Καθώς γράφονταν αυτές οι γραμμές, η Συρία ζούσε την πρώτη μέρα της συμφωνημένης εκεχειρίας.

Τα πρώτα ρεπορτάζ από ΜΚΟ, ακτιβιστές κ.ά. έκαναν λόγο για «πρωτόγνωρη ησυχία» στα περίχωρα της Δαμασκού, στη Λατάκια, στο Χαλέπι, στις αεροπορικές βάσεις που χρησιμοποιεί η Ρωσία κ.λπ. Βέβαια οι δύο οργανώσεις που εξαιρέθηκαν, το Ισλαμικό Κράτος και το Τζαμπάτ Αλ Νούσρα, οργάνωσαν επιθέσεις από τις πρώτες ώρες της εκεχειρίας. Και αντίστροφα, αμερικανικές βόμβες έπεσαν σε σημεία που ελέγχει το ΙΚ. 
Η συμφωνία είναι τόσο εύθραυστη όσο και προηγούμενες προσπάθειες. Η Ανώτατη Διαπραγματευτική Επιτροπή (συριακή αντιπολίτευση) είπε πως θα τηρηθεί η εκεχειρία για δύο εβδομάδες, αλλά δήλωσε «βέβαιη ότι ο Άσαντ θα εκτεθεί παραβιάζοντάς τη σύντομα». Το καθεστώς επίσης συμφώνησε και έχει σταματήσει τις επιθέσεις του, αλλά είναι γνωστή η ευκολία με την οποία βαφτίζει «τζιχαντιστές τρομοκράτες» τους αντιπάλους του. Μέσα στην «ομίχλη του πολέμου», δείχνει πολύ εύκολο οποιαδήποτε πλευρά να σπάσει την εκεχειρία, κατηγορώντας την άλλη. Μένει να φανεί λοιπόν αν πρόκειται για ειλικρινή διάθεση προσωρινής κατάπαυσης του πυρός ή για ένα «blame game» από το οποίο οι εμπλεκόμενες πλευρές ελπίζουν να αποσπάσουν πολιτικά οφέλη («προσπαθήσαμε, αλλά ο αντίπαλος δεν θέλει την ειρήνη»). 
Μεγάλες δυνάμεις
Αυτό που έχει αλλάξει σε σχέση με προηγούμενες απόπειρες είναι η στάση των μεγάλων δυνάμεων, που αυτήν τη φορά δείχνουν να παίρνουν πολύ πιο σοβαρά το ζήτημα. Έγιναν συνεννοήσεις που δεν είχαν γίνει παλιότερα (με λίστα ενόπλων οργανώσεων, με ανταλλαγή πληροφοριών για τις θέσεις όπου βρίσκονται κ.λπ.). Στήθηκε μηχανισμός επιτήρησης της συμφωνίας από ΗΠΑ και Ρωσία και κέντρα συντονισμού σε Ουάσινγκτον, Μόσχα, Αμάν, Λατάκια.
Αλλά εκεί που φάνηκε η σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζουν οι μεγάλες δυνάμεις τη διαχείριση της κρίσης είναι οι τόνοι που υιοθέτησαν πρόσφατα απέναντι στους συμμάχους τους. 
Πρώτα ήρθε η «ψυχρολουσία» στις προσπάθειες του Ερντογάν να σύρει το ΝΑΤΟ σε επέμβαση υπέρ του. Αυτή η προσπάθεια κορυφώθηκε με την πολιτική εκμετάλλευση της βομβιστικής επίθεσης στην Άγκυρα, που αποδόθηκε –λαθραία– στους Κούρδους της Συρίας. Η Ουάσινγκτον διαφοροποιήθηκε ανοιχτά από τη γραμμή της Άγκυρας. Ο εκνευρισμός του Ερντογάν, που εξαπέλυσε μύδρους κατά των ΗΠΑ ότι «εξοπλίζουν τρομοκράτες» (τους Κούρδους μαχητές) και έφτασε να απειλήσει με τερματισμό της χρήσης του Ιντσιρλίκ, δεν απέδωσε. Οι βαριές κουβέντες μεταξύ κρατικών αξιωματούχων συνεχίστηκαν μέχρι την τηλεφωνική επικοινωνία Ομπάμα-Ερντογάν. 
Το αποτέλεσμα είναι πως η τουρκική κυβέρνηση απέσυρε από το τραπέζι τις απειλές για «μονομερή χερσαία εισβολή». Αυτή η επιλογή έτσι κι αλλιώς θα ήταν παρανοϊκή αν προχωρούσε μονομερώς, πόνταρε εξαρχής σε νατοϊκή στήριξη για να έχει πιθανότητες επιτυχίας και αυτή η στήριξη δεν δίνεται. Σύντομα και ο Ερντογάν αλλά και οι Σαούντ, που εξελίσσονται στους πιο θερμούς συμμάχους του, αναδιπλώθηκαν μιλώντας για επέμβαση «μόνο με τη σύμφωνη γνώμη του διεθνούς συνασπισμού υπό την ηγεσία των ΗΠΑ». Ακόμα και η «ζώνη ασφαλείας» την οποία περιορίζεται να ζητά πλέον ο Ερντογάν έχει συρρικνωθεί δραματικά σε σχέση με τα αρχικά του αιτήματα, ελπίζοντας να αποσπάσει έτσι διεθνή στήριξη. Κέρδισε τη ρητορική στήριξη της Μέρκελ. Όμως ήταν μια «τσάμπα» δήλωση από τη Γερμανίδα καγκελάριο, που την έκανε για να δείξει στο εσωτερικό ότι «ψάχνει λύσεις που θα σταματήσουν τις προσφυγικές ροές», αλλά γνωρίζοντας ότι η απόφαση για υλοποίηση περνά από την Ουάσινγκτον και όχι από το Βερολίνο...
Συνοψίζοντας, ο Ομπάμα μάλλον προσπαθεί να βάλει φρένο στις έξαλλες κινήσεις των τοπικών συμμάχων των ΗΠΑ, καθώς –σε αυτήν τη φάση τουλάχιστον– δεν επιδιώκει να συρθεί σε πόλεμο για τη Συρία, ούτε να διαρρήξει τους δεσμούς της Ουάσινγκτον με τους Κούρδους της Συρίας, ούτε να τορπιλίσει την επαναπροσέγγιση με το Ιράν. 
«Χαλινάρι» στον Άσαντ
Ακολούθησε μια άλλη ψυχρολουσία: το πρώτο δημόσιο «άδειασμα» του Άσαντ από Ρώσο αξιωματούχο. Αναθαρρημένος από τις πρόσφατες επιτυχίες του, ο Σύρος δικτάτορας είχε δηλώσει πως οι δυνάμεις του δεν θα σταματήσουν τις επιθέσεις μέχρι να επανακαταλάβουν όλη τη Συρία, τη στιγμή που ΗΠΑ-Ρωσία συζητούσαν για την εκεχειρία. Η απάντηση ήρθε από τον εκπρόσωπο της Ρωσίας στον ΟΗΕ, Βιτάλι Τσέρκιν, που ζήτησε από τον Άσαντ «να ακολουθήσει τις συμβουλές μας». Στην ίδια συνέντευξη, υπενθύμισε στις συριακές Αρχές πως ήταν η ρωσική αεροπορία αυτή που έσωσε τη Δαμασκό και βοήθησε τις κυβερνητικές δυνάμεις να ξαναδιεκδικήσουν το χαμένο έδαφος. Ένας «ευγενικός» τρόπος να θυμίσει στον Άσαντ ότι η ρωσική στήριξη δεν είναι «άνευ όρων» και δεν μπορεί να κάνει του κεφαλιού του, χωρίς συνεννόηση με τη Μόσχα. Για τον Πούτιν είναι κρίσιμο να διατηρήσει το «πόδι» του στη Μεσόγειο, να αποδείξει στην περιοχή ότι έχει στρατιωτική δύναμη κι ότι «δεν πουλάει» τους δικούς του δικτάτορες (το άδειασμα του Μουμπάρακ από την Ουάσινγκτον, 5 χρόνια μετά, ακόμα θεωρείται «σημείο των καιρών» από πολλές φιλοαμερικανικές άρχουσες τάξεις της περιοχής). Αλλά ούτε αυτός επιθυμεί να συρθεί σε μακροχρόνιο πόλεμο για τη Συρία ή να πάει σε μετωπική αντιπαράθεση με τη Δύση. 
Ωστόσο, οι μεγάλες δυνάμεις δεν νοιάζονται γενικώς για την ειρήνη. Νοιάζονται για την προάσπιση των συμφερόντων τους, που σήμερα επιχειρούν να διασφαλίσουν μέσα από τη μεταξύ τους συνεννόηση και την «πειθάρχηση» των τοπικών παιχτών. Αλλά αυτό που εξελίσσεται είναι παζάρι (ή και πόκερ) και όχι κάποια ειλικρινής ειρηνευτική διαδικασία. Αν το παζάρι δεν καταλήξει και μια πλευρά αισθανθεί ριγμένη, όλα τα σενάρια ξανανοίγουν. Δεν είχε αρχίσει καν η εκεχειρία όταν ο Τζον Κέρι έσπευσε να ρίξει δημόσια την προκλητική ανακοίνωση «σε εξέλιξη επεξεργασία Σχεδίου Β, αν δεν επιτευχθεί συμφωνία». Ένα «Σχέδιο Β» για το οποίο η Μόσχα διαμαρτυρήθηκε ότι δεν γνωρίζει τίποτα...