Με εμφάνιση τάγματος εφόδου, καμιά διακοσαριά χρυσαυγίτες με επικεφαλής τον Κασιδιάρη και άλλους υπόδικους βουλευτές, παρουσιάστηκε η Χρυσή Αυγή στο εθνικιστικό συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης.

Είχε προηγηθεί βίαιη εισβολή χρυσαυγιτών στο Δημοτικό Συμβούλιο Θεσσαλονίκης, που θύμιζε προγενέστερες εποχές τσαμπουκάδων των νεοναζί. Στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης, η Χρυσή Αυγή χειροκροτήθηκε από τμήμα του πλήθους και δεν αποδοκιμάστηκε από κανέναν. Κολύμπησε στον εθνικιστικό παροξυσμό του παπαδαριού, των χουλιγκάνων, των εφέδρων, των παμμακεδονικών ενώσεων και των ακροδεξιών συνονθυλευμάτων σαν ψάρι στο νερό, συμμετέχοντας για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια σε κινητοποίηση ευρύτερη από τις δικές της γιορτές μίσους. Στο ίδιο συλλαλητήριο, φασιστικές ομάδες έκαψαν την κατάληψη Libertatia, ενώ οι χρυσαυγίτες βεβήλωσαν το μνημείο του Ολοκαυτώματος στην πλατεία Ελευθερίας, κυνήγησαν και ξυλοκόπησαν περαστικούς. Αυτές τους οι «επιτυχίες», καθώς και οι μνήμες από τις παλαιότερες εθνικιστικές φιέστες για το Μακεδονικό το ’92, μέσα στις οποίες η Χρυσή Αυγή ανδρώθηκε ως φασιστική οργάνωση, έδωσαν στον Μιχαλολιάκο την ελπίδα πως μπορεί να ξεφύγει από την απομόνωση όπου έχει περιέλθει μέσα από τη δίκη της εγκληματικής οργάνωσης και τις συνεχιζόμενες αντιφασιστικές κινητοποιήσεις όποτε ξεμυτίζουν σε δημόσιο χώρο. Ήταν μια χρυσή ευκαιρία για τους Έλληνες ναζί να ξαναβγούν στον αφρό του εθνικιστικού ρεύματος ως νόμιμο κόμμα πατριωτών-εθνικιστών. 
Κάλεσαν λοιπόν τη δική τους φιέστα μίσους με διπλό στίγμα (Ίμια και Μακεδονία), στις 3 Φλεβάρη στα γραφεία τους στη Μεσογείων, με την πρόθεση να κατεβάσουν πανελλαδικά στην Αθήνα τον μεγαλύτερο δυνατό όγκο μελών και υποστηρικτών τους που θα συμμετείχε και την επόμενη μέρα 4/2 στο εθνικιστικό συλλαλητήριο της Αθήνας. Εξήγγειλαν μεγαλόστομα λαμπαδηφορία χιλιάδων «μαχητικών εθνικιστών» στους δρόμους της Αθήνας, ελπίζοντας ότι η «αίγλη» του εθνικιστικού συλλαλητηρίου της επόμενης μέρας θα τροφοδοτούσε και τη δική τους φιέστα μίσους του Σαββάτου. Τα αποτελέσματα ήταν οικτρά. Λίγες εκατοντάδες (400-500 άτομα) ήταν οι αμετανόητοι φασίστες που κατάφεραν να μαζέψουν από όλη την Ελλάδα στη φιέστα της λεωφόρου Μεσογείων. Η πορεία των ναζί εμποδίστηκε να πορευτεί προς το κέντρο της Αθήνας από την πολλαπλάσια σε μέγεθος αντιφασιστική διαδήλωση που ξεκίνησε από το μνημείο των Ιμίων στην πλατεία Ρηγίλλης και έφτασε μέχρι τον φραγμό της αστυνομίας στη λεωφόρο Μεσογείων. Πολλές εκατοντάδες ήταν και οι διαδηλωτές που συμμετείχαν το προηγούμενο Σάββατο 27 Γενάρη σε διεθνιστική αντιπολεμική συγκέντρωση μαζί με Κούρδους και Τούρκους πολιτικούς πρόσφυγες πάλι από το μνημείο των Ιμίων, πορεία που είχε κατευθυνθεί στη Βουλή. Οι δύο διαδηλώσεις (27/1 και 3/2) κράτησαν τη συνέχεια των αντιφασιστικών κινητοποιήσεων των προηγούμενων χρόνων για τα Ίμια, απομονώνοντας για άλλη μια φορά τους νεοναζί.
Όμως και στο ίδιο το εθνικιστικό συλλαλητήριο της Κυριακής 4/2, οι φασίστες της Χρυσής Αυγής δεν ήταν τα κεντρικά πρόσωπα. Δεν κυριάρχησαν αυτήν τη φορά τα συνθήματά τους, όπως το «Αλήτες προδότες πολιτικοί». Η λαϊκή ακροδεξιά της ΝΔ με μπροστάρηδες τους Σαμαρά, Γεωργιάδη, Κικίλια κ.ά. καθώς και η εμφανής κινητοποίηση της ΝΔ –που επέβαλε ομιλητή και τον Μίκη Θεοδωράκη– μαζί με τα συγγενή ακροδεξιά μορφώματα που επικοινωνούν ευθέως με πολιτευτές της ΝΔ, αλλά και η επίσημη παρουσία των μητροπολιτών της Ιεράς Συνόδου, κατάφεραν να πάρουν τη ρεβάνς της Θεσσαλονίκης και να προσδώσουν ευρύτερο χαρακτήρα από το στίγμα του Φράγκου Φραγκούλη, με την ευγενική χορηγία του ΣΚΑΪ και των λοιπών μεγάλων ΜΜΕ. Παρ’ όλα αυτά, οι νεοναζί της Χρυσής Αυγής θα χρησιμοποιήσουν τα εθνικιστικά συλλαλητήρια για να προσδώσουν νομιμοποίηση στη νεοναζιστική συμμορία. Είναι απολύτως βέβαιο πως οι δημόσιες εμφανίσεις της ΧΑ θα αυξηθούν, μαζί με τους τσαμπουκάδες τους. Την ίδια τη μέρα του συλλαλητηρίου, ομάδα νεοναζί επιχείρησε να δώσει δείγματα φασιστικού τσαμπουκά, επιχειρώντας οργανωμένη επίθεση με πέτρες και μπουκάλια ενάντια στο αυτοδιαχειριζόμενο θέατρο «Εμπρός» που αποκρούστηκε από τον κόσμο που βρισκόταν στο χώρο.
Μόνη απάντηση σε αυτή την απειλή, όπως και στην πιθανότητα εμφάνισης πολιτικής δυναμικής για ένα νέο ακροδεξιό κόμμα, είναι η ανάπτυξη των αγώνων του εργατικού κινήματος ενάντια στα μνημόνια, η αταλάντευτη αντιπαράθεση με τον εθνικισμό της δικής μας άρχουσας τάξης, καθώς και η ένταση των απαντήσεων του αντιφασιστικού κινήματος όπου οι χρυσαυγίτες επιχειρούν να εμφανιστούν δημόσια. Η ιστορία μετά το 1992 είναι διδακτική για το πώς το κίνημα αντίστασης κατάφερε να απαντήσει με ταξικούς όρους στον εθνικιστικό παροξυσμό και οδήγησε στην πτώση της κυβέρνησης Μητσοτάκη το 1993.