Στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης βρέθηκε για μια φορά ακόμη το προσφυγικό ζήτημα.

Οι πρόσφυγες συνεχίζουν να ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες, χωρίς επαρκή μέριμνα και με έλλειψη σεβασμού σε στοιχειώδη δικαιώματά τους. Η κυβέρνηση της ΝΔ όχι μόνο συνεχίζει, αλλά εντείνει τις πολιτικές των προκατόχων της, ενισχύοντας τις απωθήσεις, την καταστολή και τις επαναπροωθήσεις.
Απωθήσεις και καταστολή
Οι βασικές κατευθύνσεις για το προσφυγικό σκιαγραφήθηκαν στο ΚΥΣΕΑ που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Αυγούστου με την παρουσία του πρωθυπουργού. Πρόκειται για εφτά μέτρα τα οποία αποτυπώνουν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την έντονη αντιπροσφυγική πολιτική που υποσχόταν ήδη προεκλογικά η ΝΔ. Καταρχήν αποφασίστηκε η «αποσυμφόρηση των νησιών με μεταφορά μεταναστών/προσφύγων σε ήδη υφιστάμενες δομές της ενδοχώρας». Πέρα όμως από την εξαγγελία κανείς δεν ανέφερε το πώς θα γίνει αυτή η μεταφορά, πώς θα γίνει η διαλογή των προσφύγων, τι συνθήκες υπάρχουν εκεί που θα τους μεταφέρουν. Πρόκειται περίπου για 1.500 πρόσφυγες οι οποίοι μεταφέρθηκαν από τη Μόρια σε ήδη γεμάτες δομές στο Κιλκίς. Αποτέλεσμα είναι να έχουν στηθεί αντίσκηνα από τα Ηνωμένα Έθνη, τα οποία σε καμία περίπτωση δεν είναι επαρκή για τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες που επικρατούν στη βόρεια Ελλάδα το χειμώνα.
Ένα άλλο μέτρο, το οποίο παρουσιάζει επίσης αρνητικό ενδιαφέρον, είναι αυτό το οποίο εντείνει τόσο την πρόληψη με σκοπό την απώθηση όσο και την καταστολή με σκοπό την πειθάρχηση. Το ΚΥΣΕΑ διατυμπάνισε ότι θα αυξηθεί η επιτήρηση στα σύνορα σε συνεργασία τόσο με τη FRONTEX όσο και με το NATO. Η ΝΔ παίρνει, λοιπόν, την έτοιμη συνταγή του ΣΥΡΙΖΑ και την εξελίσσει ακόμη περισσότερο, δημιουργώντας το Εθνικό Σύστημα Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Επιτήρησης (ΕΣΟΘΕ), ένα σύστημα προϋπολογισμού 50 εκατομμυρίων ευρώ που διασυνδέει τα συστήματα επιτήρησης του Λιμενικού Σώματος και των Ενόπλων Δυνάμεων, μέσω της χρήσης των νέων τεχνολογιών («απλές» και θερμικές κάμερες, drones κλπ). Με άλλα λόγια το Αιγαίο και ο Έβρος θα μετατραπούν σε μια άκρως κοστοβόρα και επιτηρούμενη ζώνη, προκειμένου να απωθούνται οι βάρκες των προσφύγων στο όνομα της «ευρωπαϊκής ασφάλειας».
Την ίδια στιγμή αποφασίστηκε η άμεση προμήθεια 10 νέων ευέλικτων μικρών σκαφών για ταχύτατη αντίδραση σε περίπτωση εντοπισμού κινήσεων μεταφοράς μεταναστών/προσφύγων από κυκλώματα διακίνησης, που εκκινούν από τα τουρκικά παράλια προς τα ελληνικά νησιά. Το τι ακριβώς θα κάνουν αυτά τα μικρά νέα ευέλικτα σκάφη δεν το γνωρίζει κανείς. Πάντως δεν έχει περάσει πολύ καιρός από το βίντεο που είχε βγει στη δημοσιότητα, το οποίο απεικόνιζε σκάφος του λιμενικού να απωθεί μια βάρκα γεμάτη πρόσφυγες. Πρόσφυγες που, απ’ ό,τι φαίνεται, από τη μια μεριά θα είναι αντιμέτωποι με του διακινητές που τους έχουν πάρει όλα τους τα λεφτά για να περάσουν απέναντι με μια σάπια βάρκα και από την άλλη πάνοπλους «ρόμποκοπ» που θα τους αντιμετωπίζουν σαν εγκληματίες. Αυτός είναι ο ανθρωπισμός της ΕΕ σήμερα, με τον οποίο συμβάδισε πολιτικά επί τέσσερα χρόνια ο ΣΥΡΙΖΑ και τώρα συνεχίζει η ΝΔ του Μητσοτάκη.
Αλλαγές
στη χορήγηση ασύλου

Το πιο κομβικό μέτρο που λαμβάνει σε θεσμικό επίπεδο η κυβέρνηση αφορά την αλλαγή της διαδικασίας χορήγησης ασύλου. Στην ουσία το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε την κατάργηση του δεύτερου βαθμού εξέτασης προσφυγών. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης χορήγησης ασύλου, θα προχωρά άμεσα η διαδικασία επιστροφής του αιτούντος στη χώρα από την οποία προήλθε. Με αυτό τον τρόπο η ΝΔ επιδιώκει την αύξηση των επαναπροωθήσεων με μια απόφαση που στερεί από τους πρόσφυγες το δικαίωμα μιας δεύτερης ακρόασης. Στο παρελθόν είχε υπάρξει πληθώρα καταγγελιών ανθρώπων που τελείως αυθαίρετα δεν τους αναγνωριζόταν το καθεστώς του πρόσφυγα. Αντιλαμβάνεται εύκολα κανείς τι πρόκειται να συμβεί με το νέο πλαίσιο χορήγησης ασύλου το οποίο δίνει τη δυνατότητα άμεσων επαναπροωθήσεων και επιταχύνει τις διαδικασίες απομάκρυνσης ανθρώπων, που μπορεί να είναι θύματα πολέμου, φτώχειας και αντιδημοκρατικών καθεστώτων.
Όλα τα παραπάνω, βέβαια, το ΚΥΣΕΑ διεμήνυσε ότι θα γίνουν με σεβασμό στο κοινοτικό κεκτημένο και την πλήρη εφαρμογή της Κοινής Δήλωσης Ευρωπαϊκής Ένωσης-Τουρκίας, την οποία υπέγραψε η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Πρόκειται για ένα ξεκάθαρο πολιτικό θέατρο σκιών στις πλάτες των προσφύγων. Η στρόφιγγα αποδοχής προσφυγικών ροών θα ανοίγει και θα κλείνει ανάλογα με το τι ανάγκες εργατικού δυναμικού έχουν τα κράτη της ΕΕ. Όσοι δεν πετυχαίνουν τη στρόφιγγα ανοιχτή, μάλλον θα πρέπει να επιστρέψουν στη βία του ιμπεριαλισμού, της φτώχειας και των δικτατοριών. Σε αυτό το πλαίσιο αποφασίστηκε η αύξηση των ελέγχων της αστυνομίας σε νησιά και ηπειρωτική Ελλάδα για τον εντοπισμό προσώπων που είχαν αιτηθεί τη χορήγηση ασύλου, αλλά η αίτησή τους απορρίφθηκε από τα δικαστήρια με σκοπό την άμεση επαναπροώθηση. Η αστυνομία, μάλιστα, έχει εντοπίσει ήδη 1.000 πρόσωπα των οποίων δρομολογείται η επιστροφή τους.
Πρόσφυγες και κίνημα
Απ’ ό,τι φαίνεται η πολιτική της κυβέρνησης στο προσφυγικό αποτυπώνεται στο τρίπτυχο απώθηση-καταστολή-επαναπροώθηση. Η FRONTEX και το NATO θα διώχνουν τις βάρκες, η αστυνομία θα καταστέλλει ακόμη και ασυνόδευτα προσφυγόπουλα, όπως αυτά στη Μόρια που εξεγέρθηκαν ζητώντας να μεταφερθούν σε αξιοπρεπείς δομές, και οι επιτροπές ασύλου με μια υπογραφή θα καθορίζουν τη ζωή χιλιάδων ανθρώπων που έχουν βιώσει την προσφυγιά και την εξαθλίωση. 
Όλα αυτά που ετοιμάζεται να κάνει η ΝΔ του Μητσοτάκη είναι μια κλιμάκωση μεν, αλλά και συνέχεια δε της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ στο μεταναστευτικό/προσφυγικό.  Η αθλιότητα στη Μόρια, η αγριότητα της υπόθεσης «ασυνόδευτα παιδιά», ο εγκλωβισμός στα ρατσιστικά όρια της συμφωνίας ΕΕ-Ελλάδας-Τουρκίας, δεν αφήνουν περιθώρια για αυταπάτες. Όπως άλλωστε δήλωσε και ο πρώην κυβερνητικός εκπρόσωπος του ΣΥΡΙΖΑ Γαβριήλ Σακελλαρίδης «οι ευθύνες είναι βαριές και δεν παραγράφονται».
Απέναντι σε όλα τα παραπάνω το αντιρατσιστικό-αντιφασιστικό-αντιπολεμικό κίνημα πρέπει να χτιστεί σε νέα βάση. Στις νέες συνθήκες που δημιουργούνται απαιτείται μεγαλύτερη σύνδεση με τους πρόσφυγες και τα αιτήματά τους στα στρατόπεδα, καθώς και επαναφορά του ζητήματος στην κεντρική πολιτική ατζέντα του κινήματος και της Αριστεράς. Πρέπει να παρθούν πρωτοβουλίες άμεσα, πριν να είναι πλέον αργά.