Όσο η εξέγερση αντέχει και δυναμώνει, μεγαλώνει και η αυτοπεποίθηση στους δρόμους πως ο συριακός λαός θα τα καταφέρει απέναντι στον Άσαντ μόνος του. Αλλά θα χρειαστεί το κίνημα (ένοπλο και μαζικό) να καταφέρει να επικρατήσει σύντομα στη χώρα. Αν η σύγκρουση παραταθεί για καιρό ακόμα και η προοπτική της νίκης απομακρυνθεί, η ξένη επέμβαση θα έρθει πολύ πιο κοντά ως προοπτική.

Η Συρία επανήλθε στο επίκεντρο του διεθνούς ενδιαφέροντος, καθώς οι μεγάλες δυνάμεις βρίσκονται σε διαρκείς συναντήσεις, επαφές, συνόδους, στις οποίες «παζαρεύουν» το μέλλον της χώρας.

Ο τελευταίος γύρος συνομιλιών ήταν ο πιο θερμός από όλους. Είχε προηγηθεί η κατάρριψη του τουρκικού μαχητικού από τη συριακή αεράμυνα, ενώ για πρώτη φορά η Χίλαρι Κλίντον ανέβασε τους τόνους απέναντι σε Κίνα και Ρωσία, δηλώνοντας πως, όσοι στηρίζουν τον Άσαντ, «θα το πληρώσουν».

Συναίνεση
Πίσω από το δημόσιο σκυλοκαυγά όμως η πραγματικότητα είναι πως χτίζεται μια συναίνεση γύρω από το μέλλον της Συρίας. Όλες οι πλευρές εξακολουθούν να υποστηρίζουν την πρόταση του Κόφι Ανάν για «μεταβατική κυβέρνηση, με συμμετοχή καθεστωτικών και αντιπολιτευόμενων». Από εκεί και πέρα οι ιμπεριαλιστικοί ανταγωνισμοί είναι αυτοί που καθορίζουν το παζάρι: η συζήτηση για τον αν θα μπει ως όρος η απομάκρυνση του Άσαντ, η διασφάλιση των ρωσικών βάσεων, η στάση της «νέας Συρίας» απέναντι στο Ισραήλ και το Ιράν κλπ.

Η Συρία είναι χώρα-κλειδί σε ένα τεράστιο γεωπολιτικό παιχνίδι που περιλαμβάνει την Τουρκία, το Ισραήλ, το Ιράν, το Λίβανο, τη Ρωσία, τις ΗΠΑ, τη Γαλλία. Όλες αυτές οι δυνάμεις έχουν κυκλώσει τη χώρα σαν τα κοράκια, ελπίζοντας να εκμεταλλευτούν τον ηρωικό αγώνα του συριακού λαού για να προωθήσουν τα δικά τους συμφέροντα.

Το Ισραήλ επιθυμεί την ανατροπή ενός συμμάχου του Ιράν, αλλά εξακολουθεί να φοβάται το «άγνωστο» της διάδοχης κατάστασης. Μια ανεξέλεγκτη ανατροπή του Άσαντ, ή μια πιθανή άνοδος των ισλαμιστών στην εξουσία, μπορεί να αποδειχτεί πολύ πιο απειλητική από την αντισιωνιστική ρητορεία του Μπάαθ.

Το «άγνωστο» φοβίζει και την Ουάσινγκτον. Ο Robert Baer, πρώην αξιωματούχος της CIA στη Μέση Ανατολή, έγραψε ένα άρθρο με τίτλο «Γιατί η CIA δεν θα χαρεί την αποστολή της στη Συρία», στο οποίο εξηγεί ότι τα τελευταία 30 χρόνια οι ΗΠΑ διέκοψαν τους δεσμούς τους με τη συριακή αντιπολίτευση και σήμερα πρέπει να ξεκινήσουν από το μηδέν.
Ο Πούτιν, απευθυνόμενος στους Ισραηλινούς, το είπε καθαρά: «Πρέπει να σκεφτεί κανείς πολύ προσεκτικά, αν η αντιπολίτευση, που θα τον διαδεχθεί [τον Άσαντ], θα είναι του τύπου που θα επιθυμούσε η Δύση ή μήπως καταλήξει να είναι κάτι σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση».

Σε αυτό το σύνθετο τοπίο, κάθε σενάριο ξένης επέμβασης περνάει από την Τουρκία και στηρίζεται πιο σθεναρά από το Κατάρ και τη Σαουδική Αραβία. Για τους Σαούντ προέχει η αποδυνάμωση του Ιράν, ενώ για τη μοναρχία του Κατάρ θα είναι ένα ακόμη βήμα στην εδραίωσή της στην περιοχή ως κομβικού παίκτη.

Τουρκία
Όμως η Τουρκία, ως η μόνη δύναμη που μπορεί να εγγυηθεί μια επιτυχημένη στρατιωτικά και πολιτικά επέμβαση, έχει τα δικά της προβλήματα. Ένας πόλεμος, που θα αποσταθεροποιήσει ακόμα περισσότερο τη Συρία, θα έχει σοβαρές επιπτώσεις στο κουρδικό ζήτημα, την «υπαρξιακή απειλή» του τουρκικού εθνικισμού. Επιπλέον, στην απόφαση για πόλεμο ο Ερντογάν πρέπει να συνυπολογίσει την (ασύμφορη) ρήξη με το Ιράν, αλλά και την επιστροφή των στρατηγών στο προσκήνιο, σε μια συγκυρία που έχει κατορθώσει να τους περιορίσει πολιτικά.

Προς το παρόν, τα «παιχνίδια πολέμου» αξιοποιούνται ως μοχλός πίεσης στο μπααθικό καθεστώς και στη σουνιτική αστική τάξη, ώστε να πάψουν να στηρίζουν τον Άσαντ και την κλίκα γύρω του. Μέρος αυτού του σχεδίου είναι και η πρόταση «μεταβατικής κυβέρνησης», η οποία στόχο έχει να ελέγξει τη διαδικασία μετάβασης.

 

Στο μεταξύ στο εσωτερικό της Συρίας η σύγκρουση κλιμακώνεται. Οι αντάρτες έχουν εξελιχθεί σε μια υπολογίσιμη δύναμη που ελέγχει την ύπαιθρο, έχει αναγκάσει τον κυβερνητικό στρατό να περιοριστεί στην υπεράσπιση των αστικών κέντρων και είναι σε θέση να διεξάγουν και επιθετικές ενέργειες.

Συνωμοσία;
Τις τελευταίες ημέρες, και με αφορμή ένα δημοσίευμα των «New York Times», εμφανίζεται στη διεθνή Αριστερά η άποψη της «διεθνούς συνωμοσίας» και ότι ο Ελεύθερος Συριακός Στρατός (FSA) είναι όργανο της CIA και των μοναρχιών του Κόλπου.

 

Οι αντάρτικες μονάδες, που συνεργάζονται κάτω από τη χαλαρή ομπρέλα του FSA, δημιουργήθηκαν από αγωνιστές που μετά από τόση καταστολή πήραν τα όπλα, από λιποτάκτες του στρατού και από μαχητές των Αδελφών Μουσουλμάνων. Το κλιμάκιο της CIA στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας δεν εκπαιδεύει ή εξοπλίζει αντάρτες, αλλά καταγράφει εν δυνάμει «φίλους και εχθρούς» μέσα στην αντίσταση.

 

Σαουδάραβες και Καταριανοί επιχειρηματίες, όπως και εξόριστοι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, πράγματι επιχειρούν να εξοπλίσουν αντάρτικες μονάδες για να αποκτήσουν επιρροή. Αλλά δεν είναι η παγιωμένη πραγματικότητα, είναι μια προσπάθεια σε εξέλιξη, χωρίς εγγυημένη επιτυχία: Ρεπορτάζ του «Time Magazine» έγραψε πως μια νέα παρτίδα όπλων καθυστερεί να παραδοθεί, γιατί, σε αντίθεση με τις προηγούμενες, ήρθε μαζί με την απαίτηση για υποταγή στους «χρηματοδότες», κάτι που οι περισσότεροι αντάρτες αρνούνται να δεχτούν.

Η στρατιωτικοποίηση της σύγκρουσης έχει προκαλέσει μεγάλη συζήτηση διεθνώς, αλλά και στο ίδιο το συριακό κίνημα. Για όσους είμαστε αλληλέγγυοι στο συριακό λαό είναι αυτονόητη η υπεράσπιση του δικαιώματος των εξεγερμένων να αμυνθούν με τα όπλα ενάντια στην καταστολή του καθεστώτος και της βίας των παραστρατιωτικών «Σαμπίχα». Κάθε επιτυχία των ανταρτών ενάντια στα κυβερνητικά στρατεύματα είναι πολύτιμη για την εξέγερση. Αλλά παραμένει κρίσιμη η συνέχεια του μαζικού κινήματος, των διαδηλώσεων και των απεργιών, στα οποία λειτουργεί συμπληρωματικά η ένοπλη πάλη.

Αν η πολιτική, κοινωνική, μαζική δράση βρεθεί στο περιθώριο και η σύγκρουση στρατιωτικοποιηθεί απόλυτα, οι κίνδυνοι είναι τεράστιοι. Η αναζήτηση πυρομαχικών και στρατιωτικής βοήθειας θα επικρατήσει κάποια στιγμή και μπορεί να κοστίσει την ανεξαρτησία της συριακής εξέγερσης. Με αυτή την τακτική κινείται σημαντική μερίδα του κινήματος, που επιχειρεί να κλιμακώσει την κοινωνική πάλη και ταυτόχρονα να πετύχει τη «λογοδοσία» των ανταρτών στο πολιτικό κίνημα, για να εμποδίσει τη μετατροπή τους σε «μισθοφορικό στρατό» ξένων δυνάμεων στο μέλλον. Προς το παρόν αυτή η τακτική πετυχαίνει, με το δυτικόφιλο εξόριστο τμήμα της αντιπολίτευσης, που επιδιώκει μια ξένη επέμβαση (που εκφράζεται από το Συριακό Εθνικό Συμβούλιο), να είναι πλήρως απομονωμένο στο εσωτερικό της Συρίας.

Ανεξάρτητο κίνημα
Όσο η εξέγερση αντέχει και δυναμώνει, μεγαλώνει και η αυτοπεποίθηση στους δρόμους πως ο συριακός λαός θα τα καταφέρει απέναντι στον Άσαντ μόνος του. Αλλά θα χρειαστεί το κίνημα (ένοπλο και μαζικό) να καταφέρει να επικρατήσει σύντομα στη χώρα. Αν η σύγκρουση παραταθεί για καιρό ακόμα και η προοπτική της νίκης απομακρυνθεί, η ξένη επέμβαση θα έρθει πολύ πιο κοντά ως προοπτική.

Σήμερα χρειάζεται η επαγρύπνηση του κινήματος απέναντι σε όλους τους σχεδιασμούς των ιμπεριαλιστών και η ξεκάθαρη καταγγελία τους. Αλλά για να γίνει αυτό αποτελεσματικά, θα πρέπει η διεθνής Αριστερά να χτίσει γέφυρες με τη συριακή εξέγερση, στηρίζοντάς την, και όχι να τις γκρεμίζει, αποδεχόμενη πως οι λαϊκές εξεγέρσεις αξίζουν συμπαράσταση μόνο όταν συμβαίνουν σε «φιλοδυτικά» καθεστώτα...