Η  Βρετανή πρωθυπουργός Τερέζα Μέι εδώ και καιρό αποτελεί την ηρωίδα του χρονικού ενός προαναγγελθέντος πολιτικού θανάτου, παρότι στα μέσα του Δεκέμβρη πήρε μία ακόμη αναβολή.

Τότε επρόκειτο να φέρει στη Βουλή τη συμφωνία που συνήψε η ίδια με την Ευρωπαϊκή Ένωση για «βελούδινο διαζύγιο» μεταξύ των Βρυξελλών και του Λονδίνου, σε υλοποίηση της απόφασης του δημοψηφίσματος που είχε γίνει το 2016 στη Μ. Βρετανία (στο Ηνωμένο Βασίλειο για την ακρίβεια, γιατί αυτό περιλαμβάνει και την βιαίως προσαρτημένη Βόρεια Ιρλανδία). Η συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει παραμονή της Μ. Βρετανίας για δύο χρόνια στην Ενιαία Αγορά ενώ διατηρούνται όλοι οι νεοφιλελεύθεροι πυλώνες της γνωστής πολιτικής της ΕΕ.

Η συμφωνία δεν θα περνούσε από το Κοινοβούλιο, καθώς δεκάδες βουλευτές του κόμματός της, των Τόρις, είχαν δηλώσει προκαταβολικά ότι θα την καταψήφιζαν (βεβαίως όχι γιατί αποδεχόταν όλες τις νεοφιλελεύθερες θεότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά γιατί –παρά το Brexit– δεν αποσπούσε τα δικαιώματα και τις ευκολίες για το βρετανικό κεφάλαιο, καθώς και γιατί δεν ήταν αρκούντως αντι-μεταναστευτική και εθνικιστική).

Έτσι η Μέι προτίμησε έναν τακτικό ελιγμό: ανέβαλε την ψηφοφορία στη Βουλή και πήγε στην κοινοβουλευτική της ομάδα όπου ζήτησε –και πήρε– ψήφο εμπιστοσύνης. Όμως ακόμη και εκεί πάνω από το ένα τρίτο των βουλευτών του κόμματος ψήφισε εναντίον της (117 έναντι 200 που ψήφισαν υπέρ της)! Βέβαια προκειμένου να εξασφαλιστεί με σιγουριά η επικράτηση της Μέι, χρειάστηκε να αποκατασταθούν επειγόντως και να επανέλθουν στη θέση τους δύο βουλευτές που είχαν τεθεί σε διαθεσιμότητα από την ΚΟ των Τόρις καθώς κατηγορούνται για σεξουαλική παρενόχληση! 

Είναι για όλα αυτά προφανές ότι η Μέι δεν μπορεί να κυβερνήσει έτσι επί μακρόν. Και, πράγματι, το Εργατικό Κόμμα δεν άργησε να καταθέσει πρόταση μομφής κατά της Μέι, επικαλούμενο την αποτυχία της στις διαπραγματεύσεις και την άρνησή της να φέρει –πριν από τον Γενάρη, όπως είχε δεσμευθεί– στη Βουλή την τόσο κρίσιμη για το μέλλον του βρετανικού καπιταλισμού, συμφωνία με την ΕΕ. Την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές (18/12) δεν είχε ακόμη γίνει γνωστό αν η Μέι θα αποδεχόταν να γίνει ψηφοφορία επί της πρότασης μομφής ή αν το Εργατικό Κόμμα θα αναγκαζόταν να πάει σε πρόταση μομφής εναντίον όλης της κυβέρνησης, μια διαδικασία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε πρόωρες εκλογές, αλλά που επίσης θα μπορούσε (αν δεν κέρδιζε η πρόταση) να καθυστερήσει αυτές τις εκλογές για πολύ ακόμη.
Αντίφαση
Η ίδια η Μέι κέρδισε χρόνο, αλλά τον πόλεμο θα τον χάσει. Η Μ. Βρετανία βρίσκεται εδώ και πολλούς μήνες σε αυτόν τον κυκεώνα καθώς ταλανίζεται από μία θεμελιώδη αντίφαση: από τη μια τα συμφέροντα και τις προτιμήσεις της συντριπτικής πλειονότητας του μεγάλου κεφαλαίου της χώρας, και από την άλλη την ιδεολογία (ή την ιδεολοψία για να θυμηθούμε τα καθ’ ημάς) του βασικού κόμματος αυτής της άρχουσας τάξης, μια ιδεολογία που καλλιεργήθηκε την περίοδο που η χώρα αποτελούσε τη μεγαλύτερη καπιταλιστική ιμπεριαλιστική αυτοκρατορία του κόσμου κυριαρχώντας σε πέντε ηπείρους. Το City (οι τραπεζίτες) του Λονδίνου και οι περισσότερες εξαγωγικές επιχειρήσεις, αλλά και πολλές μικρομεσαίες θέλουν να παραμείνει η χώρα στην ΕΕ –κι αυτό τονίζουν οι ενώσεις τους–, την ίδια στιγμή που τα περισσότερα μέλη αλλά και οι περισσότεροι βουλευτές του κόμματος των Τόρις είναι φαρμακερά αντι-ΕΕ. Η νοσταλγία της αποικιακής αυτοκρατορίας και η στενομυαλιά της μικρής Αγγλίας έχουν καθιερωθεί ως βάση της ιδεολογίας των Τόρις εδώ και δεκαετίες. Τώρα αυτά έχουν γίνει πρόβλημα: δεν ταιριάζουν πια με την ατζέντα παγκοσμιοποίησης που έχει η άρχουσα τάξη. Η πολιτική έχει μερικώς αποσυνδεθεί με τα κύρια οικονομικά συμφέροντα στη βρετανική κοινωνία.
Αυτό το απόλυτο χάος και αδιέξοδο σχετίζεται απόλυτα με τα αδιέξοδα συνολικά του ευρωπαϊκού καπιταλισμού (οι εξελίξεις σε Γαλλία και Ιταλία, καθώς και η τύχη της επιτυχημένης μέχρι σήμερα Μέρκελ, είναι αδιάψευστοι μάρτυρες). Στην περίπτωση της Μ. Βρετανίας το αδιέξοδο είναι πρωτοφανές καθώς είναι πλέον σαφές ότι δεν θα περάσει μεν η συμφωνία από το Κοινοβούλιο, αλλά είναι επίσης σαφές ότι σε αυτό το Κοινοβούλιο δεν μπορεί να προκύψει καμία πλειοψηφία για το κρίσιμο επίδικο όσον αφορά το μέλλον του βρετανικού ιμπεριαλισμού.
Δεύτερο δημοψήφισμα
Οι μεγάλες καπιταλιστικές επιχειρήσεις και το βαθύ κράτος της Βρετανίας, αλλά και η ηγεσία της ΕΕ βρίσκονται σε απόγνωση με την κυβέρνηση Μέι, αλλά (μέχρι τώρα τουλάχιστον) φοβούνται περισσότερο τη δεύτερη εναλλακτική λύση, δηλ. μια κυβέρνηση των Εργατικών υπό την αριστερή ηγεσία του Τζέρεμι Κόρμπιν. Έτσι συνεχίζεται το αδιέξοδο με την κυβέρνηση των Τόρις, η οποία στηρίζεται στο ακροδεξιό κόμμα DUP. Στο παρελθόν οι Τόρις σε αντίστοιχες περιπτώσεις είχαν ξεφορτωθεί τις ηγεσίες τους όπως τον Κάμερον ή ακόμη και την ίδια τη «Σιδηρά Κυρία», δηλ. τη Θάτσερ. Αλλά τώρα γνωρίζουν ότι όποιος και να βρεθεί στη θέση της Μέι, θα έχει να αντιμετωπίσει τα ίδια αδιέξοδα –κι όλοι οι επίδοξοι ηγέτες προτιμούν να αντιπολιτεύονται μέσα στο κόμμα τους. Από την άλλη η ίδια η Μέι προτιμά να κερδίζει χρόνο στην πρωθυπουργία και στην ηγεσία του κόμματος ελπίζοντας ότι όσο πλησιάζει η καταληκτική ημερομηνία του Brexit, τον Μάρτιο, οι βουλευτές των Τόρις (και ίσως κάποιοι των Εργατικών) θα αναγκαστούν κάτω από την πίεση του διλήμματος «καλύτερα μία κακή συμφωνία παρά καμία συμφωνία», να στηρίξουν τη συμφωνία στο Κοινοβούλιο.
Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, η άρχουσα τάξη και οι οργανικοί της διανοούμενοι προτιμούν ένα δεύτερο δημοψήφισμα, όπου, όπως πιστεύουν, με καλύτερη προετοιμασία από την προηγούμενη φορά, θα ανατρέψουν το Brexit και θα επικρατήσει το Bremain, δηλ. η παραμονή στην ΕΕ. Φυσικά δεν λένε κάτι τέτοιο ανοιχτά αλλά κάνουν -δημαγωγικά- λόγο για το δικαίωμα των πολιτών σε ένα πιο δίκαιο, πιο δημοκρατικό δημοψήφισμα. 
Η λύση του δημοψηφίσματος θα αποτρέψει εξάλλου την άνοδο των Εργατικών του Κόρμπιν στην κυβέρνηση, πράγμα που η άρχουσα τάξη αυτή τη στιγμή, όπως αναφέραμε, φοβάται περισσότερο από το Brexit, παρότι η επίσημη θέση του κόμματος είναι υπέρ της παραμονής στην ΕΕ. 
Έτσι εμφανίστηκε η ιδέα για νέα δημοψήφισμα με την πρωτοβουλία «Ψήφος του Λαού». Υποτίθεται ότι είναι πρωτοβουλία από τα κάτω, αλλά στην πραγματικότητα οι απόψεις της απέχουν πολύ από τα συμφέροντα των απλών ανθρώπων για τους οποίους υποτίθεται ότι ενδιαφέρεται. Η πρωτοβουλία απασχολεί 60 άτομα στα γραφεία της στο Γουέστιμνστερ και έχει τριπλασιάσει τις δαπάνες της τους τελευταίους μήνες, καθώς υποστηρίζεται από μερικούς από τους πιο πλούσιους ανθρώπους στη Μ. Βρετανία.
Δυσαρέσκεια και Κόρμπιν
Το μεγάλο πολιτικό πρόβλημα της κυρίαρχης τάξης είναι η μαζική δυσαρέσκεια από την καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. «Όποιο και να ήταν το ακριβές περιεχόμενό της η ψήφος υπέρ του Brexit υπήρξε αναμφισβήτητα μια εξέγερση κατά της κυρίαρχης οικονομικής και πολιτικής τάξης» γράφει ο Βρετανός επαναστάτης σοσιαλιστής Κρις Νάινχαμ. Και προσθέτει: «Το φαινόμενο “Κόρμπιν” είναι προφανώς επίσης ένα προϊόν της ευρύτατης δυσαρέσκειας ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό». 
Σε ένα ανοιχτό τους γράμμα πολλές ηγετικές προσωπικότητες της «Σοσιαλιστικής» Διεθνούς (ναι, αυτής του Γ. Παπανδρέου) απευθύνθηκαν στον Κόρμπιν ζητώντας να αναστρέψει το Brexit αν έρθει ο ίδιος στην κυβέρνηση. Ήξεραν γιατί το έκαναν. Στο μανιφέστο του Εργατικού Κόμματος του 2017 ο Τζ. Κόρμπιν είχε υποσχεθεί μεταξύ άλλων: Επανεθνικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών, όπως σιδηρόδρομοι, ύδρευση, ταχυδρομεία, ενέργεια. Κρατική παρέμβαση στην οικονομία, συμπεριλαμβανομένης και της ίδρυσης Εθνικής Επενδυτικής Τράπεζας. Επανεθνικοποίηση των τμημάτων του ΕΣΥ που είχαν ιδιωτικοποιηθεί και δωρεάν υπηρεσίες για τους πολίτες. Κρατικά συμβόλαια κατά προτίμηση σε βρετανικές εταιρίες. Μεγαλύτερο ρόλο και περισσότερα δικαιώματα για τα εργατικά συνδικάτα. Τέλος υποσχόταν να μπει φραγμός στην επιπλέον εκμετάλλευση (δηλ. τους χαμηλότερους μισθούς) στην οποία υπόκεινται οι μετανάστες εργάτες στη Μ. Βρετανία. 
Για όποιον παρακολουθεί έστω και στο ελάχιστο τις ντιρεκτίβες και το δίκαιο της νεοφιλελεύθερης ΕΕ, αλλά και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, είναι σαφές ότι τίποτε από τα παραπάνω δεν μπορεί να υλοποιηθεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακόμη όμως και η απλή παραμονή στην Ενιαία Ευρωπαϊκή Αγορά (όπως προβλέπει η συμφωνία της Μέι και όπως υποστηρίζουν οι οπαδοί του Μπλερ μέσα στο Εργατικό Κόμμα), πάλι θα εμπόδιζε de jure την εφαρμογή ολόκληρου του πυρήνα του ανωτέρω προγράμματος του Κόρμπιν. Γι’ αυτό Βρυξέλλες, City, μεγαλοβιομήχανοι και βαθύ κράτος φοβούνται την άνοδο του Κόρμπιν, γ’ αυτό και η «Σοσιαλιστική» Διεθνής ανέλαβε να τον συνετίσει.
Προοπτικές
Θα ήταν τραγικό λάθος για τον Κόρμπιν να ενδώσει στις πιέσεις και να υποστηρίξει την παραμονή στην ΕΕ, μέσω ενός δεύτερου δημοψηφίσματος ή μέσω αποδοχής της «λύσης Μέι». Το Εργατικό Κόμμα, στις προηγούμενες εκλογές, παρά τις επιτυχίες του, έχασε κλασικά εργατικά προπύργιά του (Μάνσφιλντ, Ουάλσαλ, Βόρειο Στόουκ, Στόουκ-ον-Τρεντ κ.ά.) που στο δημοψήφισμα στήριξαν μαζικά το Brexit. 
Σήμερα στο βρετανικό κοινοβούλιο δεν υπάρχει πλειοψηφία ούτε για να περάσει η συμφωνία της Μέι με την ΕΕ, ούτε για να γίνει Brexit χωρίς συμφωνία (σκληρό Brexit), ούτε για να γίνει δεύτερο δημοψήφισμα ούτε, τουλάχιστον μέχρι αυτή τη στιγμή, για να γίνουν εθνικές εκλογές. Η Μέι παίζει τα ρέστα της απευθυνόμενη στους βουλευτές της που την απεχθάνονται: Θέλετε να πάμε σε σκληρό Brexit, τους ρωτά. Αν επιβιώσει από τhν πρόταση μομφής εναντίον της (αν γίνει ψηφοφορία) θα μπορεί να θέσει νέο δίλημμα στους βουλευτές των Τόρις: Θα ψηφίσετε μαζί με τους Εργατικούς την πρόταση μομφής ενάντια στην κυβέρνησή μας; Άλλη λύση δεν έχει, καθώς στην τελευταία συνάντησή της με τη Μέρκελ, η Γερμανίδα καγκελάριος είπε στη Βρετανή ομόλογό της ότι η ΕΕ ό,τι είχε να δώσει, το έδωσε, «το θέμα του Brexit δεν πρόκειται να ξανασυζητηθεί».
Απέναντι σε όλα αυτά οι επαναστατικές σοσιαλιστικές οργανώσεις στη Μ. Βρετανία υποστηρίζουν, στη μεγάλη τους πλειονότητα, τη λύση των εκλογών, πιέζοντας ταυτόχρονα το Εργατικό Κόμμα να κάνει κάποια λαϊκή κινητοποίηση απέναντι στα αδιέξοδα του βρετανικού αστισμού. Και τελικά προέκυψε μια έκκληση λαϊκή κινητοποίηση με πρωτοβουλία της «Λαϊκής Συνέλευσης» που διοργανώνει διαδήλωση στις 12 Γενάρη ζητώντας γενικές εθνικές εκλογές. Ο ίδιος ο αντιπρόεδρος των Εργατικών Τζον Μακντόνελ επίσης μίλησε ανοιχτά πια για την ανάγκη γενικών εκλογών βγάζοντας το κόμμα από την πολύμηνη ραστώνη της θεωρίας του «ώριμου φρούτου», ή τη θεωρία «άσε του Τόρις να τσακώνονται μεταξύ τους».
Ο Κ. Νάινχαμ προσθέτει όσον αφορά τις προοπτικές: «Για να κερδίσει τις εκλογές, η ηγεσία του Εργατικού Κόμματος πρέπει να προωθήσει την καμπάνια της για ριζική αλλαγή, αλλά πρέπει επίσης να καταστήσει σαφές ότι δεν θα δέχεται πιέσεις για να πραγματοποιήσει ένα δεύτερο δημοψήφισμα ή να δεχθεί μια λύση τύπου Μέι […] Οποιαδήποτε λύση σχετικά για την κρίση του Brexit, η οποία θα καταλήγει να ωφελεί τους εργαζόμενους, θα συνεπάγεται αναγκαστικά ένα επίπεδο λαϊκής διαμαρτυρίας στους δρόμους, μια αύξηση των συνδικαλιστικών κινητοποιήσεων και μια πολύ σκληρή μάχη για να εξασφαλιστεί μια νίκη των Εργατικών. Όλα αυτά απαιτούν μια στροφή προς την πολιτική και την οργάνωση της τάξης. Η Αριστερά έχει καθήκον να κάνει ό, τι μπορεί για να εξασφαλίσει αυτή την εξέλιξη, χωρίς να υποτάσσεται σε ένα επιχείρημα-δίλημμα που απασχολεί το εσωτερικό της κυρίαρχης πολιτικής και που δεν μπορεί να λύσει τα προβλήματα των εργαζομένων».