανάθεσης; Ποιος χρειάζεται και μπορεί να πάρει την πρωτοβουλία γι’ αυτό;
Μιλώντας γενικά, η αποκέντρωση αποτελεί βασική διαδικασία για τον μαρασμό του κράτους και τη δημοκρατική αυτοδιοίκηση της κοινωνίας. Τα επιμέρους αιτήματα ενοποιούνται και από τα κάτω όταν υπάρχουν επιμέρους κινήματα, αντιστάσεις και αγώνες. Για παράδειγμα, όσοι και όσες αγωνίζονται για τις ακτές διαμορφώνουν ένα πολιτικό και ιδεολογικό οπλοστάσιο και εύλογα κατανοούν ότι αν η ενέργεια γίνει βασικός πυλώνας κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, ο αγώνας για τη σωτηρία του κλίματος δεν μπορεί να τελεσφορήσει. Αντιτίθενται δηλαδή στην πώληση τόσο της «μικρής ΔΕΗ» όσο και των ακτών, με κοινή βάση μια οικολογική οπτική που αποβλέπει στη σωτηρία του πλανήτη. Στο συγκεκριμένο θέμα των ακτών η κοινωνία έχει κινητοποιηθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ και τα κόμματα που διαφωνούν με την κυβέρνηση πρέπει να κρατήσουν τον διακριτό τους ρόλο και να στηρίξουν τα υπαρκτά κινήματα, σεβόμενα την αυτονομία τους.
Στην Κερατέα η μαζικότατη, επίμονη και δυναμική κινητοποίηση της κοινωνίας απέτρεψε τη δημιουργία «σύγχρονης» χωματερής. Στις Σκουριές της Χαλκιδικής οι κάτοικοι κινητοποιήθηκαν συνεχόμενα για πάνω από έναν χρόνο, για να καταφέρουν να εφαρμοστεί ο νόμος για μία μέρα, όπως εύστοχα παρατηρεί η Ελεάνα Ιωαννίδου στις «Οικοτριβές» του Ιουλίου. Η κυβέρνηση διαθέτει αστυνομία και δικαστήρια υπέρ ιδιωτικών συμφερόντων και χωρίς κανένα δισταγμό αψηφά νόμους και θεσμούς. Από τη μεριά μας δικαιούμαστε να πιστεύουμε πως για να νικήσουμε και να σώσουμε τους δημόσιους χώρους και τις ακτές αρκούν τα θεσμικά όργανα όπου συμμετέχει η δική μας Αριστερά, ακόμα και σε κορυφαίο επίπεδο; Η επίκληση των υπαρχόντων νόμων που παραβιάζονται, η τεχνοκρατική προσέγγιση των «ειδικών», τα «μέτωπα» κορυφής, είναι ικανά να φέρουν από μόνα τους την επικράτηση των λαϊκών συμφερόντων, χωρίς τη συλλογική και οργανωμένη παρέμβαση όσων τους αφορούν; 
Η Κερατέα και οι Σκουριές της Χαλκιδικής είναι εμβληματικά παραδείγματα μαζικών αγώνων που δεν κατάφερε να υποτάξει η πιο άγρια καταστολή. Ένα κίνημα χρησιμοποιεί όλα τα μέσα: τη γνώση των ειδικών, τα δικαστήρια, τις θέσεις και τη στήριξη των κομμάτων, των δημοτικών αρχών, ακόμα και τις αντιφάσεις μέσα στο κυβερνητικό μπλοκ. Αλλά όλα αυτά έχουν περιορισμένη αξία αν το κίνημα δεν είναι μαζικό και αν δεν έχει στόχο να ευαισθητοποιήσει και να κινητοποιήσει την κοινωνία. Όσον αφορά ειδικότερα τις ακτές, η αντισυνταγματικότητα και η παραβίαση διεθνών συνθηκών, όπως η συνθήκη της Βαρκελώνης, είναι ισχυρά όπλα στα χέρια μας, και αν η κυβέρνηση διστάζει να προχωρήσει στους αρχικούς σχεδιασμούς της αυτό οφείλεται και στο ότι μπορεί σημεία του νομοσχεδίου να εκπέσουν στα δικαστήρια. 
Πιστεύεις ότι είναι «πολυτέλεια» στις μέρες τις απίστευτης κρίσης και οικονομικής κατάρρευσης να ασχολούμαστε με το περιβάλλον; 
Όχι βέβαια. Εξήγησα και στην πρώτη ερώτηση τις ανυπολόγιστες ζημιές που θα υποστεί το φυσικό και πολιτιστικό κεφάλαιο της χώρας με τις μαζικές παραχωρήσεις σε ιδιώτες και τις καταστροφές των οικοσυστημάτων, των μνημείων της φύσης και του πολιτισμού. Αν οι ακτές μας γίνουν όπως οι ισπανικές, όχι μόνο θα υπάρξει φούσκα ακινήτων, πραγματικότητα που συμβαίνει ήδη στη Γλυφάδα και θα επιδεινωθεί αν πάρει ο Λάτσης το Ελληνικό, αλλά θα χάσουμε και όλα τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του τουρισμού. Οι επισκέπτες έρχονται στην Ελλάδα, έναντι π.χ. της Τυνησίας, της Ισπανίας ή της Τουρκίας, για τον μοναδικό χαρακτήρα των ακτών, των νησιών, των οικοσυστημάτων της. Αν αυτός καταστραφεί, γιατί να μας προτιμήσουν; 
Με την υποτιθέμενη ανάπτυξη των ελεύθερων χώρων, που τώρα θεωρούνται «αναξιοποίητοι», θα δημιουργηθούν τουλάχιστον θέσεις εργασίας για τους τόσους ανέργους;
Η Ελλάδα διαθέτει τουριστικές υποδομές μικρής και μεσαίας κλίμακας: διαμονή, εστίαση, αναψυχή, αγορές τοπικών προϊόντων. Η συγκέντρωση του κεφαλαίου που επενδύει στον τουρισμό είναι εξέλιξη ανταγωνιστική προς το πρότυπο που έχουμε σε γενικές γραμμές ακολουθήσει και το οποίο πρέπει να βελτιωθεί ως προς την τήρηση των περιβαλλοντικών όρων και των εργασιακών σχέσεων. Ο συγκεντρωτισμός και ο γιγαντισμός, που συνοδεύεται με το all inclusive, οδηγεί σε μαρασμό όλες τις εμπλεκόμενες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες κλείνουν και έτσι χάνονται χιλιάδες θέσεις εργασίας αυτοαπασχολούμενων και μισθωτών. 
Στην περίπτωση του Ελληνικού είχα καταθέσει μια εναλλακτική πρόταση στην εκποίηση του χώρου υπέρ της Lamda Development, που ήταν η ακόλουθη όσον αφορά την οικολογική/πολιτιστική «αναπτυξιακή» της διάσταση. Το Μητροπολιτικό Πάρκο μαζί με το Αθλητικό Κέντρο Αγίου Κοσμά αποτελούν έναν κεντρικό πόλο στέγασης και παραγωγής πολιτιστικών και περιβαλλοντικών εκδηλώσεων, που απευθύνονται σε επισκέπτες από το εξωτερικό, προφανώς και στους κατοίκους του λεκανοπεδίου. Οι επισκέπτες-τουρίστες θα μπορούν να έρχονται, λόγω και του ήπιου κλίματος της Αττικής, τουλάχιστον 8 μήνες το χρόνο, έχοντας έναν δεύτερο πόλο ενδιαφέροντος, συμπληρωματικό των μνημείων της αρχαίας Αθήνας. Οι εκδηλώσεις στο Μητροπολιτικό Πάρκο είναι το αρχικό ερέθισμα της άφιξης στην Ελλάδα (το ίδιο συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις) και συμπληρώνονται με επισκέψεις σε όλο το παραλιακό μέτωπο με τα σημαντικά μνημεία της φύσης και του πολιτισμού και τις θαυμάσιες παραλίες. Έτσι, δημιουργώντας ένα Μητροπολιτικό Πάρκο, ελάχιστου κόστους και προσβάσιμο σε όλους τους κατοίκους της Αττικής, όχι μόνο διασώζουμε τη φύση και το κλίμα, αλλά ζωντανεύουμε, επίσης, τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις των παρακείμενων δήμων και στηρίζουμε οικονομικά την ευρύτερη περιοχή του παράκτιου μετώπου.