Την επόμενη ημέρα της συνόδου της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, θεωρώ ότι το «μήνυμα» έχει κατατεθεί δυνατά και καθαρά. Και, ευτυχώς, όχι μόνο από τα στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας, αλλά και από συντρόφους-φισσες της ΑΝΑΣΑ, του ΕΚΜ, της Αριστερής Ενότητας, ανένταχτους-ες.

Το «μήνυμα» είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν πρέπει να βάλει νερό στο κρασί του, αλλά αντίθετα οφείλει να σκληρύνει τη στάση και τις θέσεις του, για να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις της περιόδου που διανύουμε. Απέναντι στη λαίλαπα και την καταστροφή των μνημονίων, η διεκδίκηση της διεξόδου μέσω μιας κυβέρνησης της Αριστεράς δεν ταυτίζεται με τη διεκδίκηση όποιας –και όπως να είναι– κυβέρνησης, με στόχο «να σωθεί η χώρα».

Πρόκειται για την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί η καταστροφή από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων. Των τάξεων που δεν έχουν εξουσία στο σημερινό καθεστώς και γι’ αυτό η σωτηρία τους μπορεί να υπηρετηθεί μόνο μέσα από διαδικασίες ανατροπής και όχι από διαδικασίες «συνέχειας» με, όποιες, τροποποιήσεις. Η κρίση προκαλεί πρωτοφανή ταξική πόλωση, διαρρηγνύει κάθε δυνατότητα ταξικού εταιρισμού, κάνει απολύτως ουτοπικές τις ιδέες του «διαλόγου» και της αναζήτησης ενός –όποιου–  κοινού «συμβολαίου».

Υπάρχουν σενάρια πραγματικής «σωτηρίας της χώρας» από τη σκοπιά των συμφερόντων του κεφαλαίου και των καπιταλιστών, αλλά αυτά είναι απολύτως ασύμβατα με τις ανάγκες των λαϊκών μαζών, θα επιχειρήσουν να φορτώσουν τελειωτικά το κόστος της κρίσης πάνω στις πλάτες των εργαζομένων, προκαλώντας μια δραματική επιδείνωση της ζωής τους για μακρό διάστημα.

Ισχυρίζομαι ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς μπορεί να προκύψει μόνο ως αποτέλεσμα, ως τμήμα, ως ενδιάμεσος «σταθμός», μιας τέτοιας γενικότερης ανατροπής του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων. Αυτό, άλλωστε, υπαινισσόταν και το εύστοχο προεκλογικό δίλλημα που έθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ: Ή αυτοί, ή εμείς…

Κάθε άλλο πολιτικό σχέδιο –και ιδίως όσα εμπνέονται από την τάση «ρεαλιστικής προσαρμογής»– αποτελεί ακραία ουτοπία. Στις συνθήκες της βαθύτερης κρίσης στην ιστορία του καπιταλισμού, η κυρίαρχη τάξη δεν πρόκειται να παραδώσει ομαλά το Άγιο Δισκοπότηρο της κυβερνητικής εξουσίας σε ένα πολιτικό προσωπικό της Αριστεράς. Όχι –κυρίως– γιατί φοβάται τους άνδρες και τις γυναίκες του ΣΥΡΙΖΑ που θα κληθούν να το αναλάβουν, αλλά γιατί φοβάται τα εκατομμύρια ανθρώπων που θα είναι πίσω τους και κυρίως το κύμα των ελπίδων που μια τέτοια κυβέρνηση μπορεί να πυροδοτήσει στην κοινωνική πλειοψηφία.

Προσωπικά δεν πιστεύω ότι η αστική τάξη θα εμπιστευόταν ακόμα και τον Φ. Κουβέλη, αρχηγό της «προσαρμοσμένης» ΔΗΜΑΡ, αν αυτός δεν τοποθετούνταν μέσα στο «ευρύτερο» στρατόπεδο, με επικεφαλής τους απολύτως ξεσκολισμένους Αντ. Σαμαρά και Βαγγ. Βενιζέλο.

Έτσι, στο επόμενο διάστημα ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει:

1) Να ριζοσπαστικοποιήσει την τακτική του, επιδιώκοντας πραγματικά την ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά και των μνημονιακών δεσμεύσεων της κυρίαρχης τάξης προς τους δανειστές. Με έμφαση στις διαδικασίες «από τα κάτω», με ουσιαστική υπαγωγή της κοινοβουλευτικής παρέμβασης στην κινηματική δράση.

2) Να ριζοσπαστικοποιήσει την πολιτική του, με στροφή προς τα αριστερά. Να αναδείξει ένα ελάχιστο, μεταβατικό, πρόγραμμα άμεσων στόχων (τωρινών διεκδικήσεων και ταυτόχρονα πρώτων άμεσων μέτρων μιας αριστερής κυβέρνησης) γύρω από το οποίο μπορεί να συσπειρωθεί μια πλατιά, λαϊκή πλειοψηφία των μισθωτών, των αγροτών, των ανέργων, των νέων και των φτωχών. Η ανάδειξη αυτού του προγράμματος, η υπεράσπισή του, η απόδειξη της υπεροχής του απέναντι στα αστικά σχέδια «σωτηρίας», είναι η μάχη για την «ηγεμονία»  που απασχόλησε πολλούς συντρόφους στην ΚΕ…

3) Να ριζοσπαστικοποιήσει την «κομματική» συγκρότησή του. Εμπιστευόμενος τον κόσμο της Αριστεράς. Συνδέοντας αποφασιστικά την αναγκαία οργανωτικότητα με τους αγώνες, σε κάθε επίπεδο. Σηκώνοντας την αντιπαράθεση των ιδεών, απαντώντας στην ιδεολογική επίθεση της Δεξιάς. Αναβαθμίζοντας την αλληλεγγύη, τη συμπαράσταση προς κάθε σύντροφο-φισσα που γίνεται στόχος, αλλά και προς κάθε άλλο τμήμα του πραγματικού μαζικού κινήματος.

Ενότητα της Αριστεράς
Για να τα πετύχει αυτά, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να επιμείνει στην τακτική της ενότητας της Αριστεράς, με συγκεκριμένη απεύθυνση στο ΚΚΕ και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να απορρίψει την υποκατάσταση αυτής της «ιδρυτικής» πολιτικής του με κάποια νεφελώδη ανοίγματα προς το, ανύπαρκτο άλλωστε, «κοινωνικό και πολιτικό κέντρο». Ο αντίλογος που ποντάρει στο σεχταρισμό των ηγεσιών του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν είναι γόνιμος: Αφενός, γιατί με αυτή την πολιτική ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε χιλιάδες και χιλιάδες ανθρώπους πέρσι το Μάη-Ιούνη και, αφετέρου, γιατί κανείς σεχταρισμός δεν είναι μονίμως και διαρκώς αξεπέραστος.

Ο αντίπαλος αποδεικνύει καθημερινά ότι σκοπεύει να δώσει τη μάχη με τον πιο σκληρό και αδίστακτο τρόπο, κατανοώντας το μέγεθος του διακυβεύματος. Απολύτως ανάλογα θα πρέπει να κινηθεί το κίνημα, η Αριστερά και ειδικότερα ο ΣΥΡΙΖΑ.

Με αυτόν τον τρόπο είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπάρξει νίκη και μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Αν αυτό δεν γίνει εφικτό –και αυτό θα εξαρτηθεί από την κινητοποίηση της εργατικής-λαϊκής πλειοψηφίας– θα έχουμε μια πρωτοφανώς ισχυρή Αριστερά, που θα μπορεί να συνεχίσει να υπερασπίζει τα λαϊκά συμφέροντα από θέση κοινωνικής και πολιτικής αντιπολίτευσης.

Αν, αντίθετα, επικρατήσει η λογική της «ρεαλιστικής προσαρμογής», είναι σίγουρο ότι θα ηττηθούμε στο ζήτημα της κυβέρνησης και ταυτόχρονα είναι πολύ πιθανό το ενδεχόμενο μιας γενικότερης διαλυτικής κρίσης, που θα οδηγήσει σε μακρά κρίση όλη την Αριστερά. Η γειτονική Ιταλία, με το μεγάλο εργατικό κίνημα και την κάποτε μεγάλη Αριστερά, προσφέρει πολύτιμα παραδείγματα.