Στα Βαλκάνια προχωράει η επέλαση του ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και της προσπάθειας του δυτικού ιμπεριαλισμού να αποσπάσει κι άλλα τμήματα της σφαίρας επιρροής της Μόσχας.

Σε αυτό το πλαίσιο το ΝΑΤΟ και η κυρίαρχη φωνή σε αυτό, δηλ. η Ουάσινγκτον, έχουν να λύσουν κάποια ζητήματα, ειδικά στα Δυτικά Βαλκάνια. Στα Ανατολικά Βαλκάνια τα πράγματα έχουν διευθετηθεί οριστικά στο μεγαλύτερο μέρος τους (πλήρης ένταξη Βουλγαρίας και Ρουμανίας στο δυτικό στρατόπεδο δηλ. σε ΝΑΤΟ και ΕΕ), ενώ ένα άλλο μέρος παραμένει από αδιευκρίνιστο έως αρνητικό (ρήξη ΗΠΑ με Τουρκία και προσέγγιση Άγκυρας με Μόσχα). Ακριβώς λόγω αυτών των εξελίξεων στην ανατολή, η ανάγκη για διευθέτηση στη Δύση των Βαλκανίων έγινε επιτακτικότερη.
Πέρυσι εισήλθε στο ΝΑΤΟ το Μαυροβούνιο, μικροσκοπική χώρα (η ελληνική πολιτική φιλολογία θα το αποκαλούσε κρατίδιο, όπως κάνει με την Δημοκρατία της Μακεδονίας, αν συνόρευε και αν υπήρχαν διενέξεις με αυτή), με στρατηγική σημασία ωστόσο. Τα μεγάλα βήματα όμως είναι η ένταξη της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, του Κοσόβου και τελικά της ίδιας της Σερβίας, του μεγαλύτερου και σταθερότερου –μέχρι σήμερα– συμμάχου της Ρωσίας στην περιοχή.

Μακεδονία, ένα δημοψήφισμα με έτοιμη απάντηση

Κατ’ αρχάς δείχνει να προχωράει η προοπτική ένταξης της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στο ΝΑΤΟ. Για να γίνει αυτό έπρεπε να ξεπεραστεί ο σκόπελος της διαφωνίας με την Ελλάδα σχετικά με το όνομα –και αυτό φαίνεται να επιτεύχθηκε, σε πρώτη φάση με τη συμφωνία των Πρεσπών. 
Στην ίδια τη γειτονική χώρα η άρχουσα τάξη έχει κάνει τις επιλογές της, γι’ αυτό και ο εκπρόσωπός της ο πρωθυπουργός Ζ. Ζάεφ προωθεί με κάθε τρόπο το «ναι» στο δημοψήφισμα της 30ής Σεπτεμβρίου. Όπως είχαμε προβλέψει σε προηγούμενο φύλλο της «ΕΑ», το ερώτημα που θα κληθούν να απαντήσουν οι ψηφοφόροι δεν είναι βέβαια το αν δέχονται το όνομα «Βόρεια Μακεδονία» ούτε αν δέχονται να μπει η χώρα στο ΝΑΤΟ. Το ερώτημα στα ψηφοδέλτια θα λέει το εξής εκβιαστικό: «Υποστηρίζετε την ένταξη της χώρας στην ΕΕ και το ΝΑΤΟ, αποδεχόμενοι τη συμφωνία της Δημοκρατίας της Μακεδονίας με την Ελληνική Δημοκρατία;». Το γεγονός ότι το ερώτημα είναι τρισυπόστατο αλλά η απάντηση μπορεί να είναι μόνο ένα «ναι» ή ένα «όχι» (ή τίποτε) αποτελεί καραμπινάτη παραβίαση του Συντάγματος και άλλων νόμων, όπως καταγγέλλουν πολλές οργανώσεις που αντιτίθενται ειδικά στην ένταξη στον ΝΑΤΟ (κανείς δεν μπορεί να ψηφίσει ότι αποδέχεται τη συμφωνία αλλά δεν θέλει ένταξη στο ΝΑΤΟ ή ότι θέλει ένταξη στην ΕΕ αλλά όχι ένταξη στο ΝΑΤΟ ή ότι αποδέχεται τη συμφνωνία αλλά δεν θέλει ένταξη ούτε σε ΕΕ ούτε σε ΝΑΤΟ). 
Όπως καταγγέλλει η αριστερή οργάνωση Λέβιτσα (αλλά και πολλές άλλες οργανώσεις) τα ΜΜΕ δεν προβάλλουν το «όχι» στο ΝΑΤΟ, και ειδικά οι απόψεις όσων αντιτίθενται στη Βορειοατλαντική Συμμαχία εξαφανίζονται από τα κοινωνικά δίκτυα ως spam! Σε αυτές τις συνθήκες πάνω από 30 οργανώσεις και συλλογικότητες καλούν σε αποχή από το δημοψήφισμα. Οι δημοσκοπήσεις –φυσικά– δείχνουν ότι η συμφωνία θα αποσπάσει τη λαϊκή συναίνεση στο δημοψήφισμα. 
Σε επίπεδο γενικής πολιτικής ο Ζάεφ συνεχίζει ακριβώς ό,τι είχε ξεκινήσει ο Γκρουέφσκι. Όπως μας λέει η Λ. Ιστάτοβα από το Λέβιτσα, «ο Ζαεφισμός έχει αποδειχθεί ως άλλη μια μορφή, και μάλιστα πιο εκτεταμένη  του Γρουεφισμού. Η “βασιλεία” του Γκρουέφσκι συνεχίζεται, αλλά σε μια νέα μορφή: Ζόραν Ζάεφ και ως SDSM [σ.σ. το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα του Ζάεφ]. Τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της ΔτΜ βρίσκονται σε μια συνεχή διαπάλη για ενθυλάκωση κερδών, αλλά ως υπάλληλοί του ιμπεριαλισμού κωφεύουν όσον αφορά τις λαϊκές ανάγκες […] η διαφθορά βρίσκεται σε υψηλό επίπεδο, οι εγκληματικές επιχειρήσεις συνεχίζονται και μεγαλώνουν, τα ορυχεία του Ζάεφ ανοίγονται το ένα μετά το άλλο. Το ίδιο το δημοψήφισμα και η προπαγάνδα υπέρ του “ναι” έχει κοστίσει ήδη τεράστια ποσά που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στις λαϊκές ανάγκες».

Ελλάδα, ο αναβαθμισμένος καπιταλισμός

Στην Ελλάδα, η συμφωνία μπορεί επίσης να περάσει από το κοινοβούλιο. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτή που περισσότερο από κάθε άλλη ελληνική κυβέρνηση έχει συνδυάσει αριστοτεχνικά τα συμφέροντα του ελληνικού καπιταλισμού με αυτά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή, συνεχίζοντας ασφαλώς μια γραμμή που είχε χαραχθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις (αλλά η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ήταν η πρώτη που δεν δίστασε να έρθει σε ρήξη με τη Ρωσία αφού αυτό επέτασσε η συμμαχία με τις ΗΠΑ).
Φυσικά αυτά δεν γίνονται επειδή η ελληνική κυβέρνηση είναι «προδοτική», επειδή δήθεν ξεπουλάει στους Αμερικανούς τα εθνικά συμφέροντα. Κάθε άλλο. Να τι εκτιμά ο Σταύρος Λυγερός, ένας αρθρογράφος που δεν μπορεί να κατηγορηθεί για διεθνιστικές ή αντιπατριωτικές θέσεις: «Όπως και επί Ομπάμα έτσι και επί Τραμπ [οι ΗΠΑ], κάνουν ό,τι μπορούν για να μη χάσουν την Τουρκία. Από την άλλη πλευρά, όμως, οι ΗΠΑ δεν μπορούν να κάνουν πως δεν συμβαίνει τίποτα. Γι’ αυτό, αν και δεν έχουν κόψει τις γέφυρες, προσανατολίζονται σε εναλλακτικές λύσεις. Ο προσανατολισμός είχε αρχίσει επί προεδρίας Ομπάμα και συνεχίζεται επί προεδρίας Τραμπ. Εναλλακτική λύση μπορεί να είναι μόνο η Ελλάδα. Η απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση σπάει την παραδοσιακή αντίληψη που βλέπει την Ελλάδα και την Τουρκία σαν γεωπολιτικό πακέτο. Δημιουργεί ένα κενό, το οποίο πρέπει να καλυφθεί. Όσο οι Αμερικανοί οδηγούνται στην εκτίμηση ότι το χάσμα με την Τουρκία του Ερντογάν είναι αγεφύρωτο τόσο θα επαναξιολογούν τον ρόλο της Ελλάδας. Από γεωπολιτικής απόψεως, η Ελλάδα τείνει να μετατραπεί από χώρα δεύτερης γραμμής σε χώρα πρώτης γραμμής [σ.σ.: η υπογράμμιση δική μας]. Δεν είμαστε ακόμα εκεί, αλλά προς τα εκεί βαδίζουν τα πράγματα». 
Ο Λυγερός στο σχετικό του άρθρο στο slpress προσθέτει εξηγώντας τα κέρδη του ελληνικού καπιταλισμού από τη στρατηγική προσέγγισης με τις ΗΠΑ: «Στην περίπτωση πάντα που συμβεί αυτό, τα προβλήματα της Ελλάδας θα γίνουν κατά μία έννοια και ως ένα βαθμό και προβλήματα της Δύσης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα διευκολυνθεί η επίλυσή τους. Δεν πρόκειται οι Αμερικανοί να στηριχθούν σε μία Ελλάδα, η οποία είναι στο όριο της κατάρρευσης. Σε αντίθεση με την ΕΕ, η οποία παραμένει σε μεγάλο βαθμό εγκλωβισμένη στον οικονομισμό, οι ΗΠΑ, ως υπερδύναμη, έχουν σφαιρική προσέγγιση».

 

Κόσοβο-Σερβία, το μεγάλο «αγκάθι»

Ό μως εκτός από τη Δημοκρατία της Μακεδονίας, υπάρχει κι άλλο ζήτημα που πρέπει να διευθετηθεί στα Δ. Βαλκάνια –κι αυτό φαίνεται πιο δύσκολο. Ο λόγος για το Κόσοβο, την περιοχή που αποσπάστηκε από τη Σερβία χάρη κυρίως στην παράνομη επέμβαση του ΝΑΤΟ το 1999. Ασφαλώς η σερβική κυριαρχία παλιότερα εκεί δεν ήταν και πολύ… φιλική προς τον πληθυσμό που στη συντριπτική του πλειοψηφία είναι αλβανικός. 
Καταπίεση
Η κυβέρνηση του Τίτο στην ενιαία Γιουγκοσλαβία δεν είχε παραχωρήσει στην περιοχή καθεστώς ομόσπονδης δημοκρατίας, όπως έκανε με άλλες εθνότητες. Η πολιτική καταπίεση συνοδευόταν από ιδιαίτερη φτώχεια σε σχέση με άλλες περιοχές της χώρας. Ωστόσο το 1968, συνεπαρμένοι από το γενικό κύμα της περιόδου, οι φοιτητές στο Κόσοβο εξεγέρθηκαν με τεράστιες κινητοποιήσεις. Το καθεστώς παραχώρησε καθεστώς αυτονομίας και με το Σύνταγμα του 1974 τελικά το Κόσοβο απέκτησε ντε φάκτο καθεστώς ομόσπονδης δημοκρατίας. Μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70, το ανώτατο στρώμα του κοσοβάρικου πληθυσμού είχε ενσωματωθεί στη γιουγκοσλαβική κρατική γραφειοκρατία. Ωστόσο η φτώχεια παρέμεινε. Η επίσημη ανεργία ήταν 28% (αλλά η πραγματική ήταν πολύ μεγαλύτερη, καθώς υπήρχε μαζική υποαπασχόληση και μαζική μετανάστευση). Το 1981 ξέσπασαν και πάλι κινητοποιήσεις με πρωτοστάτες τους μαθητές και τους φοιτητές, που ζητούσαν πλήρες καθεστώς ομόσπονδης δημοκρατίας. Η καταστολή ήταν γρήγορη και βάρβαρη. Η περιφερειακή κυβέρνηση εξαπέλυσε χιλιάδες αστυνομικούς και στρατιώτες ενάντια στον πληθυσμό. Από το 1981 έως το 1988 το Κόσοβο έμοιαζε με κατεχόμενη χώρα καθώς πάνω από 580.000 Κοσοβάροι συνελήφθησαν ή ανακρίθηκαν.
Ως απάντηση στην καταστολή δημιουργήθηκε το Λαϊκό Κίνημα του Κοσόβου, από τις τάξεις του οποίου αργότερα προέκυψε ο UCK. Ο Μιλόσεβιτς χρησιμοποίησε ανοικτά (και σε πλήρη ρήξη με τον τιτοϊσμό) τις ιδέες του μεγαλοσέρβικου εθνικισμού για να ανέλθει στην εξουσία. Επί της προεδρίας του άρχισε η προσπάθεια να «επιστραφεί το Κόσοβο στη Σερβία». Μεταξύ 1987 και 1990 η εκτεταμένη αυτονομία που είχε το Κόσοβο καταργήθηκε και τόσο ο κρατικός όσο και ο κομματικός μηχανισμός εκκαθαρίστηκαν από το αλβανικό στοιχείο. Οι Αλβανοί εκδιώχθηκαν μαζικά από τον Τύπο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση του Κοσόβου και αντικαταστάθηκαν από Σέρβους. Ως απάντηση, το 1993 ιδρύθηκε ο UCK. Είναι οξύμωρο ότι την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου το αλβανικό εθνικιστικό κίνημα ταύτιζε τη «σερβική αποικιοκρατία» στο Κόσοβο με τη δράση του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή, λόγω της τότε αποστασιοποίησης της Γιουγκοσλαβίας από την ΕΣΣΔ (και τα συνακόλουθα ανοίγματα του Βελιγραδίου προς της Δύση) την ίδια στιγμή που η Αλβανία ακολουθούσε πιστά τη σταλινική ορθοδοξία (τόσο πιστά που μετά τον θάνατο του Στάλιν, στράφηκε προς την Κίνα, θεωρώντας ότι το εκεί ΚΚ έμεινε πιο κοντά στις ιδέες του Στάλιν). Η πλήρης αποστασιοποίηση της σερβικής ηγεσίας από τη Δύση επί Μιλόσεβιτς σήμανε ότι τώρα ο αλβανικός εθνικισμός (πιθανά κάποιοι να είναι οι ίδιοι άνθρωποι) συμμάχησε στενά με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, καθώς όλη η στρατηγική του UCK επικεντρώθηκε στο πώς θα προκαλέσει την επέμβαση του ΝΑΤΟ, πράγμα που τελικά έγινε. 
Η επέμβαση του ΝΑΤΟ το 1999 επέτρεψε τη δημιουργία ενός κράτους προτεκτοράτου (όπου σήμερα βρίσκεται το στρατόπεδο Μπόντστιλ, ίσως η μεγαλύτερη βάση των ΗΠΑ στην κόσμο) κι έδωσε τελικά τη δυνατότητα στους Κοσοβάρους εθνικιστές να ανακηρύξουν μονομερώς την ανεξαρτησία-απόσχιση από τη Σερβία το 2008.

 

Συμφωνία;
Σήμερα και στις δύο πλευρές (Κόσοβο και Σερβία) την κυβέρνηση έχουν εθνικιστικές δυνάμεις (στο Κόσοβο από το 2007 κυβερνούν οι πρώην UCKάδες του Χασίμ Θάτσι, ενώ στη Σερβία την προεδρία ασκεί από το 2012 ο επίσης εθνικιστής και πρώην εκπρόσωπος του ακροδεξιού Ριζοσπαστικού Κόμματος, Αλεξάντερ Βούτσιτς. Ωστόσο και οι δύο πλευρές (Βελιγράδι και Πρίστινα) έχουν αρχίσει μια διαδικασία ομαλοποίησης των σχέσεων εδώ και χρόνια, κυρίως διότι επείγονται για ένταξη στην ΕΕ. Οι συζητήσεις που έγιναν υπό την αιγίδα της ΕΕ κατέληξαν το 2013 στη Συμφωνία των Βρυξελλών, η οποία, μεταξύ άλλων, προέβλεπε τη δημιουργία μιας Ένωσης των Σερβικών Δήμων στο Κόσοβο, την ενοποίηση της αστυνομίας και της δικαιοσύνης του Κοσόβου, συμφωνίες για τις τηλεπικοινωνίες και την ενέργεια και αμοιβαία δέσμευση ότι η κάθε πλευρά (Βελιγράδι και Πρίστινα) δεν θα εμπόδιζε την ένταξη της άλλης πλευράς στην ΕΕ.
Στις 25 Αυγούστου 2018 ο Βούτσιτς και ο Θάτσι, σε συνέδριο που διεξήχθη στο Άλπμπαχ της Αυστρίας ανακοίνωσαν ότι έφτασαν σε μια (αναπάντεχη για πολλούς) συμφωνία, δηλ. σε συμφωνία για ανταλλαγή εδαφών μεταξύ Κοσόβου και Σερβίας σε εθνική βάση: η Σερβία παίρνει την περιοχή της Μητρόβιτσα που είναι μέσα στο Κόσοβο αλλά κατοικείται από Σέρβους και το Κόσοβο παίρνει το Πρέσεβο που είναι μέσα στη Σερβία αλλά κατοικείται κυρίως από Αλβανούς. 
Οι δύο ηγέτες ζήτησαν από την ΕΕ να υποστηρίξει την προοπτική αυτή, ωστόσο αυτό φαίνεται αβέβαιο: Η Μέρκελ είχε προλάβει να υπονομεύσει την ανακοίνωση των δύο ηγετών καθώς λίγες ημέρες πριν είχε δηλώσει: «Η εδαφική ακεραιότητα των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων έχει εδραιωθεί και είναι μη αναστρέψιμη. Αυτό πρέπει να ειπωθεί ξανά και ξανά γιατί ξανά και ξανά υπάρχουν προσπάθειες, πιθανώς για να συζητηθεί το θέμα των συνόρων και δεν μπορούμε να το κάνουμε αυτό».
Βέβαια η υπόλοιπη ΕΕ είναι πιο χαλαρή. Π.χ. η Φεντερίκα Μογκερίνι απηύθυνε πρόσκληση για Σύνοδο Κορυφής των δύο προέδρων στις 7 Σεπτεμβρίου στις Βρυξέλλες. Μια ενδιάμεση στάση κράτησε ο επίτροπος Διεύρυνσης, Γιοχάνες Χαν, που ζήτησε από τις δύο πλευρές να διασφαλίσουν ότι «οποιαδήποτε συμφωνία δεν θα αποσταθεροποιεί την ευρύτερη περιοχή». Από την άλλη οι ΗΠΑ του Τραμπ σταδιακά άρχισαν να στηρίζουν τη συμφωνία: μια μέρα πριν από την εξαγγελία της ο Σύμβουλος Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, Τζ. Μπόλτον είχε δηλώσει ότι η Ουάσινγκτον δίνει τη συγκατάθεσή της στην κατεύθυνση των «εδαφικών προσαρμογών»!
Η Ρωσία, από τη μεριά της, τηρεί στάση αναμονής κρατώντας ανοικτούς τους διαύλους τόσο με τον Βούτσιτς όσο και με τη Σερβική Εκκλησία που αντιτίθεται σθεναρά στη συμφωνία. Ο λόγος δεν είναι κυρίως πατριωτικός ή ο φόβος του ντόμινο στα Βαλκάνια: η Σερβική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι ιδιοκτήτρια των καλύτερων μεσαιωνικών ναών και πλούσιων εδαφών μέσα στο Κόσοβο. Από την άλλη, όσον αφορά τη Ρωσία, θα ήταν κάπως αστείο να αντιταχθεί στη λογική της συμφωνίας, καθώς η Μόσχα έχει επιβάλει ακριβώς αντίστοιχη λύση στην περίπτωση της Κριμαίας. Σε κάθε περίπτωση η Ρωσία δεν έχει τη δύναμη να σταματήσει τη δυτική πορεία της Σερβίας. Μπορεί να «καταπιεί» την ένταξη της Σερβίας στην ΕΕ αν αυτή συνδυαστεί με στρατιωτική ουδετερότητα (δηλ. μη ένταξη στο ΝΑΤΟ), καθώς τότε θα είχε ένα σύμμαχο μέσα στην ΕΕ, κι όχι έξω από αυτήν.
Ωστόσο οι υπόλοιποι «παίκτες» της περιοχής φαίνεται να συμμερίζονται τη θέση της Γερμανίας. Η αλλαγή των συνόρων μπορεί να ανοίξει το κουτί της βαλκανικής Πανδώρας με πρώτο θύμα την ασταθή Βοσνία-Ερζεγοβίνη για την οποία εύκολα μπορεί να προταθούν ανάλογες λύσεις διαμελισμού σε εθνική βάση, από Σέρβους και Κροάτες. Το ίδιο και για τη Δημοκρατία της Μακεδονίας που κατοικείται κατά 35% από Αλβανούς. Το ίδιο και για την ίδια την Αλβανία (ελληνική μειονότητα), γι’ αυτό και τα Τίρανα κρατούν επίσης σιγήν ιχθύος.
Οι εσωτερικές δυσκολίες
Σε κάθε περίπτωση, ενώ ο Θάτσι έχει εξασφαλίσει τη συναίνεση του κοσοβάρικου πληθυσμού για ένταξη στο ΝΑΤΟ (το Κόσοβο είναι ντε φάκτο μέλος του ΝΑΤΟ, αφού εκτός από την αμερικανική βάση, ο στρατός πραγματοποιεί κοινά γυμνάσια με το ΝΑΤΟ), ο Βούτσιτς πρέπει να γαρνίρει με πολλά εθνικιστικά καρυκεύματα μια τέτοια προοπτική: το ίδιο το πρόβλημα του Κοσόβου προέκυψε εξαιτίας της νατοϊκής επέμβασης, γι’ αυτό και σήμερα οι δημοσκοπήσεις στη Σερβία δίνουν 80% (!) αντίθεση στην ένταξη στο ΝΑΤΟ. Και δεν είναι μόνον αυτό. Όπως γράφει ο Βλάντιμιρ Ουνκόφσκι-Κόριτσα, Σέρβος μαρξιστής, καθηγητής στο Πανεπιστήμιιο της Γλασκώβης, «πέραν των ανωτέρω, πολλοί [στη Σερβία] συνεχίζουν να θεωρούν το ζήτημα του Κοσόβου ως αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινής ταπείνωσης που υφίστανται στα χέρια της Δύσης: Δυτικό εμπορικό εμπάργκο στη δεκαετία του 1990 και επιβολή δυτικού τύπου ιδιωτικοποιήσεων και οικονομίας της αγοράς στη δεκαετία του 2000».
Ο ίδιος συγγραφέας τονίζει πως για να αναγνωρίσει η σερβική άρχουσα τάξη το Κόσοβο (εκτός από εδαφικές διευθετήσεις ή, εναλλακτικά, παραχώρηση εκτεταμένης αυτονομίας των Σέρβων στο Κόσοβο) ζητά και το σχετικό «λάδωμά» της: εγγυήσεις για ένταξη στην ΕΕ αλλά και ευρωπαϊκά κονδύλια για «δομικές μεταρρυθμίσεις». 
Ο Ουνκόφσκι-Κόριτσα θέτει και την κρίσιμο παράμετρο των από τα κάτω: Τόσο ο Θάτσι όσο και ο Βούτσιτς φοβούνται πραγματικά λαϊκές εξεγέρσεις, λόγω της οικονομικής κατάστασης. Οι κοινές ασκήσεις με το ΝΑΤΟ στο Κόσοβο ήταν προσανατολισμένες στην αντιμετώπιση «εσωτερικού εχθρού», ενώ και ο Βούτσιτς έστειλε μήνυμα τον Μάιο όταν διοργάνωσε στρατιωτικού τύπου παρέλαση της αστυνομίας στους δρόμους του Βελιγραδίου, σε μια επίδειξη δύναμης αποκλειστικά προς τον σερβικό πληθυσμό.
Οι δύο λύσεις
Ο Ουνκόφσκι-Κόριτσα τονίζει ότι υπάρχουν δύο λύσεις, από δύο διαφορετικές πολιτικές και ταξικές σκοπιές. Να τι γράφει: «Και παρότι θα ήταν επιθυμητό για τη Σερβία να σταματήσει αυτή την ανόητη και τιμωρητική πολιτική της άρνησης της ένταξης του Κοσόβου στους διεθνείς οργανισμούς, είναι σαφές ότι η αναγνώριση του Κοσόβου που θα γίνει με τον Βούτσιτς θα είναι φιλο-ιμπεριαλιστικού είδους: θα πρόκειται για μια αναγνώριση που θα σταθεροποιεί το ρόλο του ΝΑΤΟ στο Κόσοβο, θα επισπεύσει την ένταξη της Σερβίας στην ΕΕ και θα εξομαλύνει την κυριαρχία του δυτικού ιμπεριαλισμού στην περιοχή. Είναι χαρακτηριστικό ότι έχουν προγραμματιστεί κοινές στρατιωτικές ασκήσεις του σερβικού στρατού με το ΝΑΤΟ [!] στο εσωτερικό της Σερβίας, το φθινόπωρο».
«Αντίθετα», συνεχίζει ο Ουνκόφσκι-Κόριτσα, «ένα αντιιμπεριαλιστικό είδος αναγνώρισης του Κοσόβου από την Αριστερά, θα σεβόταν το δικαίωμά του για αυτοδιάθεση τερματίζοντας την πολιτική της αντίθεσης στην ένταξη του Κοσόβου στους διεθνείς οργανισμούς και ανακοινώνοντας την ετοιμότητα να αναγνωρίσει το Κόσοβο με αντάλλαγμα την αντίστοιχη αναγνώριση της Σερβίας και το Κοσόβου ως “μη ΝΑΤΟϊκές ζώνες” (NATO-free zones). Παρότι αυτή θα ήταν απλώς μια συμβολική κίνηση που πολύ λίγοι στη Δύση θα έπαιρναν στα σοβαρά, θα έστελνε ένα μήνυμα στον κόσμο στο Κόσοβο ότι υπάρχει ένας άλλος δρόμος, ένας δρόμος όπου η Σερβία είναι μία φίλη, έτοιμη να αναγνωρίσει την ανεξαρτησία του Κοσόβου, αλλά ταυτόχρονα κι ένας σύμμαχος ενάντια στο ΝΑΤΟ. Θα ήταν ταυτόχρονα ουσιαστικά μια κίνηση ενάντια στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και προς όφελος μιας βαλκανικής ομοσπονδίας». 
«Ωστόσο τώρα», καταλήγει ο Ουνκόφσκι-Κόριτσα, «βρισκόμαστε στο βασίλειο των υποθέσεων. Τίποτε δεν έχει ακόμη αποφασιστεί, παρότι το ΝΑΤΟ εμφανώς αυξάνει τον έλεγχό του στα Βαλκάνια. Είναι δουλειά της Αριστεράς, παρά τα τις πολύ σκληρές συνθήκες, να βρει τρόπους να αντισταθεί σε αυτό, στο όνομα της αλληλεγγύης των λαών των Βαλκανίων».