Αναδημοσιεύουμε -σε περιληπτική εκδοχή- άρθρο του Alan Maass, που δημοσιεύτηκε στο socialistworker.org στις 11 Αυγούστου.

Από όταν γράφτηκε το άρθρο, η κατάσταση δείχνει να κλιμακώνεται. Το ISIS αποδεικνύεται ανθεκτική δύναμη στο Ιράκ, σημειώνει επιτυχίες στη Συρία και συνεχίζει να σπέρνει τον τρόμο. Εν τω μεταξύ, μια σφαγή πιστών σε σουνιτικό τζαμί, πιθανά από σιιτική πολιτοφυλακή, βαθαίνει το ρήγμα και οξύνει τις θρησκευτικές εντάσεις στο Ιράκ. Πλέον η συζήτηση σε Πεντάγωνο και Λευκό Οίκο κινείται γύρω από την επέκταση των χτυπημάτων στις βάσεις του ISIS στη Συρία. Αυτό έχει ανοίξει μια άλλη συζήτηση, γύρω από το αν τα χτυπήματα θα γίνουν σε συντονισμό με το καθεστώς Άσαντ ή αυθαίρετα. Οι δυτικές κυβερνήσεις και τα καθεστώτα της περιοχής αναζητούν μια συνολική στρατηγική για να αντιμετωπίσουν το «τέρας» που δημιούργησαν. 

Η αμερικανική κυβέρνηση ρίχνει και πάλι βόμβες στο Ιράκ, ενάντια σε μια αντάρτικη στρατιωτική δύναμη που γεννήθηκε ως άμεσο αποτέλεσμα της καταστροφικής κατοχής που είχε επιβάλει στη χώρα η Ουάσινγκτον. Τα αεροπορικά χτυπήματα αποτελούν ένα νέο επεισόδιο στα περίπου 25 χρόνια σχεδόν διαρκούς αμερικανικού πολέμου που δεν έφεραν τίποτε άλλο παρά φτώχεια, βία και καταπίεση στο λαό του Ιράκ.
Οι στόχοι των χτυπημάτων είναι στο βόρειο Ιράκ, όπου μια εξελισσόμενη επίθεση μαχητών του ISIS απειλεί το Ερμπίλ, πρωτεύουσα των Ιρακινών Κούρδων, των πιο πιστών συμμάχων των ΗΠΑ στις δεκαετίες πολέμων στο Ιράκ, και το Όρος Σιντζάρ, όπου έχουν καταφύγει δεκάδες χιλιάδες μέλη της θρησκευτικής μειονότητας Γιαζίντι, φοβούμενα την επέλαση του ISIS. 
Ο Μπαράκ Ομπάμα και η κυβέρνησή του εστίασαν στο δράμα των Γιαζίντι για να δικαιολογήσουν τις αεροπορικές επιθέσεις. Στην ομιλία όπου ανακοίνωσε την επιχείρηση, ο Ομπάμα είπε πως οι ΗΠΑ «δεν μπορούν να κλείνουν τα μάτια» σε «μια κατάσταση όπως αυτή που έχουμε σε εκείνο το βουνό, με αθώους ανθρώπους να αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο βίας σε τρομακτική κλίμακα».
Ο Ομπάμα είχε το θράσος να πει αυτά τα λόγια ενώ ο αγαπημένος σύμμαχος της αμερικανικής κυβέρνησης στη Μέση Ανατολή, το Ισραήλ, τρομοκρατούσε επί έναν μήνα τους αθώους ανθρώπους στη Γάζα με την πραγματικότητα και όχι απλώς το ενδεχόμενο «βίας σε τρομακτική κλίμακα». 
Όπως έγραψε ο καθηγητής Μεσανατολικών Σπουδών Juan Cole στο μπλογκ του, «Οι ΗΠΑ δεν δικαιούνται να χρησιμοποιούν τη φρασεολογία της “ανθρωπιστικής βοήθειας” στο Ιράκ ύστερα από όσα έκαναν σε αυτήν τη χώρα». 
Η αμερικανική πολιτική και στρατιωτική ηγεσία κατέληξε σε μια στρατηγική με δύο σκέλη: ποντάρισμα στις εκπαιδευμένες και εξοπλισμένες από τις ΗΠΑ κουρδικές πολιτοφυλακές, γνωστές ως πεσμεργκά, για να σταματήσουν την επέλαση του ISIS στο βορρά, και ταυτόχρονη πίεση στο σιιτικό πολιτικό κατεστημένο να παρατήσει τον Μαλίκι και να σχηματίσει μια νέα κυβέρνηση που θα μπορεί να καλέσει τους σουνίτες να στραφούν ενάντια στην εξέγερση που καθοδηγεί το ISIS. 
Αναφορές δείχνουν πως οι κουρδικές δυνάμεις απώθησαν τους μαχητές του ISIS μετά τα αεροπορικά χτυπήματα των ΗΠΑ, απομακρύνοντας την άμεση απειλή από το Ερμπίλ. Αλλά κανείς δεν πιστεύει ότι το ISIS ηττήθηκε, γι’ αυτό και ο Ομπάμα προειδοποίησε πως τα χτυπήματα θα συνεχιστούν πιθανώς για μήνες. 
Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι πιέζουν τα σιιτικά πολιτικά κόμματα, σε συμμαχία με τους εκπροσώπους των Κούρδων, να σχηματίσουν μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», που να μπορεί να καλέσει τους σουνίτες να στραφούν ενάντια στο ISIS και την ένοπλη εξέγερση με αντάλλαγμα ένα κομμάτι της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας. 
Έτσι, σύμφωνα με τον Juan Cole, ένας άλλος στόχος των αεροπορικών χτυπημάτων ήταν:
«Να πιεστεί ο πρόεδρος Φουάντ Μασούμ να διαλέξει άλλο πρωθυπουργό εκτός του Αλ Μαλίκι και να σχηματίσει κυβέρνηση το συντομότερο. Επιπλέον, η Ουάσινγκτον θέλει οι Κούρδοι να παραμείνουν μέρος ενός ομόσπονδου Ιράκ και όχι να κηρύξουν ανεξαρτησία, και φαίνεται πως βομβαρδίζει θέσεις του ISIS για χάρη των Κούρδων προκειμένου να αποσπάσει τη δέσμευση του Κούρδου προέδρου Μπαρζανί πως θα μείνουν κομμάτι του Ιράκ». 
Η αμερικανική στρατηγική κερδίσματος των σουνιτών μακριά από την επιρροή του ISIS έχει προβλήματα.
Όσο συνεχίζονται τα αεροπορικά χτυπήματα, η ευρύτερη σουνιτική στήριξη προς το ISIS είναι πιθανόν να επιμείνει –ίσως και να βαθύνει– ακόμα και αν πολλοί σουνίτες αμφισβητούν τις θρησκευτικές και πολιτικές απόψεις της. 
Τα νέα αμερικανικά αεροπορικά χτυπήματα στο Ιράκ είναι κομμάτι ενός παζλ που αποτελεί αυτό που ο δημοσιογράφος Patrick Cockburn περιέγραψε ως «την απόλυτη καταστροφή» για τις ΗΠΑ και τα σχέδιά της στη Μέση Ανατολή. 
Το ISIS –ακόμα και οι προγονικοί του σχηματισμοί, όπως η Αλ Κάιντα στο Ιράκ– δεν υπήρχε πριν από την αμερικανική εισβολή το 2003. Σήμερα ελέγχει πάνω από το ένα τέταρτο του Ιράκ. Εγκαθίδρυσε βάση στη Συρία στη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου που ακολούθησε τη μαζική εξέγερση που ξέσπασε ενάντια στο δικτάτορα Μπασάρ Αλ Άσαντ το 2011. Ο Άσαντ συγκέντρωσε τα πυρά του στις κοσμικές δυνάμεις και όχι στους ισλαμιστές, οι οποίοι εν τω μεταξύ επιτίθονταν στους άλλους αντικαθεστωτικούς το ίδιο πρόθυμα όσο και το ίδιο το καθεστώς. Σήμερα, ωστόσο, το ISIS εξαπέλυσε επίθεση ενάντια και στη συριακή κυβέρνηση. 
Στα τέλη Ιούνη, ο ηγέτης του ISIS ανακήρυξε ένα νέο «χαλιφάτο». Με τις πρόσφατες στρατιωτικές του κατακτήσεις, ελέγχει το ένα τρίτο της Συρίας και το ένα τέταρτο του Ιράκ, «έκταση μεγαλύτερη από τη Μεγάλη Βρετανία, με τουλάχιστον 6 εκατομμύρια κατοίκους», γράφει ο Cockburn.
Το ISIS δεν θα ηττηθεί όσο εύκολα δείχνουν να πιστεύουν κάποιοι αναλυτές, σύμφωνα με τον Cockburn:
«Στο Ιράκ, ο στρατός δεν δείχνει σημάδια ανάκαμψης από τις αρχικές του ήττες και δεν έχει καταφέρει να εξαπολύσει ούτε μία επιτυχημένη αντεπίθεση. Στη Συρία, οι άλλες δυνάμεις της αντιπολίτευσης είναι αποθαρρυμένες και σε αποσύνθεση, καθώς συνθλίβονται ανάμεσα στο ISIS και την κυβέρνηση Άσαντ». 
Μετά την εθνοκάθαρση που οργάνωσαν οι σιιτικές δυνάμεις στο αποκορύφωμα του ιρακινού εμφυλίου πολέμου, και ύστερα από πολλά χρόνια διώξεων που ακολούθησαν, το ISIS πετυχαίνει νίκες στο όνομα του σουνιτικού πληθυσμού. Ακόμα και αυτοί που φοβούνται την τυραννία του ISIS φοβούνται το σιιτικό καθεστώς στη Βαγδάτη –είτε με τον Μαλίκι επικεφαλής είτε όχι– το ίδιο ή και περισσότερο. 
Όπως έγραψε ο Cockburn ως συμπέρασμα για τους αρχιτέκτονες της αμερικανικής πολεμικής μηχανής:
«Όποιος κι αν ήταν ο στόχος τους... σίγουρα δεν ήταν η δημιουργία ενός τζιχαντικού κράτους που να εκτείνεται στο βόρειο Ιράκ και τη Συρία και να διοικείται από ένα κίνημα εκατό φορές μεγαλύτερο και πολύ καλύτερα οργανωμένο από την Αλ Κάιντα. Ο πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία, για τον οποίο καταργήθηκαν πολιτικές ελευθερίες και δαπανήθηκαν εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια, απέτυχε παταγωδώς».