Οι πρόσφατες δολοφονίες των προσφύγων στο Φαρμακονήσι έδειξαν για άλλη μια φορά τι αξία έχουν οι ζωές των μεταναστών και των προσφύγων για το ελληνικό κράτος.

Οι μετανάστες, ως «παράνομοι» ή «λαθρομετανάστες», παρουσιάζονται από την κυβέρνηση σαν το μεγαλύτερο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας και πρέπει να προστατευτούμε από αυτούς με κάθε τρόπο.
 
Ακόμα και οι μετανάστες με χαρτιά, όμως, δεν έχουν καλύτερη αντιμετώπιση. Από τις δηλώσεις του Σαμαρά για τα παιδιά των μεταναστών που παίρνουν τις θέσεις από τα Ελληνόπουλα στους παιδικούς σταθμούς, μέχρι τις έρευνες του Γεωργιάδη για το κόστος νοσηλείας των ανασφάλιστων μεταναστών, είναι φανερό ότι τα συσσίτια «μόνο για Έλληνες» της Χρυσής Αυγής δεν είναι οι μόνες διακρίσεις που υφίστανται οι μετανάστες στην Ελλάδα.
 
Οι μετανάστες με χαρτιά που ζουν και εργάζονται στην Ελλάδα, ακόμα και όσοι βρίσκονται στη χώρα πάνω από δέκα χρόνια ή οι μετανάστες δεύτερης γενιάς που έχουν γεννηθεί εδώ, είναι υποχρεωμένοι κάθε τόσο να ανανεώνουν την άδεια παραμονής τους.
 
Επίπονη διαδικασία
Η διαδικασία είναι επίπονη, απαιτούνται ένα σωρό δικαιολογητικά και παράβολα, ενώ ιδιαίτερα τώρα που δεν έχουν πια τη δυνατότητα να υποβάλουν τις αιτήσεις τους στους δήμους παρά μόνο απευθείας στις περιφέρειες, η ταλαιπωρία που υφίστανται είναι πολύωρη.
 
Το χειρότερο είναι ότι πρέπει να έχουν πραγματοποιήσει τουλάχιστον τα μισά ημερομίσθια των εργάσιμων ημερών, κάτι που με τα σημερινά ποσοστά ανεργίας είναι σχεδόν αδύνατο.
 
Τα παιδιά των μεταναστών, όταν κλείνουν τα 18, αν δεν σπουδάζουν, πρέπει να δουλεύουν για να ανανεώσουν την άδεια παραμονής και, καθώς η ανεργία στους νέους βρίσκεται στο 60%, αυτό είναι κακόγουστο ρατσιστικό αστείο. 
 
Όσο για την ιθαγένεια, ακόμα και ο άτολμος νόμος Ραγκούση, που έδινε σε πολύ περιορισμένο αριθμό μεταναστών το δικαίωμα να πάρουν την ελληνική ιθαγένεια, κρίθηκε αντισυνταγματικός από το ΣτΕ, προς μεγάλη χαρά της Χρυσής Αυγής, των ΑΝ.ΕΛ. και της ΝΔ. Αποτελούσε εξάλλου και προεκλογική δέσμευση του Σαμαρά η κατάργηση του νόμου, ενδεχομένως και η μόνη που είχε την πρόθεση να τηρήσει.
 
Τα εργασιακά δικαιώματα των μεταναστών είναι σχεδόν ανύπαρκτα. Ακόμα και πριν από την κρίση, οι μετανάστες εργαζόμενοι ήταν πιο συχνά θύματα μαύρης ή και απλήρωτης εργασίας, καταστρατήγησης του ωραρίου και του κατώτερου βασικού μισθού και γενικά θύματα εργασιακής εκμετάλλευσης.
 
Τώρα, που λίγο πολύ τα εργασιακά δικαιώματα όλων των εργαζομένων καταπατώνται, οι μετανάστες βρίσκονται σε ακόμα χειρότερη θέση. Η Μανωλάδα είναι μόνο ένα από τα παραδείγματα και σε καμία περίπτωση μεμονωμένο περιστατικό.
 
Για θρησκευτικές ελευθερίες στους αλλόθρησκους μετανάστες δεν γίνεται βέβαια λόγος. Παρότι η ανέγερση μουσουλμανικού τεμένους έχει δρομολογηθεί από το 2006, η Αθήνα παραμένει η μόνη πρωτεύουσα της ΕΕ χωρίς επίσημο τζαμί. Το τέμενος που θα ανεγερθεί –κάποια στιγμή– στο Βοτανικό, συνεχώς βρίσκει εμπόδια, είτε πρόκειται για την προσφυγή στο ΣτΕ του μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ (τι έκπληξη) είτε για τις αλλεπάλληλες άγονες πλειοδοτήσεις.
 
Πώς θα μπορούσαμε όμως να μιλάμε για σεβασμό των θρησκευτικών ελευθεριών σε μια χώρα όπου οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, όσοι δηλαδή καταφέρουν να μη δολοφονηθούν στα σύνορα, στοιβάζονται σε κρατητήρια και στρατόπεδα συγκέντρωσης –κατ’ ευφημισμό «κέντρα κράτησης»– επ’ αόριστον και σε άθλιες συνθήκες.
 
Αλλά πέρα από τις συνθήκες, που σαφώς είναι απάνθρωπες, η ίδια η κράτηση ανθρώπων, ακόμα και μικρών παιδιών, που δεν έχουν διαπράξει κανένα έγκλημα, δεν έχουν περάσει από καμία δίκη και παραμένουν έγκλειστοι χωρίς να γνωρίζουν αν και πότε θα αφεθούν ελεύθεροι, αποτελεί ευθεία παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δεν είναι δυνατόν να γίνεται ανεκτή. 
 
Αριστερά
Απέναντι σε όλα αυτά η στάση της Αριστεράς πρέπει να γίνει πιο καθαρή. Η Αριστερά δεν είναι απλώς υπέρ των δικαιωμάτων των μεταναστών από ανθρωπιστική σκοπιά. Χρειάζεται να υπερασπίζει τους μετανάστες ως κομμάτι της εργατικής τάξης και μάλιστα το πιο ευάλωτο. Η διαίρεση της τάξης μας σε Έλληνες και ξένους βοηθάει μόνο τους «από πάνω» και κάνει ευκολότερα τα χτυπήματα στον κόσμο της εργασίας.
 
Η Αριστερά, λοιπόν, πρέπει να απαντάει όχι μόνο με διαμαρτυρίες ενάντια στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, στις Μανωλάδες και τα Φαρμακονήσια, αλλά και με επιχειρήματα απέναντι στα ιδεολογήματα που τα προκαλούν, όπως είναι η «εθνική καθαρότητα, το «πρώτα οι Έλληνες», η «απειλή της ασφάλειας από τους μετανάστες» και η «ανάγκη κλεισίματος των συνόρων».
 
Η αναθεώρηση του «Δουβλίνου ΙΙ» δεν μπορεί να είναι η μόνη απάντηση της Αριστεράς. Σαφώς και πρέπει τα σύνορα να είναι ανοιχτά για όσους μετανάστες επιθυμούν να φύγουν, αλλά επίσης πρέπει να διασφαλιστούν τα δικαιώματα όσων θέλουν να μείνουν. Η διστακτικότητα της Αριστεράς να ανοίξει αυτά τα θέματα από φόβο μη «χάσει ψηφοφόρους» δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να διευκολύνει τους φασίστες και τη ρατσιστική πολιτική της κυβέρνησης και τελικά να διευκολύνει τα χτυπήματα στην εργατική τάξη στο σύνολό της.
 
Εκλογές
Οι αυτοδιοικητικές εκλογές αποτελούν μια ευκαιρία να τεθούν τα ζητήματα των δικαιωμάτων των μεταναστών ψηλά στην ατζέντα. Οι παρατάξεις της Αριστεράς πρέπει να πάρουν ξεκάθαρη θέση απέναντι στα ζητήματα που αφορούν τις τοπικές τους κοινωνίες.
 
Υποψήφιοι δήμαρχοι και περιφερειάρχες να δεσμευτούν ότι θα απαιτήσουν να κλείσουν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στην περιοχή τους, ότι δεν θα ανεχτούν γραφεία της Χρυσής Αυγής, ότι θα σεβαστούν τις θρησκευτικές ελευθερίες, ότι δεν θα γίνουν ανεκτά τα πογκρόμ κατά των μεταναστών.
 
Να εξασφαλίσουν στο πρόγραμμά τους πως οι μετανάστες και οι οικογένειές τους θα έχουν ισότιμη πρόσβαση στις κοινωνικές δομές του δήμου με τους Έλληνες πολίτες (βρεφονηπιακοί σταθμοί, δημοτικά ιατρεία κλπ), χωρίς προαπαιτούμενα «νομιμότητας», και πως για τους μετανάστες μικροπωλητές θα χωροθετηθούν δημοτικές αγορές, ενώ η δημοτική αστυνομία δεν θα τους διώκει.
 
Οι προεκλογικές καμπάνιες των παρατάξεων της Αριστεράς πρέπει να ανοίξουν αυτά τα ζητήματα και να τα φέρουν στο δημόσιο διάλογο. Με δεδομένη την ακροδεξιά στροφή της κυβέρνησης, αλλά και την προσπάθεια ανασύνταξης της Χρυσής Αυγής που θα επιχειρηθεί με την ευκαιρία των αυτοδιοικητικών εκλογών, αυτός είναι ο μόνος δρόμος, ώστε να δοθεί μια απάντηση ξεκάθαρη και οριστική.