Η τελευταία σύνοδος της ΚΕ ΣΥΡΙΖΑ (8/12) είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον με βάση τη προγραμματισμένη ημερήσια διάταξη της.

Δυο εξαιρετικής σημασίας ζητήματα (για το Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς και για τη διαδικασία συγκρότησης των προγραμματικών θέσεων και τις πολιτικές εξελίξεις) στριμώχθηκαν να συζητηθούν σε μια μονοήμερη διαδικασία λίγων ωρών. Αυτό το γεγονός, από μόνο του, υποβάθμιζε την ίδια την ουσία της πολιτικής συζήτησης. Αν ήταν ένα περιστασιακό και μεμονωμένο δείγμα, θα μπορούσε κανείς να το προσπεράσει και να προσδοκά μια καλύτερη διαδικασία για την επόμενη σύνοδο της ΚΕ. 
 
Ωστόσο, αυτή η περίπτωση, που αφορά ένα κορυφαίο θεσμικό όργανο του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός. Έρχεται σαν συνέχεια (και κρούει το κώδωνα του κινδύνου) απανωτών διαδικαστικών-οργανωτικών ζητημάτων που αφορούν τη συνολική λειτουργιά του κόμματος: Νομαρχιακές επιτροπές που συνεδριάζουν αραιά και που, διαδικασίες οργάνων ΟΜ με πολλές απουσίες, συνελεύσεις που -αν και όταν γίνονται- δεν συντείνουν σε ουσιαστική πολιτική συζήτηση, σε επεξεργασίες σχεδίων και σε αποφασιστικές διαδικασίες για τα μέλη. Η συμμετοχή στις συλλογικές διαδικασίες φθίνει. Ακόμα και στις διαδικασίες για την ανάδειξη νέων οργάνων, υπάρχει περιορισμένη μειωμένη συμμετοχή. Και αυτά τα φαινόμενα γίνονται ακόμα πιο έντονα, όσο προχωράμε από το κέντρο προς την περιφέρεια.
 
Πολιτικό ζήτημα
Όλες αυτές οι περιπτώσεις μαρτυρούν ένα σοβαρότατο πολιτικό ζήτημα. Το κόμμα των μελών, ως κοινός τόπος μιας προσπάθειας που δρομολογήθηκε από την προ ενός έτους πανελλαδική συνδιάσκεψη και επισφραγίστηκε από το πρόσφατο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, κινδυνεύει να υποκατασταθεί από ολοένα και πιο απογυμνωμένα ολιγοπρόσωπα όργανα που λογοδοτούν απευθείας σε ένα ηγετικό πολιτικό κέντρο.
 
Η πολιτική κατάσταση είναι τέτοια, που επιβάλλεται η πραγματική και ουσιαστική λειτουργία των οργάνων του ΣΥΡΙΖΑ. Μια σειρά από αποφάσεις που συντείνουν στη διαμόρφωση άμεσων πολιτικών και κοινωνικών σχέσεων του ΣΥΡΙΖΑ με τα εργατικά-λαϊκά στρώματα και τη νεολαία, μένουν μετέωρες. Για παράδειγμα, η διατυπωμένη ξανά και ξανά απόφαση της ΚΕ (από την 1/9) για συμβολή του κόμματος στη συγκρότηση Λαϊκών Επιτροπών Αγώνα, δεν έχει δώσει παρά μόνο ελάχιστα δείγματα σοβαρής ενασχόλησης με το ζήτημα. Με άλλοθι την καραμέλα «ο κόσμος δε τραβάει», παραγνωρίζεται η σημασία και ο ρόλος του πολιτικού παράγοντα που διαμορφώνει συνθήκες αυτοπεποίθησης και δίνει περιεχόμενα δράσης στον κόσμο. 
 
Επιτελεία
Τα επιτελεία της άρχουσας τάξης κάνουν τη δουλεία τους -και είναι σίγουρο ότι περιστασιακά διαμορφώνουν συνθήκες απογοήτευσης και οδηγούν σε χαρακτηριστικά πρόσκαιρης ύφεσης του κινήματος σε κεντρικό επίπεδο (αν και σχεδόν διαρκώς υπάρχουν μεμονωμένοι αλλά ιδιαίτερα σημαντικοί αγώνες ). Το ζήτημα είναι αν ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς περιγράφει αυτή την κατάσταση ή αν οργανώνει τις δυνάμεις του για να την αντιστρέψει. Και επειδή οι περιστάσεις απαιτούν το δεύτερο, η πλήρης και ουσιαστική λειτουργία των οργάνων και των διαδικασιών του κόμματος είναι κρίσιμο ζήτημα. Πολύ περισσότερο που το ενδεχόμενο ανάληψης κυβερνητικών καθηκόντων από τον ΣΥΡΙΖΑ είναι εξαιρετικά πιθανό.
 
Σε αυτή την περίπτωση, μπορεί να βρεθούμε σε μια κατάσταση που ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει έναν επαρκή εκλογικό μηχανισμό, αλλά όχι τις κοινωνικές, πολιτικές και κινηματικές βάσεις για την υποστήριξη των λαϊκών αιτημάτων. Με δεδομένες τις πιέσεις που, έτσι κι αλλιώς, ασκούνται από τα εγχώρια και διεθνή καπιταλιστικά κέντρα και τα ΜΜΕ, το ενδεχόμενο να «μείνουμε από καύσιμα» είναι πολύ πιθανό. Μια απομονωμένη ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και αν έχει τις καλύτερες των προθέσεων, θα είναι εξαιρετικά ευάλωτη χωρίς τη στήριξη του λαϊκού παράγοντα.
 
Αυτό που απαιτείται να γίνει επειγόντως, είναι να υπάρξει διαζύγιο με τη λογική (πολύ περισσότερο αν υπάρχει τέτοιου είδους σχέδιο) της υποκατάστασης των συλλογικών πολιτικών και αποφασιστικών λειτουργιών από έναν κλειστό κύκλο ηγετικών στελεχών της πλειοψηφίας. Η άμεση ανασυγκρότηση των συλλογικών οργάνων και διαδικασιών του ΣΥΡΙΖΑ είναι μονόδρομος. Και επιτακτική ανάγκη και υποχρέωση επίσης.