Ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να επιβεβαιώνει την προσήλωσή του στο σχέδιο συγκρότησης της αναγκαίας σήμερα Ριζοσπαστικής Αριστεράς και όχι τη διολίσθησή του προς κάποια «μεγάλη» –αλλά ιδεολογικά και πολιτικά ομιχλώδη– Δημοκρατική Παράταξη.

«Δεν είμαστε και δεν θέλουμε να γίνουμε ένα νέο ΠΑΣΟΚ», δήλωσε ο Αλέξης Τσίπρας, μιλώντας στη Νίκαια, στην εκδήλωση του Νέου Αγωνιστή, για την επέτειο της ιδρυτικής διακήρυξης του ΠΑΣΟΚ, την 3η Σεπτέμβρη. Η δήλωση είναι καλοδεχούμενη και απαντά στη συκοφαντική επίθεση των μεγάλων ΜΜΕ, που προσπαθούν να λοιδορήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ –και ειδικά τον Αλ. Τσίπρα– παρομοιάζοντάς τον με μια ξαναζεσταμένη απομίμηση του Α. Παπανδρέου.

Όχι νέο ΠΑΣΟΚ

Όμως για να είναι πειστική, η δήλωση αυτή οφείλει να συνδυάζεται με στρατηγικές επιλογές, με πολιτικές επιλογές, με καθημερινή τακτική, όπου ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιβεβαιώνει την προσήλωσή του στο σχέδιο συγκρότησης της αναγκαίας σήμερα Ριζοσπαστικής Αριστεράς και όχι τη διολίσθησή του προς κάποια «μεγάλη» –αλλά ιδεολογικά και πολιτικά ομιχλώδη– Δημοκρατική Παράταξη.

Στη Νίκαια ο Αλ. Τσίπρας έκανε λόγο για «τη μεγάλη κοινωνική συμμαχία της αλλαγής του ’81, που σφυρηλατείται σήμερα στη διαχωριστική γραμμή του νεοφιλελεύθερου Μνημονίου» και συμπλήρωσε: «Γι’ αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ απευθύνει πατριωτικό και δημοκρατικό προσκλητήριο σε κάθε Ελληνίδα, σε κάθε Έλληνα…». Στην ομιλία του, τουλάχιστον όπως παρουσιάστηκε στην «Αυγή», απουσιάζει απολύτως ακόμα και η λέξη «σοσιαλισμός».

Οι σύντροφοι της ηγεσίας του ΣΥΝ δεν πρέπει να ξεχνούν κάποια πράγματα για το ’81. Επιχειρώντας να υπερκεράσει την κοινοβουλευτική κομμουνιστική Αριστερά το 1974-1981, ο Α. Παπανδρεόυ δεν δίσταζε να οικειοποιείται τη στρατηγική της «σοσιαλιστικής αλλαγής» («Στις 18 σοσιαλισμός!») και να διεκδικεί για το ΠΑΣΟΚ την ταυτότητα της αριστεράς της Αριστεράς. Η «κοινωνική συμμαχία της αλλαγής του ’81» συγκροτήθηκε πάνω σε κάποιες μεγάλες «υποσχέσεις», που, σε ένα βαθμό, στο αρχικό στάδιο της Αλλαγής μπήκαν σε πορεία υλοποίησης (αυξήσεις στους μισθούς και στις συντάξεις, ΑΤΑ, ΕΣΥ, εκδημοκρατισμός στα συνδικάτα κλπ).

Κυρίως όμως θα πρέπει να θυμηθούν ότι εκείνη την εποχή η αστική τάξη της χώρας αποδεχόταν μια πολιτική κεϊνσιανών μεταρρυθμίσεων, που, μέσω της αύξησης της εσωτερικής ζήτησης, υποσχόταν μια γενικευμένη και διαρκή ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού. Η υπόσχεση αυτή διαψεύστηκε γρήγορα και το ΠΑΣΟΚ, αντιμετωπίζοντας τα πραγματικά διλλήματα, μπήκε σύντομα (και σίγουρα από το 1985) στην πορεία σοσιαλφιλελεύθερου εκφυλισμού, που τελικά έφτασε στον Σημίτη, στον ΓΑΠ, στον Βενιζέλο.

Πλατύτητα

Η σημερινή εποχή δεν έχει καμία ομοιότητα. Η αστική τάξη δεν διαπραγματεύεται, δεν συζητά για μεταρρυθμίσεις, είναι προσηλωμένη στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική. Η απόρριψη των μνημονίων είναι αναγκαία, αλλά όχι αρκετή επιλογή. Άλλωστε οι Ανεξάρτητοι Έλληνες και η Χρυσή Αυγή παρουσιάζονται ως αντιμνημονιακές δυνάμεις. Η αντιμνημονιακή τακτική οφείλει να προσδιορίζει ότι επιδιώκει αφενός την ανατροπή των μνημονίων, αλλά από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και από τη σκοπιά του Σοσιαλισμού, αλλιώς εκφυλίζεται σε κενή δημαγωγία. Κατά συνέπεια ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να αρκεστεί σε «πατριωτικό και δημοκρατικό» κάλεσμα και σίγουρα όχι προς «κάθε Ελληνίδα, κάθε Έλληνα»… Αυτή η «πλατιά» απεύθυνση είχε κακό τέλος στην περίπτωση του Παπανδρεϊκού ΠΑΣΟΚ, ενώ στις σημερινές συνθήκες θα οδηγούσε σε πιο άμεση ενσωμάτωση και εκφυλισμό.

Επιλογές

Σε όσους συντρόφους υποτιμούν αυτά τα ζητήματα θα θέλαμε να θυμίσουμε ότι έχουν άμεσα πολιτικές συνέπειες.
Η επιλογή μιας «μεγάλης» Δημοκρατικής Παράταξης οδηγεί σε τακτική αναμονής απέναντι στον Σαμαρά, σε τακτική αναμονής της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ως «ώριμο φρούτο» και μέσα από σχετικά «ήπιο πολιτικό κλίμα». Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ οφείλει να οργανώσει την πάλη για την ανατροπή των μέτρων Στουρνάρα και στην προοπτική της ανατροπής της κυβέρνησης Σαμαρά, με κύριο όπλο τους αγώνες και όχι την απειλή της κάλπης.

Η επιλογή της «μεγάλης» Δημοκρατικής Παράταξης οδηγεί στη μετατόπιση, στην τάχα «ρεαλιστική προσαρμογή» του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτό παρουσιάστηκε –στην ελάχιστη βάση ενότητας–  στην Αθηναΐδα (ανατροπή των μνημονίων, αποκατάσταση μισθών και συντάξεων, εθνικοποιήσεις τραπεζών και «στρατηγικών» ΔΕΚΟ, διαγραφή μεγάλου μέρους του χρέους και αναστολή πληρωμών του υπολοίπου, βαριά φορολόγηση του κεφαλαίου και του πλούτου…). Στη θέση αυτού του προγράμματος –που δεν γινόταν και δεν γίνεται αποδεκτό από την κυρίαρχη τάξη και τους δανειστές– εμφανίζονται «αναζητήσεις» για άμεσες, ρεαλιστικές και κοινά αποδεκτές «λύσεις» που, ακόμα, κανένας βέβαια δεν έχει πάρει την ευθύνη να αναδείξει και να προτείνει.

Η προοπτική της «μεγάλης» Δημοκρατικής Παράταξης οδηγεί σε απόλυτη πρωτοκαθεδρία της κοινοβουλευτικής παρέμβασης, που μπορεί να φτάνει ακόμα και στην υποτίμηση της πρόκλησης της Χρυσής Αυγής. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ –του 30%– θα έπρεπε να είναι το απόλυτο εμπόδιο στην ανάπτυξη της νεοναζιστικής εγκληματικότητας.

Ευρώπη

Τέλος, η συζήτηση αυτή αφορά και τις «ευρωπαϊκές» επιλογές μας. Ο ΣΥΡΙΖΑ –του «καμιά θυσία για το ευρώ»– όφειλε να οικοδομείται στη βάση της αντίστασης-ανατροπής σε εθνικό και ευρωπαϊκό πεδίο. Όσοι μπαίνουν στον πειρασμό να διεκδικήσουν την πατρότητα των σημερινών προτάσεων του Ντράγκι και της FED(!) ως απάντηση στην κρίση χρέους, ας μη λησμονούν ότι οι προτάσεις αυτές συνδυάζονται με απόλυτη προσήλωση στις πολιτικές λιτότητας και τελικά στα μνημόνια.

Ο κόσμος του ΣΥΡΙΖΑ μπαίνει σε μια μεγάλη πολιτική διεργασία μέσα από τις διαδικασίες για την ίδρυση του ενιαίου πολιτικού φορέα. Είμαστε αισιόδοξοι ότι σε αυτές θα διαφυλάξει την προοπτική του ΣΥΡΙΖΑ ως ένα πρωτότυπο, αντιφατικό, αλλά και πολύτιμο εγχείρημα οικοδόμησης μιας μαζικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, απορρίπτοντας κάθε πίεση για σοσιαλδημοκρατικοποίηση, κάθε πίεση για μετατόπιση προς το πολιτικό κέντρο.