Το Ηνωμένο Βασίλειο βρίσκεται στην τελική ευθεία για τις εκλογές στις 8 Ιούνη.

Όλες οι δημοσκοπήσεις δείχνουν πως η Τερέζα Μέι θα κατακτήσει άνετα την πρώτη θέση και με τη βοήθεια του εκλογικού συστήματος μια ακόμα πιο άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Αυτήν την ευνοϊκή συγκυρία άλλωστε θέλησε και η ίδια να εκμεταλλευτεί όταν ανακοίνωνε αιφνιδιαστικά πρόωρες εκλογές με φαστ-τρακ προεκλογική περίοδο.
Τα κίνητρα της Μέι
Το ένα ζητούμενο είναι να επιβάλει την ηγεσία της εσωκομματικά, καθώς ο ιστορικός διχασμός στο κόμμα των Συντηρητικών πάνω στο ζήτημα των σχέσεων με την ΕΕ δεν έληξε μετά το Brexit, αντίθετα συνεχίζεται πλέον με τη μορφή της «συγκεκριμενοποίησης» της μορφής που θα πάρει η αποχώρηση από την ΕΕ. Η Μέι επιδιώκει μια φρέσκια «λαϊκή εντολή» για να χειριστεί εκείνη τις διαδικασίες εξόδου όπως νομίζει. 
Το δεύτερο αφορά την δυνατότητα να καταφέρει ένα γερό χτύπημα στο UKIP, τον βασικό ανταγωνιστή στα δεξιά των Συντηρητικών. Το ακροδεξιό UKIP, συγκροτημένο ως μονοθεματικό κόμμα (έξοδος από την ΕΕ), αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα. Το κεντρικό του σύνθημα επιτεύχθηκε, μόνο που... υλοποιείται από τους Τόρηδες. Αυτός ο συνδυασμός έχει οδηγήσει σε μια σοβαρή μείωση της επιρροής του, με την τάση «επαναπατρισμού» των δεξιών ευρωσκεπτικιστών στο μεγάλο Συντηρητικό Κόμμα. Ρωτώντας τον μαρξιστή Νιλ Ντέιβιντσον για την «παράδοξη» παραίτηση του Φάρατζ την επομένη της νίκης του Brexit, είχε εκτιμήσει πως ο Φάρατζ έβλεπε το αδιέξοδο και πως ως πολιτικός «θα επιβιώσει περισσότερο από το ίδιο το UKIP»...
Το τρίτο στοίχημα είναι να επιβάλει μια ταπεινωτική ήττα στους Εργατικούς, αξιοποιώντας την διαρκή εσωκομματική αναταραχή, το δημοσκοπικό χαμηλό στο οποίο βρίσκονταν όταν προκηρύχθηκαν οι εκλογές, την κρίση που τους είχε προκαλέσει η διαχείριση του δημοψηφίσματος για το Brexit. 
Τέλος, επιχειρεί με την προσφυγή σε γενικές εκλογές, που θα της δώσουν μια μεγάλη νίκη, να δώσει έμμεση απάντηση στις εκκλήσεις του σκοτσέζικου SNP για νέο δημοψήφισμα με αντικείμενο την ανεξαρτησία της Σκοτίας. 
Κυρίως, θέλει να αξιοποιήσει την ευνοϊκή συγκυρία, γιατί ξέρει πολύ καλά ότι μπροστά της έχει άγριες αναταράξεις. Αντί να οδηγηθεί σε εκλογές το 2020, έχοντας πίσω της τη σκληρή εμπειρία του «υπαρκτού» Brexit (που δεν πρόκειται να βελτιώσει τις ζωές των εργαζομένων), τις ενδοαστικές αναταράξεις για την υλοποίησή του, σοβαρά πιθανά επεισόδια σε Σκοτία και Βόρεια Ιρλανδία, και ένα Εργατικό Κόμμα να συνεχίζει την προσπάθεια ανασύνταξής του, προτιμά να αρπάξει την ψήφο τώρα και να επιχειρήσει με αντιμετωπίσει αυτά τα ζητήματα με ισχυρή «λαϊκή εντολή», έχοντας να αντιμετωπίσει νέες εκλογές το πιο μακρινό 2022...
Το πιθανότερο είναι ότι τον βραχυπρόθεσμο στόχο (άνετη νίκη στις 8 Ιούνη) θα τον πετύχει. Η εξήγηση αφορά μια τάση που γεννά η κρίση, η οποία είχε υποτιμηθεί: εκτός από την «πόλωση», υπάρχει και η δυνατότητα του «κέντρου» να ανασυντίθεται/αναπροσαρμόζεται και να επιβιώνει. Εκτός από το τμήμα της κοινωνίας που στρέφεται ενάντια στα «παραδοσιακά» κόμματα, εν μέσω κρίσης, υπάρχει και εκείνο που έλκεται από την «ασφάλεια» εν μέσω κρίσης, και την αυταπάτη ότι με το πολιτικό κέντρο, τα πράγματα δεν θα γίνουν πολύ χειρότερα. Στην περίπτωση της Μέι, η μονότονη επανάληψη (εκατοντάδες φορές!) με ρομποτικό ύφος του «strong and stable leadership» («ισχυρή και σταθερή ηγεσία») ως επίδικο των εκλογών, μπροστά στην «κρίση» και το «άγνωστο» του Brexit, μπορεί να προσφέρεται για σάτυρα στα κοινωνικά δίκτυα, αλλά αποτελεί πράγμτι τον πυρήνα του μηνύματος της Μέι και της ανταπόκρισης που βρίσκει. 
Τί μπορεί να λειτουργήσει ως τροχοπέδη στην προσπάθειά της; Το... πραγματικό της πρόγραμμα. Η ίδια μπορεί να αποφεύγει να μιλήσει επί της ουσίας των πολιτικών της, αλλά οι Συντηρητικοί έχουν Μανιφέστο για τις εκλογές, και είναι ένα εκρηκτικό νεοφιλελεύθερο μίγμα το οποίο στοχοποιεί και κοινωνικές ομάδες (συνταξιούχοι, ιδιοκτήτες κατοικίας) οι οποίες (έχουν ακόμα αρκετά για να) στηρίζουν τους Τόρηδες.
Οι Εργατικοί
Στον αντίποδα, η «διαρροή» του Μανιφέστου των Εργατικών, ανεξάρτητα από τις προθέσεις του «διαρρέοντα» και τις επιθέσεις που δέχτηκε από τον αστικό Τύπο («αναχρονισμός», «κρατισμός», «εξτρεμισμός», «πίσω στη δεκαετία του ‘70» κλπ), δείχνει να βελτιώνει τις τύχες του κόμματος της αντιπολίτευσης, τουλάχιστον δημοσκοπικά. 
Ένα πρόγραμμα αριστερών μεταρρυθμίσεων που επιχειρούν να βελτιώσουν την κατάσταση των εργαζομένων, σε συνδυασμό με την δημοφιλία του Κόρμπιν (που δεν θεωρείται καθόλου «χαρισματικός», αλλά κερδίζει συμπάθειες κυρίως ως «απλός», «έντιμος» και για το ότι δεν απολογείται απέναντι στις επιθέσεις από τα δεξιά) και την επιμονή στην αντι-λιτότητα ως κεντρικό πολιτικό του μήνυμα, έχουν κινητοποιήσει ένα σημαντικό τμήμα ανθρώπων που είχε αποσύρει την εμπιστοσύνη του από τους Εργατικούς από την εποχή του Τόνι Μπλερ μέχρι σήμερα. 
Οι διάφορες δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δεν κατόρθωσαν όλα αυτά τα χρόνια να οικοδομήσουν μια εναλλακτική στο Εργατικό Κόμμα (για αντικειμενικούς και υποκειμενικούς λόγους), με αποτέλεσμα ο «ριζοσπαστισμός» της εποχής να εκφραστεί μέσα από τον «κορμπινισμό». Και στη συγκεκριμένη εκλογική αναμέτρηση, με δοσμένες αυτές τις συνθήκες πλέον, η πλειοψηφία τους εκτιμά ότι το σκορ του Κόρμπιν είναι αυτό που θα μετρήσει θετικά. 
Η μάχη που δίνει ο Κόρμπιν αφορά κυρίως να καταγράψει ένα σοβαρό ποσοστό και όχι τόσο το ενδεχόμενο νίκης. Δείχνει απίθανο να προλάβει μέσα σε λίγες βδομάδες να αντιστρέψει μια μακροχρόνια τάση (που κρατά πάνω από 15 χρόνια) φθοράς και αποσύνθεσης των Εργατικών, που τους έφερε σε ιστορικά χαμηλά εκλογικά αποτελέσματα όλες τις προηγούμενες εκλογικές αναμετρήσεις. Πόσο μάλλον με μια σημαντική πτέρυγα του κόμματός του να εμφανίζεται τουλάχιστον απρόθυμη να τον στηρίξει, όταν δεν τον μαχαιρώνει πισώπλατα. Η αντίφαση ενός αριστερού ηγέτη με μια αριστερή βάση, σε ένα μεταλλαγμένο σοσιαλφιλελεύθερο-κοινοβουλευτοκεντρικό κόμμα, δεν επιλύεται εύκολα και θα συνεχίσει να προκαλεί «επεισόδια».
Η επόμενη μέρα
Αν οι Εργατικοί συντριβούν, οι «μπλερικοί» θα ξεσπαθώσουν μετεκλογικά για το πόσο «αυτοκτονική εκλογικά» είναι η αριστερή πολιτική. Ξεχνώντας βολικά ότι ο «μπλερισμός» βύθισε το Εργατικό Κόμμα στα τάρταρα τα οποία έχει ως σημείο εκκίνησης η ηγεσία γύρω από τον Κόρμπιν. Οι πρώτες δημοσκοπήσεις δείχνουν για πρώτη φορά τάση ανόδου των ποσοστών των Εργατικών. Κάποια πιο «ποιοτικά» στοιχεία, παρουσιάζουν τον Κόρμπιν ως τον πιο ικανό σε κινητοποίηση ψηφοφόρων των Εργατικών σε σύγκριση με όλους τους προκατόχους του από την εποχή Μπλερ και μετά, αλλά και με όλους τους σημερινούς εσωκομματικούς του αντιπάλους. Αν αυτή η τάση επιβεβαιωθεί στην κάλπη, θα έχει καταγραφεί ένα σοβαρό κοινωνικό-πολιτικό ρεύμα που το εκφράζει η «αντι-λιτότητα». Στη Σκοτία, όπου η «πασοκοποίηση» των Εργατικών συνέβη και δεν αντιστρέφεται, καθώς υπήρξε εναλλακτική, με τη μορφή του SNP, θα καταγραφεί το ρεύμα που εναντιώνεται στους χειρισμούς της Μέι ενάντια σε νέο δημοψήφισμα. 
Αυτά θα αποτελέσουν δείκτες, για την πολιτική και κοινωνική πάλη στο Ηνωμένο Βασίλειο την περίοδο μετά τις εκλογές. Μια περίοδος, που μόνο εύκολη δεν θα είναι για την Τερέζα Μέι, που θα έχει μπροστά τις όλες τις προκλήσεις τις οποίες φοβάται και επιχειρεί να «ξορκίσει» στιγμιαία μέσω της κάλπης...