Κυβέρνηση και κουαρτέτο ετοιμάζουν ακόμα ένα ισχυρό πλήγμα στα εργατικά δικαιώματα όλων μας υπηρετώντας το νεοφιλελεύθερο δόγμα της απορρύθμισης των εργασιακών σχέσεων και της με κάθε μέσο ενίσχυσης του κεφαλαίου.

Με το νέο θεσμικό πλαίσιο για τις ομαδικές απολύσεις, τις συλλογικές συμβάσεις (που επηρεάζουν και το ύψος του μισθού) και τη λειτουργία των συνδικάτων, που αποτελούν το βασικό «προαπαιτούμενο» της β’ αξιολόγησης, τα πιο κρυφά όνειρα της εργοδοσίας θα μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. 
Εδώ και μήνες ο Κατρούγκαλος καμώνεται ότι αντιστέκεται στις «ιδεοληψίες του ΔΝΤ» προσπαθώντας να αποκρύψει (όπως και στην περίπτωση του Ασφαλιστικού) την αντεργατική κατεύθυνση της κυβερνητικής πολιτικής, η οποία φυσικά καθορίζεται από τις δεσμεύσεις του μνημονίου Τσίπρα. Όταν μάλιστα ο υπουργός Εργασίας και ο πρωθυπουργός φτάνουν στο σημείο να οχυρώνονται -επίμονα- πίσω από την επίκληση του «ευρωπαϊκού κεκτημένου» για τις εργασιακές σχέσεις, αντιλαμβανόμαστε τι μας περιμένει: έκρηξη της ελαστικής απασχόλησης με συμβάσεις μηδενικών ωρών ή mini jobs και ανάλογες παρεμβάσεις που εγκαθιδρύουν συνθήκες δουλείας, όπως ο πρόσφατος νόμος Eλ Κομρί στη Γαλλία. 
Από μέρα σε μέρα αναμένεται το πόρισμα της διαβόητης «επιτροπής σοφών», που αποτελείται από 8 μέλη και έχει συσταθεί για να «ντύσει» επιστημονικά την διάλυση του εργατικού δικαίου που έχει απομείνει μετά τα μνημόνια, όπως και τον δραστικό περιορισμό της συνδικαλιστής δράσης. Μάλιστα, ο μοναδικός εγχώριος εργατολόγος που συμμετέχει στην επιτροπή, Γ. Κουκιάδης, μιλώντας στην εκδήλωση της ΓΣΕΕ στη Θεσσαλονίκη, φωτογράφισε την περαιτέρω ελαστικοποίηση της αγοράς εργασίας. Αμέσως μετά την παρουσίαση, το Υπ. Εργασίας θα διοργανώσει στην Αθήνα (16-17/9), διεθνές συνέδριο με το ίδιο θέμα, στο οποίο θα συμμετάσχουν Ευρωπαίοι Υπουργοί Εργασίας και διάφοροι εκπρόσωποι της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας. 
Με βάση τις μέχρι στιγμής πληροφορίες, οι αντιδραστικές αλλαγές που βρίσκονται στο τραπέζι, αφορούν:
-Κίνδυνο για περαιτέρω μείωση του κατώτατου μισθού κάτω από τα 586 ευρώ, συμπαρασύροντας ακόμα πιο κάτω συνολικά τους μισθούς στον ιδιωτικό τομέα, σύμφωνα με την επιθυμία των δανειστών για ένα «καθαρό ποσό» μισθού απαλλαγμένο από επιπρόσθετες αμοιβές (έτσι 3ετίες και λοιπά επιδόματα, οδηγούνται έμμεσα σε εξαφάνιση). Παρά τις διαβεβαιώσεις Κατρούγκαλου, έχει τεθεί και θέμα κατάργησης 13ου και 14ου μισθού.  
Αίτημα της κυβέρνησης είναι ο κατώτατος μισθός να προσδιορίζεται από τις συλλογικές διαπραγματεύσεις των «κοινωνικών εταίρων» και όχι από υπουργική απόφαση, ζήτημα που προτάσσεται συνεχώς ως «κόκκινη γραμμή», για να δικαιολογηθεί η αναμενόμενη κυβερνητική υποχώρηση στον συνδικαλιστικό νόμο και στο καθεστώς των ομαδικών απολύσεων. Βέβαια, ο ΣΕΒ επιμένει στο να διατηρηθεί η υπερίσχυση των επιχειρησιακών συμβάσεων και στο να ακυρωθεί η δυνατότητα μονομερούς προσφυγής στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας (ΟΜΕΔ).
-Απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων µε την αύξηση του τωρινού ορίου  (από 5% σε 10%) και περιορισμός της κρατικής παρέμβασης στην λήψη της σχετικής απόφασης. Με την ανεργία στα ύψη, τα «λουκέτα» και τις απολύσεις να πληθαίνουν, αν εφαρμοστεί ένα τέτοιο μέτρο, θα μιλάμε για αληθινή τραγωδία για τον κόσμο της εργασίας. 
-Αλλαγή του τρόπου λήψης των αποφάσεων για απεργία, που θα δυσκολεύει εξαιρετικά την προκήρυξή της (50%+1 των μελών της επιχείρησης ή των μελών του σωματείου) και επαναφορά της ανταπεργίας (lock out), τη στιγμή που η πλειοψηφία των απεργιών κηρύσσονται παράνομες και καταχρηστικές από τα δικαστήρια. Παράλληλα, περιορίζονται δραστικά τόσο οι μέρες των συνδικαλιστικών αδειών, όσο και η προστασία από απόλυση για τους συνδικαλιστές. 
-Τέλος, η κυβέρνηση έχει ομολογήσει ότι θέλει να πάψουν τα συνδικάτα να χρηματοδοτούνται απευθείας από τις ασφαλιστικές εισφορές που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι (βαφτίζοντας την παρακράτηση που πηγαίνει στον ΟΑΕΔ μέσω ΙΚΑ και σπάνια αποδίδεται στα συνδικάτα, κρατική χρηματοδότηση), μετατρέποντας την εισφορά αυτή σε εθελοντική και οδηγώντας τα σωματεία σε οικονομική «ασφυξία». 
Η νέα επίθεση στους μισθούς και τις θέσεις εργασίας, η ενίσχυση του «διευθυντικού δικαιώματος» των εργοδοτών, η παρεμπόδιση του δικαιώματος της απεργίας, η αποδυνάμωση της συλλογικής διαπραγμάτευσης και των ίδιων των συνδικάτων-σε βαθμό ακύρωσης της ύπαρξής τους-είναι η μόνη πολιτική «ταξικής μονομέρειας» που διαθέτει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. 
Χωρίς να περιμένουμε καν να αποτυπωθούν σε νομοσχέδιο όλες οι παραπάνω προκλητικές ρυθμίσεις, οι κινηματικές και πολιτικές πρωτοβουλίες οργάνωσης και συντονισμού της ενωτικής-μαχητικής αντίστασης του εργατικού κινήματος και των δυνάμεων της Αριστεράς, επείγουν όσο ποτέ.