Να επιμείνουμε στην ενωτική, ριζοσπαστική πολιτική

Ο ι εξελίξεις που έρχονται θα είναι ραγδαίες και με μεγάλες ανατροπές. Την προοπτική αυτή πυροδοτεί η «συμφωνία» της κυβέρνησης Τσίπρα με τους δανειστές, παρά τις παραμένουσες διαφωνίες μεταξύ του ΔΝΤ και των ευρωπαϊκών θεσμών.
Είναι μια συμφωνία με σαρωτικό χαρακτήρα απέναντι σε ό,τι έχει απομείνει από τα εργατικά-κοινωνικά δικαιώματα (μείωση καταβαλλόμενων συντάξεων, αφορολόγητο, καλπασμός ιδιωτικοποιήσεων, εργασιακά, σκανδαλώδη «αντίμετρα» προς όφελος κυρίως των επιχειρήσεων…).
Είναι μια συμφωνία με «μήνυμα»: την εμπέδωση μιας αχαλίνωτα νεοφιλελεύθερης πολιτικής. Που σημαίνει ότι το «πάρτι» της αύξησης της κερδοφορίας (που ήδη παρατηρείται στις επιχειρήσεις που «άντεξαν» στην κρίση) θα επιχειρηθεί να επεκταθεί και να μονιμοποιηθεί. Αυτή την υπόσχεση που φέρνει στην επιφάνεια η απόφαση για την πώληση των μονάδων της ΔΕΗ και του ΟΛΘ, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ την υπογραμμίζει με το σχέδιο «γήπεδα παντού».
Είναι μια συμφωνία που θα έχει σημαντικές πολιτικές συνέπειες. Η συγκεκριμενοποίηση των μέτρων θα επιταχύνει ιδιαίτερα την καθίζηση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι διαδικασίες «ανασύνθεσης» του αστικού πολιτικού δυναμικού έχουν ήδη μετατοπιστεί προς τον «άξονα» Μητσοτάκης-Γεννηματά. Όμως τόσο η ηγεσία της ΝΔ, όσο και η αντίστοιχη του ΠΑΣΟΚ, έχουν ολοφάνερα προβλήματα πολιτικής –αδυνατούν να ηγεμονεύσουν στα ίδια τους τα κόμματα– και είναι απίθανο να μπορέσουν να παράξουν μια πολιτική βάση σταθερότητας για το σύστημα. Το παράδειγμα της Γαλλίας, με την αποσάθρωση όλων των κάποτε μεγάλων κομμάτων και την αναζήτηση εναλλακτικής σε «κομήτες» τύπου Μακρόν, δείχνει μια προοπτική και για εδώ.
Η συμφωνία ενέχει ενδεχόμενα επικίνδυνων «επεισοδίων» κρίσης που, πλέον, συζητιόνται δημόσια (π.χ. στο συνέδριο του ΚΚΕ, σε δηλώσεις παλαιών πολιτικών, σε εκθέσεις διεθνών οίκων κ.ο.κ.). Δύο τέτοια ενδεχόμενα ξεχωρίζουν:
α) Η αποτυχία του προγράμματος, η αποβολή είτε η οικειοθελής έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, υπό την ηγεσία τμήματος της αστικής τάξης που, σε συνθήκες χρεοκοπίας, μπορεί να στραφεί στις πολιτικές «εθνικής προτεραιότητας», προκαλώντας νέο κύκλο λαϊκής χρεοκοπίας. 
β) Μέσα στη διεθνή αστάθεια του συστήματος (Τραμπ, τόμαχοκ στη Συρία, απειλές στην Κορέα, συνωστισμός στόλων στη Θάλασσα της Κίνας…) και την αποσταθεροποίηση του καθεστώτος στην Τουρκία, ένα σοβαρό πολεμικό επεισόδιο, μια εκτός ελέγχου κλιμάκωση του ελληνοτουρκικού ανταγωνισμού. Τα αστικά ΜΜΕ τονίζουν αυτόν τον κίνδυνο ως πιθανή «εξαγωγή» της εσωτερικής κρίσης του Ερντογάν, όμως δεν μπορεί να υποτιμηθεί το αντίστροφο: Η όξυνση ως αποτέλεσμα της δυτικής «πίεσης» πάνω στην Τουρκία για ομαλότερη επανένταξη στους νατοϊκούς σχεδιασμούς (ένα πεδίο όπου οι Κοτζιάς-Καμμένος «παρεμβαίνουν» με τον πιο ανεύθυνο-επικίνδυνο τρόπο…).
Υπό κανονικές συνθήκες, απέναντι σε αυτές τις προοπτικές θα έπρεπε να περιμένουμε ένα σοβαρό ξέσπασμα των μαζικών αγώνων, ανάλογο με της εποχής του 2010-2013. Θα έπρεπε να περιμένουμε μια σοβαρή προετοιμασία της ριζοσπαστικής Αριστεράς, με έμφαση στις εναλλακτικές πολιτικές και στο μεταβατικό πρόγραμμα. 
Δεν θα συμβεί, ή καλύτερα δεν θα συμβεί ακόμα. Η κυβέρνηση και το καθεστώς αξιοποιούν στο έπακρο την απογοήτευση του κόσμου, την κρίση και τα προβλήματα γραμμής των συνδικαλιστικών (γραφειοκρατικών) ηγεσιών, την κρίση και τα προβλήματα γραμμής της ριζοσπαστικής Αριστεράς. 
Όμως προσοχή. Κανείς δεν γνωρίζει το πόσο θα τραβήξει στο χρόνο αυτή η κατάσταση. Το γεγονός ότι το καθεστώς βρίσκεται σε βαθιά κρίση ενέχει πάντα την πιθανότητα για μεγάλες επιταχύνσεις, για στροφές και ξεσπάσματα, για απότομες μετακινήσεις των μαζών (η Γαλλία και οι ΗΠΑ είναι, ξανά, χαρακτηριστικά παραδείγματα).
Σε ένα βαθμό, έχουμε ήδη μια προειδοποίηση: Πληθαίνουν και πυκνώνουν τα «μικρά» γεγονότα αντίστασης (στα εργατικά μέτωπα, στον αντιρατσισμό κοκ). Πάντα μέσα από τα «μικρά» επωάζονται τα «μεγάλα». Σε αυτά τα γεγονότα αντίστασης οφείλουμε να εστιάσουμε την προσοχή, επιμένοντας στην αναζήτηση του πώς αυτά μπορούν να κεντρικοποιηθούν. 
Συνοψίζοντας, διερχόμαστε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, έντασης της νεοφιλελεύθερης επίθεσης, περιορισμένων προς το παρόν αντιστάσεων, πολιτικών διεργασιών διαμόρφωσης νέων πολιτικών ρευμάτων. 
Πίεση από τη διεθνή πολιτική
Σε μια τέτοια περίοδο, όπου υπάρχει μεγάλος βαθμός σύγχυσης, η διεθνής πολιτική βομβαρδίζει με διλλήματα που, προς το παρόν, επιτείνουν τη σύγχυση:
α) Τραμπ ή Χίλαρι; Πριν λίγο, στις ΗΠΑ, είχαμε μια κρίσιμη δοκιμασία του lesser-evilism (της λογικής του μικρότερου κακού). Αποδείχθηκε ότι οι δυνάμεις του νεοφιλελεύθερου στάτους κβο, οι τάχα σοφτ αντιρατσιστές και οι σοφτ «δημοκράτες», όχι μόνο συγκροτούν από καιρό το αντιδραστικό «ακραίο κέντρο», αλλά, ακριβώς γι’ αυτό, δεν αποτελούν εναλλακτική λύση απέναντι στις νέες, πιο ορμητικές, δυνάμεις της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, τα προγράμματα «εθνικής προτεραιότητας» και θρασύτερης στροφής στη ρατσιστική πολιτική και στον πόλεμο. 
Το μαζικό κίνημα στις ΗΠΑ, μετά τις εκλογές, δίνει μια ιστορική συμβολή: Προτείνει έναν ανεξάρτητο «3ο δρόμο» ενάντια στον Τραμπ, αλλά έξω από τη δηλητηριώδη επιρροή των Δημοκρατικών.
β) Θρίαμβος ή καταστροφή το Brexit; Αρνηθήκαμε, τότε, την υποταγή στην «υπάρχουσα κατάσταση» του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού, που συνιστούσε η γραμμή Remain.
Όμως αρνηθήκαμε και την υποταγή στην αυταπάτη ότι, τάχα, το Brexit είναι «αντικειμενικά» προοδευτικό, επιμένοντας στο Lexit, στην πολιτική για έξοδο, αλλά υπό αριστερή-εργατική ηγεμονία.
Μήνες μετά, ο νεοφιλελευθερισμός παραμένει ισχυρός στο εσωτερικό της Βρετανίας, οι ρατσιστικές πολιτικές και οι επιθέσεις έχουν ενισχυθεί, η Μέι χτίζει αστική ηγεσία για το Brexit με άξονα το «πρώτα η Βρετανία». Αποδεικνύεται ότι το νόμισμα, ακόμα και η έξοδος από την ΕΕ, οδηγούν σε «λύσεις», ο χαρακτήρας των οποίων εξαρτάται από το… ποια τάξη και ποια πολιτική βρίσκονται στο τιμόνι.
γ) Παίρνουμε θέση στο δίλλημα Μακρόν ή Λεπέν; Ο δεύτερος γύρος στη Γαλλία βάζει το μαχαίρι στο λαιμό. Και όμως: Υπάρχουν διλλήματα στα οποία δεν μπορεί να μπει κανείς, γιατί μπαίνοντας αντιμετωπίζει ποινή απόλυτης προγραμματικής ακύρωσης και φυσιογνωμικής μετάλλαξης. Η προσφορά της καμπάνιας Μελανσόν είναι ότι έχτισε μια πολιτική δύναμη που έχει τις βάσεις για να συγκρουστεί με την προοπτική Μακρόν, φράζοντας ταυτόχρονα το δρόμο στην Λεπέν. Όμως αυτή η προοπτική της σκληρής κοινωνικοπολιτικής αντιπολίτευσης, που θα κάνει τους Μακρόν-Λεπέν «να φτύσουν αίμα» (όπως προεκλογικά προειδοποίησε ο Μελανσόν…), δεν μπορεί να υλοποιηθεί μέσα από βοναπαρτικά προσωποπαγή σχήματα, ούτε με πολιτικές λαϊκιστικής μετα-Αριστεράς (έστω στη «ριζοσπαστική» λατινοαμερικανική εκδοχή των Λακλάου-Μουφ). Γι’ αυτό, το κλειδί στις μετεκλογικές εξελίξεις είναι, όπως ήδη είπε ο Πουτού, η ενότητα της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Το κλειδί το κρατά το Μελανσόν, αλλά η χρήση του προϋποθέτει τη συστηματική συνάντηση των «ανυπότακτων» οπαδών του με την άλλη, οργανωμένη,  δύναμη της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς. 
Keep it large – Keep it radical
Σε αυτές τις συνθήκες, προκύπτει το ερώτημα μιας μεθοδολογίας κίνησης των οργανωμένων δυνάμεων με στόχο συγκροτητικές απαντήσεις. 
Γνώμη μας είναι ότι ένα σύνθημα του αμερικάνικου κινήματος στη σκληρή εποχή του Τραμπ, δείχνει το δρόμο: Keep it large – Keep it radical (κρατήστε το πλατύ, κρατήστε το ριζοσπαστικό). Αυτό σημαίνει, για εμάς, εδώ και τώρα:
α) Επιμονή στην ενωτική πολιτική. Η ΔΕΑ έχει επιλέξει το «μοντέλο» της συμμετοχής στη ΛΑΕ, επιμένοντας όμως πάντα σε προτάσεις αλλαγών στη φυσιογνωμία της και συμμαχικής «διεύρυνσής» της προς την ΑΝΤΑΡΣΥΑ και τις δυνάμεις που απελευθέρωσε η κρίση του ΣΥΡΙΖΑ.
Γνωρίζουμε τις αδυναμίες της ΛΑΕ, που στοιχίζουν σε συσπείρωση και ελκτικότητα.
Όμως ανάλογα προβλήματα έχουν και οι άλλες δυνάμεις. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ μοιάζει να μπαίνει σε εσωστρεφή αναδίπλωση, η Δικτύωση ταλαιπωρείται από μια υποθετική προτεραιότητα «στο κοινωνικό», η Πλεύση αναμένει τη γνωμάτευση των δημοσκόπων για να απαντήσει στο ερώτημα των συμμαχιών κ.ο.κ.
Θα πρέπει να αντέξουμε αυτή τη δοκιμασία νεύρων, να επιμείνουμε στο να μείνει ανοιχτό το κανάλι των κεντρικών διεργασιών, με στόχο να διευκολύνουμε στο μέγιστο την ενότητα στη δράση από τα κάτω, που αποτελεί προϋπόθεση για μια σοβαρή ανασύνταξη.
β) Αυτό το βάλτωμα δεν αντιμετωπίζεται με επικλήσεις στην ενότητα, αλλά με πίεση και πρωτοβουλίες. Πίεση στην πολιτική γραμμή. Πίεση στο σεχταρισμό, που στις σημερινές συνθήκες ισοδυναμεί με σοβαρό δεξιό λάθος. Πίεση στην πράξη. Το τρίτο είναι το πιο ουσιαστικό και πιο δύσκολο. Χρειάζονται πρωτοβουλίες που, χωρίς να υποχωρούν από μια «σκληρή» πολιτική γραμμή, θα χτίζουν πλατιά ενότητα στη δράση από τα κάτω. Πρωτοβουλίες μαζί με άλλες οργανώσεις ή ομάδες, αλλά κυρίως με απλούς ανθρώπους, που κατανοούν τις υποχρεώσεις οργάνωσης της αντίστασης. Πρωτοβουλίες στο αντιρατσιστικό μέτωπο, στο εργατικό, στη νεολαία, στις τοπικές, στις κεντρικές μάχες. Πρωτοβουλίες που δεν θα εμφανιστούν εξ αποκαλύψεως, αλλά θα χτιστούν βήμα με βήμα.
γ) Σε μια τέτοια περίοδο συγχύσεων, χρειάζεται έμφαση στις διαδικασίες και στα εργαλεία πολιτικής συζήτησης. Σε αυτή την ανάγκη λογοδοτεί το «πλέγμα» που ήδη έχουμε οικοδομήσει: Το Ινστιτούτο Κομμούνα, οι εκδόσεις Red Marks, το περιοδικό και η αναβαθμισμένη «Εργατική Αριστερά». Τα εργαλεία αυτά οφείλουμε να τα αξιοποιήσουμε μαζί με άλλους, χτίζοντας μια ενδιαφέρουσα και εποικοδομητική πολιτική διεργασία, όπως ήδη έχουμε ξεκινήσει. Η συζήτηση για το 1917 θα είναι μια διαρκής δοκιμασία της ικανότητάς μας να προσφέρουμε απαντήσεις, χτίζοντας ένα ευρύτερο πολιτικό ρεύμα.