Συγκέντρωση δύναμης της ριζοσπαστικής Αριστεράς

Στις μέρες που έρχονται, η ΛΑΕ θα παρουσιάσει το σχέδιό της για μια μακρόχρονη πολιτική καμπάνια. Θεωρούμε χρήσιμο να παρουσιάσουμε κάποιες βασικές ιδέες και διαφορές που οι εκπρόσωποι του Κόκκινου Δικτύου υποστήριξαν σε αυτήν τη συζήτηση. 
Κομβικό σημείο της συγκυρίας είναι η κρίση της κυβέρνησης Τσίπρα-ΑΝΕΛ. Ακόμα και «φιλικές» δημοσκοπήσεις του συγκροτήματος ΣΥΡΙΖΑ (π.χ. Prorata στην Εφ.Συν.) καταλήγουν στη διαπίστωση ότι μεγάλο τμήμα του κόσμου που εναπέθεσε τις ελπίδες του στον ΣΥΡΙΖΑ αποσύρεται σήμερα από την επιρροή του. 
Η κρίση σταθερότητας της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ συνδυάζεται πλέον με συστημική αστάθεια. Ήδη σημαντικοί μηχανισμοί του κράτους αποσταθεροποιούνται επικίνδυνα για το καθεστώς (ΜΜΕ, Δικαιοσύνη, εκπαίδευση, ποδόσφαιρο κ.ά.), με έκρηξη των ανταγωνισμών στο εσωτερικό τους και την εκδήλωση παραλυτικών φαινομένων απειθαρχίας. 
Αυτά σημαίνουν ότι βαδίζουμε σε μια κορύφωση της πολιτικής κρίσης, σε παροξυσμό των πολιτικών ανταγωνισμών. Δεν έχουμε τα περιθώρια μιας «μακράς περιόδου» ιδεολογικοπολιτικής προετοιμασίας, κυρίως με ζύμωση πάνω σε κάποιες από τις ιδέες μας. Η καμπάνια της ριζοσπαστικής Αριστεράς οφείλει να συγκροτεί άμεσα τις δυνάμεις μας, να έχει χαρακτήρα πολιτικής ετοιμότητας, να πιέζει τις αναγκαίες συμμαχίες να συσπειρωθούν και –κυρίως!– να επιτρέπει στις οργανώσεις βάσης να «συγκεκριμενοποιούν» την καμπάνια, με αντίστοιχα προγράμματα δράσης στους κοινωνικούς χώρους της ευθύνης τους.
Βασική αδυναμία του ευρύτερου κόσμου του κινήματος για την αντιμετώπιση της σημερινής συγκυρίας είναι η απογοήτευση μέσα από τη συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ, η μετατροπή της ελπίδας σε παθητικότητα, ο κλονισμός της εμπιστοσύνης προς την πολιτική Αριστερά με την ευρύτερη έννοιά της. Βασικό στοιχείο της καμπάνιας, κατά τη γνώμη μας, πρέπει να είναι η ανάκτηση της έννοιας της ριζοσπαστικής Αριστεράς, η αναθέρμανση της ελπίδας στην πολιτική δράση και παρέμβαση.
Με αυτά τα κριτήρια, χρειαζόμαστε μια εξόρμηση γύρω από την κεντρική ιδέα: «Η Αριστερά που επιμένει αριστερά» (προφανώς η διατύπωση είναι προς συζήτηση και συγκεκριμενοποίηση). Η εξόρμηση αυτή θα όφειλε να αναπτυχθεί σε άξονες, που θα περιλαμβάνουν όλες τις αιχμές του προγράμματος [και όχι τη συγκέντρωση σε μία από αυτές και μάλιστα την πιο «δύσκολη» (το νόμισμα)]. Αυτοί πρέπει να είναι:
1. Επιμονή στο αντιμνημόνιο, στην αντιλιτότητα (μισθοί, συντάξεις, εργασιακά, ιδιωτικοποιήσεις, κοινωνικές δαπάνες).
2. Στάση πληρωμών, με προοπτική διαγραφής του χρέους. Στις εβδομάδες που έρχονται, το ζήτημα του χρέους θα γίνει καθοριστικό στη δημόσια συζήτηση και εν πολλοίς η «βιωσιμότητα» της κυβέρνησης θα κριθεί στο εάν και τι «συμφωνία» θα μπορέσει να αποσπάσει από τους δανειστές. Η ΛΑΕ δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποτιμήσει αυτήν την αντιπαράθεση.
3. Εθνικοποίηση των τραπεζών, κατάργηση των «ελευθεριών» του κεφαλαίου. Χωρίς αυτόν τον πολιτικό «κόμβο», με οποιοδήποτε νόμισμα, δεν είναι δυνατόν να αντιμετωπιστεί η λιτότητα και ο νεοφιλελευθερισμός.
4. Αλληλεγγύη στους πρόσφυγες, συνέχεια της αντιρατσιστικής-αντιπολεμικής-αντιιμπεριαλιστικής δράσης της ΛΑΕ. Η υπενθύμιση από τη μεριά μας αυτού του «άξονα» έχει μια ακόμα πιο συγκεκριμένη πτυχή: τμήματα του «ευρωσκεπτικισμού» στην Ευρώπη, αλλά και στην Ελλάδα, σήμερα έχουν μετατοπιστεί επικινδύνως προς το ρατσισμό (π.χ. ΕΠΑΜ).
5. Έξοδος από το ευρώ και την ευρωζώνη, ως αναντικατάστατη προϋπόθεση για την υλοποίηση όλου του παραπάνω μεταβατικού «προγράμματος». Ο άξονας αυτός, ενώ είναι πράγματι κομβικός και αναντικατάστατος, δεν μπορεί –αν αποσπαστεί– να «συνοψίζει» όλο το πρόγραμμα: γιατί ήδη στην Ευρώπη είναι ολοφάνερες οι δυνάμεις «ευρωσκεπτικισμού» που σχεδιάζουν την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα με επιμονή στο νεοφιλελευθερισμό και στη σκληρή λιτότητα (π.χ. στη Γαλλία ή την Ιταλία), ως μέθοδο για την έξοδο της κάθε «εθνικής οικονομίας» από την παρατεινόμενη κρίση του καπιταλισμού. 
Είναι γεγονός ότι ανάμεσα στους παραπάνω προγραμματικούς άξονες χρειάζεται ιδιαίτερη επιμονή και έμφαση στο ζήτημα της εξόδου από το ευρώ. Αυτό το έχει ήδη κατοχυρώσει η ΛΑΕ, το έχει καταγράψει ως «ταυτοτικό» στοιχείο της άποψής της, και αυτό θα συνεχίσει να κάνει. 
Όμως αυτό δεν αρκεί για να καλύψει το γεγονός ότι μέσα στο ρεύμα των υποστηρικτών της «εξόδου» υπάρχουν ακόμα καθοριστικές διαφορές (π.χ. υποστηρικτές μιας εξόδου «συμπεφωνημένης» με την ΕΕ, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ, π.χ. υποστηρικτές μιας «σκληρής» δραχμής –σε ισοτιμία 1:1 με το ευρώ– και, αντίθετα, υποστηρικτές μιας «μαλακής» δραχμής που θα διευκολύνει –μέσω διαρκούς υποτίμησης– τις εξαγωγές κ.ο.κ.). Αυτές οι διαφορές συνδέονται με σημαντικές αποκλίσεις στους πολιτικούς προσανατολισμούς του καθενός. 
Τέλος, σημειώνουμε, μια πρόταση που θα επικεντρώνει την καμπάνια στο ζήτημα του νομίσματος μπορεί να δημιουργήσει στο ζήτημα των αναγκαίων συμμαχιών της ΛΑΕ με άλλες δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς. 
Αφενός, η μεν ΑΝΤΑΡΣΥΑ διευρύνει το σύνθημα της εξόδου από το ευρώ σε άμεση έξοδο και από την ΕΕ, η δε Πλεύση και άλλοι-ες προερχόμενοι/ες από τον ΣΥΡΙΖΑ αποδέχονται μια πολιτική ρήξης με την ευρωζώνη, αλλά αρνούνται να συγκεκριμενοποιήσουν τη θέση τους με το σύνθημα «έξοδος από το ευρώ». Αφετέρου, δυνάμεις που επιλέγουν το «έξοδος από το ευρώ», όπως το ΕΠΑΜ, έχουν αποδειχθεί ακατάλληλες για όποια πολιτική σχέση. 
Ανάλογο πρόβλημα υπάρχει και στο διεθνές-ευρωπαϊκό πεδίο: ο στόχος για μια ευρωπαϊκή διάσκεψη είναι σωστός, αλλά στην προετοιμασία της θα διαπιστώσουμε ότι είναι αδύνατον να φέρουμε στο ίδιο τραπέζι διαλόγου κάποιους ριζοσπάστες-αντιευρώ που έχουν όμως μετακινηθεί προς τις πολιτικές «προστατευτισμού» μαζί με τις υπαρκτές δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς που δίνουν τις μάχες ενάντια στη λιτότητα, το νεοφιλελευθερισμό και το ρατσισμό, έστω και αν δεν θέτουν ξεκάθαρα και ολοκληρωμένα το στόχο της εξόδου από το ευρώ.

Σε αυτήν τη συζήτηση η ΛΑΕ έχει κομβική θέση: συνδυάζει τον αριστερό-ριζοσπαστικό χαρακτήρα στην πολιτική της με μια καθαρή θέση για το ευρώ. Είναι ο χώρος που οφείλει «φυσιολογικά» να πάρει τις πρωτοβουλίες σύνθεσης, προβάλλοντας τα συμπεράσματα από την εμπειρία του καλοκαιριού του 2015.
Οι αναγκαίες πρωτοβουλίες οφείλουν άμεσα να ξεδιπλωθούν σε δύο θεματολογίες που θα πρέπει να απευθυνθούν στους συντρόφους και τις συντρόφισσες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, της Πλεύσης Ελευθερίας, της Δικτύωσης Ριζοσπαστικής Αριστεράς: α) Αντιλιτότητα (ενωτικές πρωτοβουλίες βάσης στα συνδικάτα και στις συνοικίες, Κέντρο Αγώνα κ.λπ.). β) Χρέος. Πρωτοβουλία καταγγελίας και διαφοροποίησης απέναντι στις πολιτικές «ρύθμισης» που θα επιδιώξει ο Τσίπρας.
Καθοριστικό για εμάς στοιχείο της καμπάνιας θα είναι το να μπορεί να «μεταφραστεί» άμεσα σε προγραμματισμούς δράσης των ΠΕ της ΛΑΕ.
Η συγκυρία μάς δείχνει πολύ πιεστικά τα σημεία όπου πρέπει να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας.