Είναι γεγονός ότι η αντιμετώπιση της κρίσης θέτει τεράστια ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα σε όλους. Είναι γεγονός ότι η προσπάθεια να ανατραπεί η απόλυτη «ταξική μονομέρεια» τόσο της ντόπιας κυρίαρχης τάξης, όσο και της πολιτικής της κυβέρνησης και των δανειστών, σε συνδυασμό με το άμεσο καθήκον να προβληθούν «ανακουφιστικές λύσεις» σε επείγοντα και πιεστικά προβλήματα εκατομμυρίων ανθρώπων, υποχρεώνει τον ΣΥΡΙΖΑ να πλεύσει σε αχαρτογράφητα νερά.

Όμως δεν είναι αλήθεια ότι βρισκόμαστε σε συνθήκες απόλυτης απορίας και κυριαρχίας του αγνωστικισμού. Απόδειξη έδωσε το εξαιρετικό άρθρο του σύντροφου Χρήστου Λάσκου (μέλους της Γραμματείας της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ) στην «Κυριακάτικη Αυγή», με τίτλο: «Τα πρώτα μέτρα μιας αριστερής κυβέρνησης».

Ο σ. Χ. Λάσκος δεν ξανανακαλύπτει την Αμερική. Συμπυκνώνει μια πολιτική συζήτηση που έγινε στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ προεκλογικά (στις παραμονές της Αθηναΐδας…), αλλά δεν διστάζει να κάνει επιλογές, ιεραρχήσεις και να έχει προτεραιότητες. Αυτά συνιστούν αριστερή πολιτική, ανατρεπτική πολιτική, πολιτική παρέμβασης σε μια τόσο κρίσιμη συγκυρία.

Μας λέει, λοιπόν:

1) «Κάποια από τα βασικότερα πρώτα μέτρα, στα οποία έχουμε ήδη δεσμευτεί, είναι: Η κατάργηση των μνημονίων, η επαναδιαπραγμάτευση της δανειακής σύμβασης με στόχο την επιλεκτική διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, η επαναφορά των κατώτερων μισθών και των εργασιακών δικαιωμάτων στην πρότερη κατάσταση, η κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος».

2) Το πλαίσιο αυτό θα πρέπει να συμπληρωθεί:
α) με την απάντηση στο «άμεσο επιβιοτικό πρόβλημα των ανέργων». Εδώ ο σ. Χ.Λάσκος προτείνει ένα «ελάχιστο εισόδημα, σημαντικά μεγαλύτερο από το επίπεδο του τωρινού επιδόματος ανεργίας».
β) με την «προτεραιότητα στα ζητήματα υγείας, η οποία ήδη καταρρέει». Χωρίς να αισθανόμαστε ότι παραβιάζουμε τη σκέψη του σ. Χ.Λάσκου, θα μπορούσαμε να προσθέσουμε τα ζητήματα υπεράσπισης του δημόσιου σχολείου και κάποιων βασικών κοινωνικών δομών όπως οι δημόσιοι βρεφονηπιακοί σταθμοί…

3) Για να γίνουν αυτά, θα πρέπει να δοθεί απάντηση στο ερώτημα των αναγκαίων πόρων. Ο σ. Χ.Λάσκος προτείνει: «έναν μηδενισμό π.χ. των εξοπλιστικών δαπανών, ή των πληρωμών προς συγκεκριμένους μεγάλους προμηθευτές (που θα μπορούσε να καλύψει το δημοσιονομικό κόστος των κοινωνικών μέτρων, με εξοικονόμηση περίπου 2,5% του ΑΕΠ ή 5 δισ. ευρώ)… «μέχρις ότου η φορολογική επανάσταση που απαιτείται από μια κυβέρνηση της Αριστεράς, θα άρχιζε να αποδίδει». Ως προς τη φορολογική παρέμβαση της κυβέρνησης της Αριστεράς, προτείνει: «μια άμεση πολιτική αναδιανομής, που μπορεί να αναστρέψει με ραγδαίους ρυθμούς το σημερινό καταστροφικό σπιράλ».

4) Ως προς το ζήτημα της Ευρώπης, που ως γνωστόν διχάζει τον ΣΥΡΙΖΑ, ο σ. Χ.Λάσκος επιλέγει ένα «συνθηματικό» παράδειγμα: (η κυβέρνηση της Αριστεράς) «δίνει μια μεγάλη ευκαιρία να κληθούν από την ελλαδική εργατική τάξη οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι να πιέσουν τις δικές τους οικονομικές και πολιτικές ελίτ να «δώσουν» τους «δικούς μας». Με μια τέτοια «ευρωπαϊκή» πολιτική, κανείς δεν θα είχε λόγους να αντιδρά. Γιατί, πρώτον, απευθύνεται στους Ευρωπαίους εργαζόμενους και όχι στους Μερκολάντ και, δεύτερον, έχει ως περιεχόμενο της απεύθυνσης την κατεδάφιση των «δικών μας» καπιταλιστών και όχι στόχους όπως η (πάση θυσία;) παραμονή μας στο ευρώ…

Παραθέσαμε εκτεταμένα αποσπάσματα, γιατί συμφωνούμε απολύτως με την πολιτική που υπαγορεύουν. Συμφωνούμε επίσης με δύο –γενικότερες– παρατηρήσεις του σ. Χ.Λάσκου: α) (η κυβέρνηση Σαμαρά δεν) «πέφτει οσονούπω ως ώριμο φρούτο –αντίθετα θα απαιτηθεί κολοσσιαία προσπάθεια». β) «το ζήτημα της ηγεμονίας επιλύεται όχι με την επίκληση πανανθρώπινων αξιών ή υπέροχων κομουνιστικών ιδεών, αλλά με πολύ πρακτικότερους τρόπους».

Τα παραπάνω αποτελούν το «υποστηρίξιμο και πειστικό πλαίσιο πολιτικής» που αρκετοί (μεταξύ τους και εμείς) έχουν στηρίξει μέσα στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ. Άλλωστε στην ελκτικότητα αυτού του πλαισίου οφείλεται το εκλογικό 27% και στη βάση αυτού του πλαισίου ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλ. Τσίπρας απέρριψαν (μεταξύ Μαΐου και Ιουνίου του 2012) τη συμμετοχή σε μια άλλη εκδοχή τρικομματικής (κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ). Το πρόβλημα είναι ότι στην παρούσα πολιτική φάση το πλαίσιο αυτό έχει αναιρεθεί στο όνομα μιας κάποιας  «κυβερνησιμότητας».

Προσαρμογή;
Κάποιοι σ. έκαναν λόγο για την ανάγκη «βίαιας ωρίμανσης» του ΣΥΡΙΖΑ, αφήνοντας έκθετη την προεκλογική πολιτική μας στην κατηγορία περί «ανωριμότητας» και δίνοντας τη δυνατότητα στους πολιτικούς αντιπάλους μας και στα ΜΜΕ να απαιτήσουν αποδείξεις «ωρίμανσης», με πρώτη-πρώτη την περιθωριοποίηση (ή και τη διαγραφή) κάθε ριζοσπαστικής φωνής (ή πτέρυγας) στις γραμμές μας.

Ο πραγματικός πολιτικός προγραμματισμός του ΣΥΡΙΖΑ διολίσθησε στην άποψη του «ώριμου φρούτου», στην εκτίμηση ότι η κυβέρνηση Σαμαρά θα πέσει από μόνη της (το Μάρτη). Το πρόβλημα δεν είναι –κυρίως– σε αυτά που κάναμε (π.χ. έμφαση στη λίστα Λαγκάρντ), αλλά σε αυτά που δεν κάναμε (π.χ. την αναγκαία πλατιά πανεθνική εκστρατεία για να ακυρωθεί η υπερφορολόγηση του πετρελαίου θέρμανσης, με τις γνωστές «άγριες» συνέπειες τόσο στη ζωή των λαϊκών μαζών όσο και στις συνθήκες που δημιουργούνται στις πόλεις).

Στα πλαίσια μιας τέτοιας, εκλογοκεντρικής, τακτικής, ανοίγουν οι αποστάσεις ανάμεσα σε τμήματα του ΣΥΡΙΖΑ. Κάποιοι αναζητούν αποδείξεις της «κυβερνησιμότητας» του ΣΥΡΙΖΑ, εκπονώντας σχέδια επί χάρτου για την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας. Υποτιμώντας τον παράγοντα της κυρίαρχης τάξης, που έκανε τις συγκεκριμένες «παραγωγικές» επιλογές, και υποβαθμίζοντας τη σημασία της ανατροπής του σημερινού συσχετισμού ως απόλυτη προϋπόθεση για –όποια–  ανασυγκρότηση που θα λογοδοτεί στις λαϊκές ανάγκες.

Άλλοι θέτουν το ερώτημα της «ωρίμανσης» στα λεγόμενα εθνικά ζητήματα, επιδιώκοντας ουσιαστικά την υποβάθμιση της αριστερής πολιτικής (π.χ. στις ΑΟΖ ή στα ζητήματα των μειονοτήτων ή ακόμα και των μεταναστών) ως προϋπόθεση για την εκλογική «διείσδυση» του ΣΥΡΙΖΑ σε συντηρητικά στρώματα.

Ο σ. Γ. Μηλιός, γράφοντας στην «Αυγή», απάντησε στα ερωτήματα που δημιούργησαν οι συναντήσεις με τον Σόιμπλε και τον Φούχτελ, αλλά και το ταξίδι στις ΗΠΑ, δηλώνοντας ότι το νόημά τους ήταν να αποδείξει «τη γραμμή που βάζει στο κέντρο της αντιπαράθεσης το ταξικό ζήτημα, την αντίθεση των «από πάνω» με τους «από κάτω», που αποτελεί την κύρια όψη των αντιθέσεων σε όλη την Ευρώπη». Χωρίς καθόλου να υποτιμώ τη σημασία του τι είπε ο Αλ. Τσίπρας σε αυτές τις συναντήσεις, το ερώτημα παραμένει σχετικά με το αν και κατά πόσο εξυπηρετείται αυτή η ανεξάρτητη, αριστερή, γραμμή από συναντήσεις με τον Σόιμπλε και τη «διακυβέρνηση» Ομπάμα. Δίνοντας, μεταξύ άλλων, στα ΜΜΕ τη δυνατότητα να σπεκουλάρουν περί αναδίπλωσης του Αλ. Τσίπρα και μάλιστα περί αναποτελεσματικής αναδίπλωσης.

Η δημοσκοπική στασιμότητα φορτώνει ξανά με βάρος τη συζήτηση για τις συμμαχίες. Οι οπαδοί των «ανοιγμάτων» προς τα μεσαία στρώματα δεν πρέπει να ξεχνούν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ριζοσπαστική γραμμή κατέκτησε πρωτοφανή ποσοστά μέσα στους εργαζόμενους, στους ανέργους, στη νεολαία. Παρ’ όλα αυτά, είναι πάντα αυτές οι «δεξαμενές» που μπορεί να τον οδηγήσουν στην πολιτική πρωτοκαθεδρία, ακόμα και στην αυτοδυναμία, προοπτική που θα ήταν εγκληματικό να υπονομευθεί στο όνομα μιας ομιχλώδους «στροφής» προς το μεσαίο χώρο.

Και αυτοί που αναζητούν άλλες πολιτικές συμμαχίες, πέρα από τα όρια της ενότητας της Αριστεράς, οφείλουν να παρατηρούν καλύτερα την εξέλιξη της ΔΗΜΑΡ: τα «ανοίγματα» προς «κεντρώες» πολιτικές δυνάμεις δεν προϋποθέτουν σήμερα περιορισμένες υποχωρήσεις, προϋποθέτουν πλήρη εγκατάλειψη του σχεδίου της Αριστεράς.

Η κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα έχει φτάσει σε οριακό σημείο. Η γραμμή των «από πάνω», η μνημονιακή πολιτική είναι απολύτως αναγκαίο και εφικτό να ανατραπεί. Όμως η κυβέρνηση Σαμαρά, αξιοποιώντας την «προδοσία» των σοσιαλδημοκρατών και της ΔΗΜΑΡ, αλλά και υπολογίζοντας στην «κόπωση» του κόσμου, απειλεί να κερδίσει μια μάχη που θα τροποποιεί το γενικότερο συσχετισμό του πολέμου. Όλα θα κριθούν από τη στάση του ΣΥΡΙΖΑ. Φωνές όπως του σ. Χ.Λάσκου που αναφέραμε, αλλά και άλλων ρευμάτων (όπως της Αριστερής Πλατφόρμας που στην πρόσφατη Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ κέρδισαν την υποστήριξη του 25% των μελών του) αποδεικνύουν ότι στο εσωτερικό του ενωτικού εγχειρήματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι απολύτως εφικτό να δοθούν οι πρέπουσες απαντήσεις: ο ΣΥΡΙΖΑ να διεκδικήσει την ανατροπή της κυβέρνησης Σαμαρά, την ανατροπή της λιτότητας και της μνημονιακής πολιτικής, την ανάδειξη μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, ως ενός ενδιάμεσου-μεταβατικού σταθμού, στην κατεύθυνση της γενικότερης σοσιαλιστικής απελευθέρωσης.