Το πολεμικό ρεπορτάζ για τη Συρία «πύκνωσε» στη διάρκεια του καλοκαιριού, καθώς οι μάχες στην περιοχή κλιμακώθηκαν.

Οι δυνάμεις που υποστηρίζουν τον Μπασάρ Αλ Άσαντ έδειξαν πως έχουν την πρωτοβουλία κινήσεων στον εμφύλιο πόλεμο. Το Χαλέπι βρίσκεται υπό ασφυκτική πολιορκία και για ένα διάστημα έδειχνε έτοιμο να πέσει. Μια συντονισμένη αντεπίθεση των αντικαθεστωτικών, με τη στήριξη των πολιορκημένων κατοίκων (που διαδήλωναν στα μετόπισθεν κι έκαιγαν λάστιχα ελπίζοντας να δυσκολέψουν τα εχθρικά βομβαρδιστικά), έσπασε προσωρινά την πολιορκία. Αλλά οι μάχες (και οι ρωσικοί βομβαρδισμοί) συνεχίζονται. Επιπλέον, «στρατιωτική ηγεσία» της αντεπίθεσης ήταν η Τζαμπάτ Αλ Νούσρα (που άλλαξε όνομα, αλλά παραμένει η ίδια δύναμη). Η οργάνωση ενάντια στην εξουσία της οποίας διαδηλώνουν οι Σύροι αντικαθεστωτικοί επί μήνες στο Ιντλίμπ, είναι πιθανό πλέον να αναγνωρίζεται ως «αυτή που τους προστάτεψε» στο Χαλέπι.
Πιο νότια, ύστερα από συμφωνία, η Νταράγια εκκενώθηκε από αντάρτες και αμάχους (που μεταφέρονται στο Ιντλίμπ) και επανακαταλήφθηκε από τις δυνάμεις του Άσαντ. Πέρα από τη στρατιωτική της σημασία, η Νταράγια, στα προάστια της Δαμασκού, ήταν από τις πρώτες που εξεγέρθηκαν ενάντια στο καθεστώς και θεωρούνταν η «πρωτεύουσα» της πολιτικής ανυπακοής και αυτόοργάνωσης (εκεί είχε δράσει ο –νεκρός πια– Σύρος αναρχικός Ομάρ Αζίζ, που θεωρείται «πνευματικός πατέρας» της ιδέας των τοπικών συντονιστικών επιτροπών και συμβουλίων). Ήταν ένα τεράστιο συμβολικό πλήγμα για τις –θαμμένες κάτω από τα όπλα–  ελπίδες του 2011…
Κερδίζοντας έδαφος, οι δυνάμεις του Άσαντ επιχείρησαν να πλήξουν και τις κουρδικές θέσεις στη Χασάκα. Συγκρούσεις υπήρξαν και στο παρελθόν, αλλά για πρώτη φορά επί δύο μέρες χτυπήθηκαν οι κουρδικές περιοχές με πυροβολικό και αεροπορία, υποχρεώνοντας τις πολιτοφυλακές YPG να οργανώσουν μια μαζική έξοδο αμάχων από την πόλη. Η επίθεση φαίνεται να ανακόπηκε μετά από απαίτηση των ΗΠΑ,  που κινητοποίησαν και την πολεμική αεροπορία τους, επιβάλλοντας μια άτυπη «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» πάνω από τη Χασάκα. Ωστόσο το μέγεθος της επίθεσης και ο προπαγανδιστικός πόλεμος που ακολούθησε ενάντια στο κουρδικό PYD από μεριάς καθεστωτικών, δείχνουν πως ο Άσαντ φιλοδοξεί να ανακτήσει τον έλεγχο και των κουρδικών περιοχών. 
Στον πόλεμο κατά του Ισλαμικού Κράτους, σφίγγει ο κλοιός ενάντια στην τζιχαντιστική οργάνωση. Οι Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (η συμμαχία υπό την ηγεμονία του κουρδικού PYD) κατέλαβαν την πόλη Μαντζίμπ, με τη (φονική) βοήθεια της αμερικανικής αεροπορίας, ενώ πρόσφατα Σύροι αντικαθεστωτικοί με τη στρατιωτική κάλυψη της Τουρκίας (απόσπασμα ειδικών δυνάμεων, πυροβολικό, κάποια άρματα μάχης) κατέλαβαν την Τζαραμπλούς. Το ΙΚ δείχνει να χάνει κάθε διάδρομο ανεφοδιασμού της «πρωτεύουσάς» του, Ράκα, ενώ διεξάγεται ένας άγριος ανταγωνισμός για το ποιος θα ελέγξει τα εδάφη που εγκαταλείπει.
Οι Μεγάλες Δυνάμεις
Οι εξελίξεις στο πολεμικό πεδίο φυσικά αποτυπώνουν και πολιτικές επιλογές, ιδιαίτερα των ξένων δυνάμεων, που ο ρόλος τους στον συριακό εμφύλιο έχει γίνει πλέον καθοριστικός. Για τις ΗΠΑ, έχει γίνει σαφές ότι προτεραιότητα αποτελεί η καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους. Έχει γίνει επιπλέον σαφές ότι έχουν αποδεχτεί τον κεντρικό ρόλο της Ρωσίας. Αυτό το δεύτερο είναι ταυτόχρονα δείγμα αδυναμίας (η Μόσχα επέβαλε το ρόλο της με τα όπλα), αλλά και της αμερικανικής στρατηγικής, που ποτέ δεν «πόνταρε όλα τα λεφτά» σε μια αλλαγή καθεστώτος στη Συρία.
Αυτές οι επιλογές αντανακλώνται στο έδαφος. Πέρα από ευγενικές εκκλήσεις, πίσω από το μανδύα των «διεθνών οργανισμών», οι ΗΠΑ έχουν δώσει αντικειμενικά το ελεύθερο στη ρωσική αεροπορία να τσακίσει το Χαλέπι. Το «Κέντρο Επιχειρήσεων» στην Ιορδανία έδωσε πρόσφατα εντολή στους αντάρτες του Νότιου Μετώπου (τους πλέον φιλικούς προς τις ΗΠΑ) να μην επιχειρήσουν να ανακαταλάβουν την Νταράγια. Ήταν συνέχεια μιας παλιότερης εντολής να «αφοσιωθούν στον πόλεμο κατά των τζιχαντιστών και να σταματήσουν τις επιχειρήσεις κατά του στρατού του Άσαντ». Ο μεγάλος όγκος της αμερικανικής βοήθειας (σε όπλα, συμβούλους, αεροπορική κάλυψη) δίνεται στις κουρδικές πολιτοφυλακές, γιατί υλοποιούν (για δικούς τους λόγους) την αμερικανική πολιτική: ιεραρχούν τον πόλεμο κατά του ΙΚ πάνω από τη σύγκρουση με τον Άσαντ. 
Αυτή η τακτική ίσως αλλάξει, όταν πάψει να υπάρχει η απειλή του ΙΚ και ίσως επιστρέψει η Ουάσινγκτον στη γραμμή «να φύγει ο Άσαντ». Αλλά, καθώς η πιθανότητα αυτή (να καλύψει το κενό του Άσαντ το ΙΚ) έχει ήδη απομακρυνθεί μετά τα πλήγματα που έχει δεχθεί η τζιχαντιστική οργάνωση, φαίνεται πως έτσι κι αλλιώς κερδίζουν έδαφος οι φωνές του αμερικανικού κατεστημένου (όπως ο Κίσινγκερ) που επιμένουν πως «ο Άσαντ δεν είναι πρόβλημα». Ωστόσο, όταν έρθει η ώρα της «μοιρασιάς», κανείς δεν ξέρει τι μπορεί να συμβεί. Ιδιαίτερα όταν η «γερακίνα» Χίλαρι Κλίντον, σφοδρή πολέμια της «χλιαρής» πολιτικής Ομπάμα στη Μέση Ανατολή, διεκδικήσει την προεδρία των ΗΠΑ το Νοέμβρη. 
Η Ρωσία από τη μεριά της κερδίζει διαρκώς πόντους. Με τη στρατιωτική της παρέμβαση έσωσε τον Άσαντ, άλλαξε τη ροή του πολέμου, ακύρωσε ντε φάκτο μια «ζώνη απαγόρευσης πτήσεων» (θα έπρεπε το ΝΑΤΟ να καταρρίψει ρωσικά αεροσκάφη). Με την πρόσφατη σύσφιξη των σχέσεων με την Τουρκία (που έχει βαρύνοντα ρόλο στη στήριξη των αντικαθεστωτικών), σκόραρε μερικούς ακόμα πόντους στο γεωπολιτικό παιχνίδι. Η ενίσχυση των ισλαμιστικών φραξιών μέσα στην αντιπολίτευση και η απροθυμία τους να πολεμήσουν μόνο το ΙΚ και όχι τον Άσαντ, έχουν φέρει πιο κοντά ΗΠΑ και Ρωσία. Στην πρόσφατη συνάντηση Κέρι-Λαβρόφ στη Γενεύη, επικράτησε θετικό κλίμα ως προς το συντονισμό και την «αλληλοβοήθεια» των δύο υπερδυνάμεων στο να ξεχωρίσουν οι «εγκεκριμένοι» αντικαθεστωτικοί από τους «τρομοκράτες». Αυτό μπορεί να κάνει πιο εφικτή την «από τα πάνω» συνεννόηση που επιδιώκουν οι δύο δυνάμεις, αλλά με τη σειρά του ενισχύει ακόμα περισσότερο τις ισλαμικές οργανώσεις, που προτιμούν να συνασπιστούν με την Αλ Νούσρα και καταγγέλλουν τις δυνάμεις του FSA (που συνομιλούν με τις ΗΠΑ) ως «ενδοτικές»… 
Ο υιός Άσαντ δείχνει να έμαθε καλά την τέχνη του πατέρα του να αξιοποιεί διάφορα γεωπολιτικά συμφέροντα για να επιβιώνει. Αυτήν τη στιγμή έχει τη στήριξη της Ρωσίας και του Ιράν, διασφαλίζει την ανοχή των ΗΠΑ, δείχνει να αποκαθιστά διαύλους επικοινωνίας με την Τουρκία. Οι Σαούντ, που είχαν επενδύσει τα περισσότερα στην ανατροπή του, έχουν καθηλωθεί στον πολύ πιο ζωτικής σημασίας γι’ αυτούς πόλεμο στην Υεμένη. Κανείς πια δεν δείχνει να επιδιώκει στα σοβαρά το «να φύγει άμεσα ο Άσαντ» και ο δικτάτορας γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτός ως μέρος της λύσης (τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα). Αυτά στο εξωτερικό. Γιατί στο εσωτερικό της Συρίας, η παραμονή του Άσαντ στην εξουσία είτε θα γίνει αντιληπτή ως «αιτία συνέχισης του πολέμου», είτε θα γίνει αποδεκτή ως ήττα του αγώνα που ξέσπασε το 2011 προκειμένου να τερματιστεί ο πόλεμος και η καταστροφή.

Η εμπλοκή της Τουρκίας

Σοβαρός παράγοντας είναι η άμεση εμπλοκή της Τουρκίας στον πόλεμο, δυνάμεις της οποίας επιχειρούν πλέον από κοινού με φιλικούς προς την Άγκυρα αντικαθεστωτικούς αντάρτες, σε συριακό έδαφος. 
Η κατάληψη της Τζαραμπλούς έγινε εις βάρος του Ισλαμικού Κράτους, σε μια προσπάθεια του τουρκικού στρατού να απομακρύνει από τα σύνορά του το ΙΚ, το οποίο έχει οργανώσει σειρά επιθέσεων σε τουρκικό έδαφος. Αλλά είχε και δεύτερο στόχο, ο οποίος είχε γίνει σαφής από την ονομασία της επιχείρησης –«Ασπίδα του Ευφράτη». Πρόκειται για τη γνωστή απαίτηση της Τουρκίας το κουρδικό PYD και οι σύμμαχοί του στις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις (SDF) να μείνουν ανατολικά του Ευφράτη και να μη θέσουν υπό τον έλεγχό τους περιοχές δυτικά του ποταμού. 
Αρχικά, η επιχείρηση στρεφόταν «έμμεσα» –και αποτρεπτικά– κατά των κουρδικών πολιτοφυλακών. Τα εδάφη που αποσπούσαν από το ΙΚ οι αντάρτες, παίρνοντάς τα υπό τον έλεγχό τους, τα στερούσαν «ντε φάκτο» από το SDF που προέλαυνε. Τις τελευταίες ημέρες, ωστόσο, η επιχείρηση στράφηκε και άμεσα εναντίον των Κούρδων και των συμμάχων τους, με τον τουρκικό στρατό να χτυπά θέσεις του SDF και τους υποστηριζόμενους από αυτόν αντάρτες να προχωρούν νότια της Τζαραμπλούς, θέτοντας υπό τον έλεγχό τους εδάφη όπου δεν δραστηριοποιούνταν το Ισλαμικό Κράτος. 
Ο πόλεμος του Ερντογάν στρέφεται ενάντια σε δύο εχθρούς, το ΙΚ και τους Κούρδους της Συρίας, ενώ ταυτόχρονα υλοποιεί ένα πάγιο τουρκικό αίτημα: τη δημιουργία μιας «ζώνης-μαξιλάρι» στα τουρκικά σύνορα, η οποία α) θα μπορέσει μελλοντικά να συγκρατήσει τους πρόσφυγες, β) θα εμποδίσει την ένωση των κουρδικών καντονιών, γ) θα δώσει «χώρο» σε φιλικές προς την Τουρκία αντικαθεστωτικές δυνάμεις, που λειτουργεί ως «μάρκα» στο μεγάλο παζάρι των διεθνών διαπραγματεύσεων. 
Αν το ένα σκέλος, αυτό του πολέμου ενάντια στο ΙΚ, είναι σε σύμπλευση με την αμερικανική στρατηγική, η επίθεση στις κουρδικές περιοχές προκαλεί νέα επιδείνωση των σχέσεων με την Ουάσινγκτον. Λίγες μέρες μετά την επίσκεψη του Τζο Μπάιντεν στην Τουρκία, έμοιαζε να διαμορφώνεται ένα κλίμα συνεννόησης: Οι ΗΠΑ διασφάλισαν την «εθελοντική» (;) απόσυρση των κουρδικών δυνάμεων ανατολικά του Ευφράτη, καθώς ξεκινούσε η τουρκική επιχείρηση. Μετά την προέλαση των αντικαθεστωτικών, πύκνωσαν οι οργισμένες δηλώσεις Αμερικανών αξιωματούχων για τις «απαράδεκτες συγκρούσεις», οι εκκλήσεις προς όλες τις μεριές «να αφοσιωθούν στον πόλεμο κατά του ΙΚ», αλλά και η ωμή αποκάλυψη-«δόσιμο» της Τουρκίας πως «πλέον οι επιχειρήσεις γίνονται σε περιοχές όπου δεν υπάρχει το ΙΚ». 
Καταγγελίες υπήρξαν και από τη Δαμασκό, αλλά η απάντηση της τουρκικής κυβέρνησης έχει ενδιαφέρον: η Ρωσία ήταν ενήμερη για την επιχείρηση και το λογικό είναι να είχε ενημερώσει και το καθεστώς Άσαντ. Όσον αφορά τη Ρωσία, πράγματι η στάση της δείχνει να έχει αλλάξει ριζικά από τις μέρες που με την αεροπορία της είχε απαγορεύσει «ντε φάκτο» κάθε τουρκική εμπλοκή στη βορειοδυτική Συρία. Όσον αφορά τις σχέσεις Ερντογάν-Άσαντ, σίγουρα δεν είναι καλές, αλλά δείχνουν να βελτιώνονται. Από τον Απρίλη υπήρχαν ρεπορτάζ για κάποιες πρώτες επαφές στην Αλγερία. Σήμερα τα ρεπορτάζ μιλάνε για συναντήσεις των μυστικών υπηρεσιών των δύο κυβερνήσεων στην ίδια τη Δαμασκό. Ο Ερντογάν αφοσιώνεται στο μεγαλύτερο πονοκέφαλό του (την ενίσχυση του PYD και έπειτα στην δράση του ΙΚ στα σύνορα της Τουρκίας) και βάζει μάλλον σε δεύτερη μοίρα το μέλλον του Άσαντ. Εκεί δείχνει να λογοδοτεί η σημερινή παρεμβατικότητα του τουρκικού στρατού και λιγότερο στη σύγκρουση με τη Δαμασκό, που είτε υποβαθμίζεται (στο φόντο και της προσέγγισης με τη Ρωσία), είτε αναβάλλεται για αργότερα.

 

Η Ροζάβα μπροστά σε προκλήσεις

Ο ι κουρδικές πολιτοφυλακές και οι σύμμαχοί τους βρίσκονται σε μια κρίσιμη καμπή. Για αρκετό καιρό μπόρεσαν να ελιχθούν ανάμεσα στον Άσαντ και τους αντικαθεστωτικούς, τις ΗΠΑ και τη Ρωσία, να αξιοποιήσουν τις αντιπαλότητες για να ενισχύσουν τη θέση τους. Αυτό που φαινόταν ως «έξυπνη τακτική» μέχρι πρότινος ίσως αποδειχθεί σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα. Αφενός απομονώθηκαν από τους Άραβες αντικαθεστωτικούς (η δημιουργία των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων ήταν ένα διορθωτικό βήμα, αν και ήρθε σε ένα σημείο που το κοινωνικό κίνημα του 2011 είχε πλέον υποχωρήσει και που είχε κυλήσει πολύ νερό στο αυλάκι της αμοιβαίας καχυποψίας Κούρδων-Αράβων) και αφετέρου δεν πρόκειται ποτέ να γίνει ανεκτό το «πείραμά τους» από τον Άσαντ. 
Στο διεθνές πεδίο, το PYD διεκδίκησε τη ρωσική πολιτική στήριξη ως «εχθρός του εχθρού της Μόσχας» (όσο ήταν σε κόντρα με την Τουρκία) και ως ουδέτερη στον εμφύλιο, άρα ακίνδυνη για τον Άσαντ δύναμη. Παράλληλα διεκδίκησε την αμερικανική στρατιωτική στήριξη ως αποτελεσματική δύναμη ενάντια στο Ισλαμικό Κράτος. Σήμερα πρέπει να μπει ένα ερωτηματικό δίπλα στην υποστήριξη από τη Ρωσία (μετά τη σύσφιξη σχέσεων με τον Ερντογάν).
Το ζητούμενο είναι η «δηλητηριώδης αγκαλιά» του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού. Είμαστε οι τελευταίοι που θα βαφτίσουμε με ευκολία «όργανα ξένων δυνάμεων» όποια ένοπλα κινήματα διεκδικούν ξένη βοήθεια για λόγους επιβίωσης. 
Το ένα ζήτημα είναι να μην περάσει κανείς πολιτικά εκείνη τη γραμμή που στο όνομα της ξένης βοήθειας καταλήγει τελικά να γίνει «πληρεξούσιος στρατός», μια τραγωδία που έχει συμβεί πολλές φορές στο παρελθόν. Αυτό πολλές φορές γίνεται όχι από «προδοσία», αλλά από την αυταπάτη ότι μπορεί κανείς εύκολα να ελιχθεί και να αξιοποιήσει τις Μεγάλες Δυνάμεις διατηρώντας την ανεξαρτησία του. Δεν γνωρίζουμε αν η ηγεσία του PYD έχει πέσει θύμα αυτής της αυταπάτης ή πράγματι διατηρεί την πρωτοβουλία κινήσεων, αλλά η υποχώρηση ανατολικά του Ευφράτη «με εντολή Κέρι» είναι ένα πρώτο ανησυχητικό δείγμα.
Το δεύτερο ζήτημα είναι πως το ποντάρισμα σε «ξένες πλάτες» είναι πάντα αμφίβολο. Στην επόμενη στροφή του γεωπολιτικού σκακιού, μπορεί να πεταχτείς σαν στυμμένη λεμονόκουπα, να θυσιαστείς στο «παζάρι» των μεγάλων. Και αυτός είναι ο άλλος κίνδυνος που αντιμετωπίζει η Ροζάβα. Αν –απέναντι στην τουρκική επιθετικότητα ή την απειλή να στραφεί ο Άσαντ εναντίον τους– οι μαχητές του PYD υπολογίζουν στο ότι είναι πολύτιμοι για τον πόλεμο των ΗΠΑ κατά του ΙΚ, μπορεί στην επόμενη στροφή να βρεθούν προ δυσάρεστων εκπλήξεων και «αδειάσματος» από την Ουάσινγκτον. Ή να πιεστούν να γίνουν μέρος μιας «λύσης» που τίποτε το θετικό δεν θα φέρνει για τους Κούρδους και τους Άραβες της Συρίας, που το 2011 ξεσηκώθηκαν από κοινού για να διεκδικήσουν μαζί την ελευθερία τους.