Ο ι εικόνες και τα μηνύματα που εξέπεμψε το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξαν και στον πιο καλόπιστο παρατηρητή των πολιτικών εξελίξεων ότι ο δρόμος της συστημικής μετάλλαξης ενός κόμματος που πορεύεται ακόμα στο όνομα της Αριστεράς δεν έχει γυρισμό.

Το τραγελαφικό «σύντροφοι και συντρόφισες» που απηύθυνε ο Πάνος Καμμένος προς τους συνέδρους, τα ναυάγια της διαλυμένης παλιάς «Κεντροαριστεράς» (Φ. Κουβέλης, Μ. Ξενογιαννακοπούλου κ.ά.) που καμάρωναν στις πρώτες σειρές των καθισμάτων προβάροντας υπουργικά κοστούμια, η αστυνομοκρατία εντός και εκτός του Τάε Κβον Ντο, ήταν μερικά μόνο από τα στιγμιότυπα που μαρτυρούν το οριστικό διαζύγιο του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ με την εποχή του Δεκέμβρη του 2008, των πλατειών, της εργατικής αντίστασης στα μνημόνια, των πολύμορφων κοινωνικών κινημάτων (χαράτσια, διόδια, αντιρατσισμός, ελεύθεροι χώροι) και της μαχητικής εκπροσώπησης των «από κάτω». 
Το μόνο πολιτικό σχέδιο που εισηγήθηκε ο Α. Τσίπρας ήταν η πιστή τήρηση του μνημονιακού προγράμματος και η άμεση ολοκλήρωση της δεύτερης αξιολόγησης. Μοναδικό αφήγημα σωτηρίας ενός κουρασμένου κομματικού ακροατηρίου ήταν η ελπίδα ότι η «καλοσύνη» των δανειστών θα επιτρέψει κάποια μελλοντική διευκόλυνση αποπληρωμής του κρατικού χρέους και τη συμμετοχή στο QE του Ντράγκι. Και όλα αυτά με στόχο κάποια αβέβαιη καπιταλιστική ανάκαμψη («δίκαιη ανάπτυξη»), στηριγμένη φυσικά στη λεηλασία των λαϊκών στρωμάτων και στο ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου. 
Η επικύρωση της σοσιαλφιλελεύθερης πολιτικής και η επίσημη υιοθέτηση του μνημονιακού πλαισίου ως μονόδρομου έκαναν ορισμένες ομιλίες συνέδρων –οι οποίες υποστήριζαν την ανάγκη αναζήτησης ενός «σχεδίου απεμπλοκής από τη λιτότητα», όταν έχει περάσει ήδη πάνω από ένας χρόνος μετά την υφαρπαγή της λαϊκής ψήφου (με υπόσχεση κάποιο ανύπαρκτο «παράλληλο πρόγραμμα»)– να φαντάζουν εντελώς «παρανοϊκές» ή στην καλύτερη περίπτωση εκδηλώσεις επιλεκτικής αμνησίας και πλήρους διαστρέβλωσης της πραγματικότητας. 
Ακόμα και οι αιχμές κεντρικών στελεχών, όπως π.χ. η τοποθέτηση του Π. Σκουρλέτη ότι «το πρόγραμμα μάλλον δεν βγαίνει, είναι ακραία νεοφιλελεύθερη και επιχειρείται να εμπεδωθεί στο λαό η πολιτική του μνημονίου», εισέπραξαν ως απάντηση από τον Α. Τσίπρα και άλλα πρωτοκλασάτα στελέχη μια σαφή προειδοποίηση: «υπαρξιακές ανησυχίες» δεν επιτρέπονται. Ουδείς δικαιούται να δραπετεύσει από το βούρκο όπου έχουν βουτήξει όλοι μαζί, υπηρετώντας τα συμφέροντα διαφόρων κέντρων του κατεστημένου, με αντάλλαγμα την παραμονή στην κυβερνητική εξουσία. 
Θετική αποδοχή στο ακροατήριο συνάντησαν όποιοι/ες σύνεδροι άσκησαν άσφαιρη κριτική με αριστερή φρασεολογία (κυρίως από την ομάδα των «53», που επανέφεραν τις πάγιες θέσεις τους –«όχι πάση θυσία στην κυβέρνηση»), έστω και αν φαντασιώνονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι «κανονικό» κόμμα, ότι τα ΜΑΤ ψέκασαν χωρίς εντολή τους συνταξιούχους και ότι ο Φίλης αμφισβητεί τα ισχυρά προνόμια της Εκκλησίας. 
Κόμμα
Συγχρόνως, δεν έλειψαν οι φωνές που επισήμαναν τα διαλυτικά φαινόμενα στις Οργανώσεις Μελών, ενώ κοινή ήταν η διαπίστωση ότι ακόμα και τα ηγετικά κομματικά όργανα απλά επικυρώνουν ή παρακολουθούν αμήχανα τις αποφάσεις των υπουργών και ενός αυτονομημένου Μαξίμου. 
Ο νεομνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ έχει πλέον μετατραπεί σε έναν αρχηγοκεντρικό πολιτικό οργανισμό, που παίζει το ρόλο απολογητή (και όλο πιο συχνά προπαγανδιστή) της σοσιαλφιλελεύθερης διαχείρισης της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, πλήρως κρατικοποιημένος και υποταγμένος στο πρωθυπουργικό περιβάλλον. Το διαβόητο επιχείρημα «άλλο κόμμα, άλλο κυβέρνηση» φαίνεται πως έχει εξάντλησε τα όριά του. 
Σύμφωνα με τις αποφάσεις της πρώτης συνεδρίασης της νέας Κ.Ε. την Κυριακή 23/10, το άτυπο κυβερνητικό συμβούλιο που συνεδρίαζε κάθε Δευτέρα μετατρέπεται ουσιαστικά σε Πολιτική Γραμματεία (Πολιτικό Συμβούλιο) του ΣΥΡΙΖΑ, επικυρώνοντας την απόλυτη υποταγή του κόμματος στην κυβέρνηση. 
Όταν ο (σύμφωνα με τα αστικά ΜΜΕ) «επικεφαλής» της εσωκομματικής αντιπολίτευσης Ευ. Τσακαλώτος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της υλοποίησης των αντεργατικών μέτρων και εκλέγεται πρώτος σε σταυρούς στην ΚΕ, για ποια «πολιτική ανεξαρτησία» του κόμματος μιλάμε; 
Το ποσοστό…Τσαουσέσκου 93,54% με το οποίο επανεκλέχθηκε πρόεδρος ο Α. Τσίπρας και η επανάληψη της ψηφοφορίας για τη συμπερίληψη ή μη των βουλευτών στο 25% των κρατικών αξιωματούχων που συμμετέχουν στην ΚΕ, ώστε η απόφαση του σώματος να εναρμονιστεί με την προεδρική βούληση, επιβεβαίωσαν τα έντονα σημάδια σήψης ενός κόμματος που λειτουργεί πλέον σύμφωνα με τους κανόνες και τις πρακτικές των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων. 
Το κόμμα που εξέφρασε τον εργατικό-λαϊκό ριζοσπαστισμό των μεγάλων αγώνων της περιόδου 2010-2012 και που εμπιστεύτηκε μαζικά ο κόσμος για την κατάργηση των μνημονίων και της λιτότητας δεν υπάρχει πλέον. Στη θέση του στέκει ένα κακέκτυπο που έχει δραπετεύσει εδώ και καιρό από το χώρο της Αριστεράς, φιλοδοξώντας ανοιχτά να ανανεώσει τις χρεοκοπημένες σοσιαλδημοκρατικές συνταγές. Για τους εργαζόμενους και τη νεολαία, για το δυναμικό της κοινωνικής αντίστασης και της πραγματικής Αριστεράς που επιμένει να παλεύει ενάντια στο ρεαλισμό της υποταγής, αναζητώντας μια ριζοσπαστική εναλλακτική απέναντι στην ευρωλιτότητα, το κόμμα-χειροκροτητής του Τσίπρα αποτελεί μόνο αντίπαλο.