Η επίσημη έναρξη των διαδικασιών της 3ης αξιολόγησης είναι το έναυσμα για την ενεργοποίηση των ήδη συμφωνηθέντων στο 3ο μνημόνιο αντεργατικών-αντικοινωνικών μέτρων, χωρίς να μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο (αν τα οικονομικά δεδομένα ή οι αντιθέσεις μεταξύ ΔΝΤ και ΕΕ το απαιτούν) να επισπευσθεί η ενεργοποίηση των πιο σκληρών από αυτά (όπως η περικοπή των καταβαλλόμενων συντάξεων και η κατάργηση του αφορολόγητου) που η συμφωνία προβλέπει για μετά το τέλος του 2018.

Σε κάθε περίπτωση, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ καλείται να εμπλακεί σε πολλές «μικρές» αντικοινωνικές μάχες (όπως π.χ. η διάλυση του Ταμείου των δημοσιογράφων) ή και σε μεγαλύτερες (όπως η αξιολόγηση στο Δημόσιο και η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων), με αποτέλεσμα να επιταχύνεται η φθορά της, να ανοίγει η ψαλίδα ανάμεσα στα έργα της και τις προσδοκίες της κοινωνικής και εκλογικής βάσης της.

Ο Αλ. Τσίπρας απέδειξε στη Θεσσαλονίκη ότι προσανατολίζεται σε πολιτική μνημονιακής «πυγμής» (ΣΥΡΙΖΑ-Grinvest) και ότι αναθέτει το πρόβλημα του να περιοριστούν οι εκλογικές απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ στο μιντιακό και επικοινωνιακό επιτελείο που, προς το σκοπό αυτό, ενισχύεται γύρω από το Μαξίμου.

Η εικόνα ότι ο Τσίπρας «πατάει γκάζι» προς τα δεξιά ενισχύθηκε από τη συνάντηση με τον Τραμπ. Η επιδίωξη να μετατραπεί η χώρα στο βασικό στήριγμα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού μέσα στην «καυτή» περιοχή της ανατολικής Μεσογείου, θα έχει αμφιλεγόμενες επιπτώσεις. Από τη μια, ο Τσίπρας ενισχύει τη θέση του μέσα στο στρατιωτικο-διπλωματικό σύμπλεγμα και τον λεγόμενο «πατριωτικό» χώρο (οι πανηγυρισμοί των παραστρατιωτικών sites για τη νέα «αγορά του αιώνα» στους εξοπλισμούς, είναι ενδεικτική). Ταυτόχρονα είναι ενδεικτική η συσπείρωση πολλών δημοσιογράφων και διανοουμένων του «πατριωτικού» τόξου γύρω από τον υπ. Εξωτερικών Νίκο Κοτζιά. 
Όμως, από την άλλη, η γλοιώδης ταύτιση με τον Τραμπ και η ρήξη με τα αντιαμερικανικά-αντιιμπεριαλιστικά αισθήματα ενός ευρύτερου κόσμου της Αριστεράς, είναι μια νέα «πηγή» απωλειών για τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο θέμα της αγοράς όπλων και κυρίως στο θέμα των βάσεων, εκδηλώθηκαν οι μέχρι τώρα αιχμηρότερες αμφισβητήσεις του Τσίπρα από βουλευτές και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ.
Η προοπτική του Αλ. Τσίπρα είναι να παρουσιαστεί στην επόμενη εκλογική μάχη, όχι ως επικεφαλής ενός «μετατοπισμένου» κόμματος της Αριστεράς, αλλά ως ηγέτης μιας καθεστωτικής «αποτελεσματικότητας» που απέτρεψε το Grexit, που επέβαλε το μνημόνιο 3 με μικρότερες αντιστάσεις, που μπορεί να καθοδηγήσει μια εθνική «αναβάθμιση» στην περιοχή, που –κάποτε– θα διανείμει «μερίδιο» της ανάπτυξης κ.ο.κ. 
Αυτή η προοπτική υπολογίζει στην αξιοποίηση των αδυναμιών του Κυρ. Μητσοτάκη. Γιατί σήμερα γίνεται φανερό ότι αυτός ο νεοφιλελεύθερος τζιχαντιστής δεν μπορεί να δημιουργήσει εκλογική δυναμική ικανή να παρασύρει γύρω του ποσοστά αυτοδυναμίας ή, τουλάχιστον, να επιβάλει στα λοιπά αστικά κόμματα μια ανασύνθεση της πολιτικής συμμαχιών υπό την ηγεσία του. Αυτό συνδέεται άμεσα και με τα προβλήματα του Μητσοτάκη στο εσωτερικό της ΝΔ: Όπου ο Αντ. Σαμαράς χρειάστηκε να κάνει επίσημη δήλωση για να βεβαιώσει ότι «δεν υπονομεύει τον αρχηγό της ΝΔ». Όπου οι «καραμανλικοί» επιμένουν σε σενάρια συνεννόησης μεταξύ ΝΔ-ΣΥΡΙΖΑ. Όπου ακόμα και ο ανιψιός Κ. Μπακογιάννης, δήλωσε ότι «ακόμα και 50% να πάρει η ΝΔ, δεν φτάνει για να κυβερνήσουμε ομαλά». 
Οι προοπτικές του Αλ. Τσίπρα ποντάρουν πολλά στη βελτίωση των σχέσεών του, αδιαμεσολάβητα, με την κυρίαρχη τάξη. Γι’ αυτό η ηγετική ομάδα του ΣΥΡΙΖΑ εμπλέκεται σήμερα άμεσα στις διεργασίες ανασύνθεσής της. Όμως εδώ αξίζει να θυμάται κανείς ότι συχνά «το έξυπνο πουλί από τη μύτη πιάνεται…». Γιατί η κυρίαρχη τάξη στις συνθήκες της κρίσης διχάζεται από θηριώδεις ανταγωνισμούς. Η υπόθεση Μαρινάκη, οι στενές σχέσεις με τους Μελισσανίδη-Σαββίδη, οι σκληρές διαφωνίες στο εσωτερικό του ΣΕΒ (που δημοσιοποιήθηκαν μέσα από την υποψηφιότητα Μυτιληναίου για την ηγεσία του) ίσως αποδειχθούν πεδία δοκιμασίας και όχι πεδία ευκαιριών για τους «μάγους» του Μαξίμου.
Σε κάθε περίπτωση μπαίνουμε σε μια «τελική ευθεία» για τη διαμόρφωση του πολιτικού συσχετισμού που θα καθορίσει την «επόμενη μέρα» της τυπικής λήξης του προγράμματος (και όχι των μνημονίων) περί τα τέλη του 2018.
Από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων, από τη σκοπιά της αντίστασης στις μνημονιακές νεοφιλελεύθερες πολιτικές λιτότητας, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα υπάρξει «πόλος» της ριζοσπαστικής Αριστεράς ικανός να «υποδέχεται» τις απώλειες του ΣΥΡΙΖΑ, να έχει κεντρικοπολιτική φωνή και να μετασχηματίζει τη δυσαρέσκεια σε πολιτική δράση. Σε κάθε άλλη περίπτωση, οι μυλόπετρες του διλήμματος «Τσίπρας ή Μητσοτάκης;» θα αφεθούν να εργαστούν ανεμπόδιστα.