Στις 6/11 ολοκληρώνεται η συζήτηση στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή για το σχέδιο νόμου «Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις».

Το σχέδιο νόμου έχει ήδη δεχτεί αυστηρή κριτική όχι μόνο από την Αριστερά, αλλά και από ερευνητές και εργαζόμενους σε ερευνητικά κέντρα (Ένωση Ελλήνων Ερευνητών, Πανελλήνιες Ομοσπονδίες Εργαζομένων Ερευνητικών Κέντρων- Ιδρυμάτων και Σύλλογοι Εργαζομένων σε Ερευνητικά Ιδρύματα Ιδιωτικού Δικαίου).
Σύμφωνα με τους παραπάνω φορείς, το συγκεκριμένο νομοσχέδιο αποτελεί το επιστέγασμα χρόνιων πολιτικών περικοπών των κονδυλίων για την έρευνα –περικοπές που φτάνουν το 68% από το 2008 μέχρι σήμερα. Επιπλέον, ξανά σύμφωνα με τους ίδιους φορείς, απαξιώνει τους ερευνητές, υποβαθμίζοντάς τους σε συμβασιούχους και, αίροντας τη μονιμότητά τους, μετατρέπει το σύστημα διοίκησης των ερευνητικών κέντρων σε κλειστό και αδιαφανές, και εντέλει μετατρέπει τα ερευνητικά κέντρα σε επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους σε επιχειρηματίες. 
Ακόμα και η «Καθημερινή», σε άρθρο της με τίτλο «Ερευνητικά κέντρα παντού, χωρίς έλεγχο», επισημαίνει την ερχόμενη κατασπατάληση των πόρων του νέου ΕΣΠΑ για την Έρευνα, μέσω (επιχειρηματικών-ιδιωτικών) φορέων που θα φυτρώσουν «σαν μανιτάρια», μη αξιόπιστων και κόντρα στα υπάρχοντα ερευνητικά κέντρα. Το ίδιο το υπουργείο παιδείας, στο κάλεσμά του για τη διαβούλευση επί του σχεδίου νόμου, αναφέρει πως στόχος είναι η δημιουργία «ευνοϊκών» συνθηκών για την ανάπτυξη της έρευνας στη χώρα και «ευέλικτων δομών στον εθνικό ερευνητικό ιστό, που ενισχύουν τη διασύνδεση της έρευνας με την παραγωγή και την επιχειρηματικότητα». 
Φαίνεται έτσι πως σε γενικές γραμμές το νομοσχέδιο ακολουθεί τις κατευθυντήριες των έως τώρα πολιτικών της κυβέρνησης εν μέσω κρίσης, με βασικό άξονα την υποβάθμιση των υπαρχόντων ερευνητικών οργανισμών, την ιδιωτικοποίησή τους, αλλά και το άνοιγμα ενός νέου πεδίου κέρδους για τον οποιονδήποτε υπό την πρόφαση της ευελιξίας – ανάπτυξης – τεχνολογικής εξέλιξης.
Υφιστάμενα ερευνητικά κέντρα…
Σε ό,τι αφορά τα υπάρχοντα ερευνητικά κέντρα (που συνήθως είναι ιδρύματα με μακροχρόνια και σοβαρή παράδοση), το αντικείμενο της έρευνας εμπορευματοποιείται, αφού θα συνδέεται στενά με ιδιωτικές επιχειρήσεις και η ακαδημαϊκή και επιστημονική έρευνα μετατρέπεται σε επιχειρηματική, με αναπόφευκτη την εξάρτηση από τους όρους των χρηματοδοτών. Η ύπαρξη και λειτουργία των υφιστάμενων ερευνητικών κέντρων υπονομεύεται συνολικά, καθώς δεν υπάρχει καμία δέσμευση για δημόσια χρηματοδότηση, καταργούνται οι σταθερές θέσεις εργασίας, καθώς και οι εσωτερικοί κανονισμοί τους, και καθιερώνεται ένα αδιαφανές μοντέλο διοίκησης. Φαίνεται να έρχεται η δυνατότητα, με την ψήφιση του νόμου, να μπει και σε αυτούς τους οργανισμούς «λουκέτο τύπου ΕΡΤ». 
…και νέο πεδίο δράσης του κέρδους
Η υποβάθμιση των υπαρχόντων πηγαίνει χέρι-χέρι με τη δυνατότητα ίδρυσης νέων ερευνητικών κέντρων «ειδικού σκοπού», όπως το πρόσφατα εξαγγελθέν «Ερευνητικό Κέντρο Ανατολικής Μακεδονίας-Θράκης» με έδρα την Κομοτηνή, και την άνευ όρων παράδοση του ερευνητικού ιστού και μεγάλων εθνικών υποδομών στην ιδιωτική πρωτοβουλία (που ταυτόχρονα αποκτά ανεξέλεγκτη πρόσβαση σε κάθε είδους δημόσια χρηματοδότηση).
Φαίνεται βέβαια αυτός ο «ειδικός σκοπός» να είναι εξαιρετικά σαφής – ειδικά όταν πρόκειται για την κατανομή χρημάτων από το νέο ΕΣΠΑ. Τα κονδύλια του ΕΣΠΑ αφορούν την επόμενη εξαετία και το νομοσχέδιο συντάσσεται με τέτοιους όρους, ώστε αυτά τα κονδύλια να τα εκμεταλλευτούν ιδιώτες. Οι ρυθμίσεις του είναι σκανδαλώδεις, π.χ. η δυνατότητα που παρέχεται στα ερευνητικά κέντρα για απευθείας αναθέσεις διαγωνισμών και προμηθειών, μέσα από μυστικές συνεδριάσεις και παρακάμπτοντας τις δημόσιες συμβάσεις. 
Το σχέδιο νόμου αποτελεί τη συνέχεια των μέχρι τώρα μνημονιακών πολιτικών. Μετά τα λουκέτα σε δημόσιους οργανισμούς, την εκποίηση του δημόσιου πλούτου, «εκποιείται» και η έρευνα στους επενδυτές και στο βωμό του κέρδους, με τρόπο που δεν θα μπορούσε να είναι περισσότερο ξεκάθαρος.
Απαιτούμε την άμεση απόσυρση του Σχεδίου Νόμου, υπερασπιζόμαστε την έρευνα ως δημόσιο αγαθό για το κοινωνικό όφελος και αγωνιζόμαστε για την ανατροπή των μνημονιακών πολιτικών συνολικά!