Το τελευταίο διάστημα και μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα είμαστε όλοι μάρτυρες της επίθεσης που πραγματοποιούν η κυβέρνηση και τα μεγάλα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στους νεοναζί εγκληματίες της Χρυσής Αυγής.

Όλοι αυτοί που εδώ και χρόνια τους κάλυπταν και με την πολιτική τους τους άφηναν περιθώρια να εγκολπώνονται μέρος της αντίδρασης στα μνημόνια και τις κυβερνητικές πολιτικές, τώρα καταδικάζουν τη δράση τους και δηλώνουν έκπληκτοι με το μέγεθος των εγκληματικών δραστηριοτήτων τους. Είναι τυχαία άραγε αυτή η στροφή;

Καθόλου τυχαία για πολλούς λόγους. Ένας όμως που ξεχωρίζει είναι ότι από τη στιγμή της δολοφονίας υπήρξε μια πολύ σημαντική εξέλιξη. Δόθηκαν τα περιθώρια να συναντηθούν οι δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές των αντιφασιστικών κινητοποιήσεων με τις συνεχόμενες κινητοποιήσεις των εκπαιδευτικών και των εργαζόμενων στο δημόσιο τομέα που ήταν σε εξέλιξη.

Αυτή η εξέλιξη προκάλεσε τρόμο στην κυβέρνηση Σαμαρά που ήδη είχε στριμωχτεί στη γωνία από τη δυναμική έναρξη των απεργιακών κινητοποιήσεων. Αυτός είναι ο καθοριστικός κρίκος που καθόρισε τις πολιτικές εξελίξεις και εξηγεί σε μεγάλο βαθμό τη στροφή της κυβέρνησης και των παπαγάλων της στα ΜΜΕ.

Δυστυχώς το αντιφασιστικό και απεργιακό μέτωπο δεν έγινε εφικτό να κρατηθεί ενωμένο και να δώσει άλλη διάσταση στη μάχη ενάντια στην κυβερνητική μνημονιακή πολιτική.

Από το καλοκαίρι είχε φανεί ότι η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ θα είχε να αντιμετωπίσει ένα καυτό φθινόπωρο με αγωνιστικές κινητοποιήσεις των εργαζομένων, γιατί αυτό το καλοκαίρι είχε τις περισσότερες απεργιακές κινητοποιήσεις. Και αυτό παρά την αγωνιώδη προσπάθεια των κυβερνώντων να τελειώνουν με το εργατικό κίνημα, επιστρατεύοντας τους εργαζόμενους στους ΟΤΑ, τους ναυτεργάτες, τους εργαζόμενους στο Μετρό, τους εκπαιδευτικούς.

Η μεγάλη διαδήλωση στη ΔΕΘ έστειλε το πρώτο μήνυμα ότι οι εργαζόμενοι είναι αποφασισμένοι να αγωνιστούν. Η κορύφωση όμως ήρθε στα μέσα του μήνα με την απεργία διαρκείας που κήρυξαν οι καθηγητές, οι εργαζόμενοι στα Ασφαλιστικά Ταμεία και στα πανεπιστήμια.

Συμμετοχή
Το ποσοστό συμμετοχής τις πρώτες μέρες απεργίας των καθηγητών ξεπέρασαν κάθε προηγούμενο. Έφτασε πάνω από το 90%, τη στιγμή που στις προηγούμενες 48ωρες της ΑΔΕΔΥ ή σε Γενικές Απεργίες το ποσοστό αυτό δεν είχε ξεπεράσει το 20%. Αυτή η δυναμική εκφράστηκε και στις δύο πρώτες διαδηλώσεις. Ειδικά η διαδήλωση στις 18 Σεπτέμβρη είναι η μεγαλύτερη που έγινε ποτέ σε απεργία του δημόσιου τομέα.

Αυτή η δυναμική της συμμετοχής στην απεργία ήταν που οδήγησε σε δύο διαδοχικές σαρανταοκτάωρες απεργίες την ΑΔΕΔΥ. Καθοριστικός παράγοντας στο να αναπτυχθεί αυτή η δυναμική ήταν το γεγονός ότι δημιουργήθηκαν επιτροπές αγώνα σε δεκάδες περιοχές, με τη συμμετοχή μαθητών, γονέων και κόσμου της κάθε γειτονιάς.

Παρά ταύτα ο αγώνας των εκπαιδευτικών δεν κατάφερε να κλιμακωθεί σε απεργία διαρκείας με τη στήριξη και τη συμμετοχή άλλων κλάδων. Καθοριστικός σε αυτό ήταν ο ρόλος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ, καθώς, έχοντας την ηγεσία στη ΓΣΕΕ, αρνήθηκαν πεισματικά να συνεννώσουν τον ιδιωτικό τομέα και τις ΔΕΚΟ στη μάχη που έδιναν οι εκπαιδευτικοί και ο υπόλοιπος δημόσιος τομέας.

Πολύ αρνητικό ρόλο και πολύ πιο καθοριστικό από άλλη φορά έπαιξε και το ΠΑΜΕ τόσο στη ΓΣΕΕ, όσο και στην ΑΔΕΔΥ. Στη ΓΣΕΕ πρωταγωνίστησε στο να μη βγει κοινή απεργία με την ΑΔΕΔΥ, επικαλούμενο το «καθαρό» πλαίσιο και την ανάγκη για καλή οργάνωση μιας γενικής απεργίας. Αν και ήταν σωστό γενικά το δεύτερο επιχείρημα, έχανε από τα μάτια του τη δυναμική που είχε δώσει στον κόσμο η απεργία των εκπαιδευτικών και οι μεγάλες διαδηλώσεις.

Ακόμη χειρότερο ρόλο ανέλαβαν να φέρουν σε πέρας οι συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ στους καθηγητές. Με την πρότασή τους για 48ωρες επαναλαμβανόμενες αντί για πενθήμερες, που έγινε και απόφαση με τη στήριξη της ΠΑΣΚΕ και της ΔΑΚΕ στις συνελεύσεις που γίνανε στο τέλος της πρώτης πενθήμερης απεργίας των καθηγητών, έστειλαν ξεκάθαρο μήνυμα υποχώρησης της απεργίας στους εκπαιδευτικούς.

Αδυναμίες
Για τη συνέχιση της απεργίας υπήρξαν και άλλες αδυναμίες. Αρκετές ΕΛΜΕ δημιούργησαν απεργιακά ταμεία που είναι απαραίτητα για να νικήσει μια απεργία διαρκείας. Υπήρξαν όμως και πολλές ΕΛΜΕ, όπου ακόμη και δυνάμεις από την Αριστερά που στήριξαν την απεργία (ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΤΑΡΣΥΑ, εξωκοινοβουλευτική Αριστερά), δίστασαν να δημιουργήσουν τέτοια ταμεία, παίρνοντας έτσι μια (μικρότερη) ευθύνη στο να μην πιστέψουν οι καθηγητές ότι μπορούν να συνεχίσουν παραπέρα τον αγώνα τους.

Το τέλος της απεργίας των εκπαιδευτικών οδήγησε πολλούς και μέσα στην Αριστερά να ανακινήσουν τις γνωστές θεωρίες ότι ο κόσμος δεν τραβάει και φούντωσε τη συζήτηση για το αν οι απεργίες είναι ο τρόπος για να αντισταθούμε και να ανατρέψουμε την κυβέρνηση. Οι ίδιοι καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι χρειάζονται άλλες μορφές κινητοποίησης.

Όμως η ίδια η απεργία των εκπαιδευτικών έχει δώσει απάντηση με τον καλύτερο τρόπο. Τα μεγαλειώδη ποσοστά συμμετοχής στις πρώτες μέρες της απεργίας δεν ήρθαν τυχαία. Ήρθαν γιατί η απόφαση για την πενθήμερη διαρκείας είχε στόχο να σταματήσει τις διαθεσιμότητες με την κινητοποίηση και άλλων κλάδων και προοπτική να ανατρέψει την κυβέρνηση.

Τέτοιους αγώνες χρειάζεται να οργανώσουμε και να δώσουμε το επόμενο διάστημα. Η μάχη για την ανατροπή των μνημονίων και της κυβέρνησης δεν έχει χαθεί. Αντίθετα είναι μπροστά μας. Τις επόμενες μέρες θα ανακοινωθούν οι νέες διαθεσιμότητες-απολύσεις στο δημόσιο, τα μέτρα ενός ακόμη σκληρού προϋπολογισμού, οι απολύσεις στον ιδιωτικό τομέα θα έχουν τη μορφή τυφώνα, ενώ το τσάκισμα των συλλογικών συμβάσεων συνεχίζεται αμείωτο.

Αυτό σημαίνει ότι μια σειρά κλάδοι θα βγουν μπροστά, αναλαμβάνοντας το ρόλο που έπαιξε στα μέσα Σεπτέμβρη η ΟΛΜΕ. Οι εργαζόμενοι στα πανεπιστήμια συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις τους. Κινητοποιήσεις γίνονται επίσης σε αρκετά νοσοκομεία. Στους δήμους, παρά την υποχωρητικότητα της ηγεσίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ, η πίεση από τις απολύσεις και τη διαθεσιμότητα θα είναι αφόρητη και η αγανάκτηση της βάσης μπορεί να οδηγήσει σε νέες κινητοποιήσεις.

Πολλοί, μετά το τέλος της απεργίας των εκπαιδευτικών, ακόμη και καλοπροαίρετα μέσα από την αγωνία τους για να τελειώνουν εδώ και τώρα με τα μνημόνια, λένε ότι δεν θα ξανααπεργήσουν, αν δεν ξεκινήσουν όλοι μαζί οι κλάδοι συντονισμένα απεργίες και κινητοποιήσεις.

Απέναντι σε αυτή την αντίληψη η ευθύνη της Αριστεράς είναι μεγάλη και κεντρικά πολιτική για το πώς θα κινηθεί στους χώρους δουλειάς. Δεν μπορεί να αφήσει ακάλυπτους αγωνιστές που έχουν οδηγηθεί σε αυτό το λάθος συμπέρασμα και να τους σπρώξει σε απογοήτευση που είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα μας οδηγήσει στην ήττα.

Χρειάζεται να εξηγήσουμε σε αυτό τον κόσμο ότι πάντα υπάρχουν κάποιοι κλάδοι που αντικειμενικές συνθήκες μπορούν να τους οδηγήσουν πιο μπροστά στη μάχη. Μέχρι τότε θα είναι καθοριστικό να συνεχίσουν τη δράση τους οι επιτροπές που δημιουργήθηκαν για τη στήριξη του αγώνα των εκπαιδευτικών και να πλαισιωθούν και με άλλους φορείς, σωματεία και κόσμο της γειτονιάς, όπου αυτό δεν έχει γίνει ακόμα.

Είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για να υπάρξει στήριξη όποιου κλάδου βγει σε απεργία. Να χτίσει την αλληλεγγύη όχι μόνο συμβολικά, αλλά με εκδηλώσεις σε κάθε γειτονιά, στηρίζοντας τα οικονομικά ταμεία των απεργών, οργανώνοντας εξορμήσεις και παρεμβάσεις στους χώρους.

Πρωτοβουλίες
Αυτή είναι και η δουλειά που θα έχουμε να κάνουμε οι υπόλοιποι εργαζόμενοι στους άλλους κλάδους. Να πάρουμε πρωτοβουλίες για να συντονίσουμε τους αγώνες και να παλέψουμε για την πλαισίωση του κλάδου που θα βγει μπροστά και τη στήριξή του με κάθε τρόπο. Ταυτόχρονα η Αριστερά  πρέπει να καλύψει πολιτικά αυτό τον αγώνα και τη σύγκρουση με την κυβέρνηση, γενικεύοντας τη μάχη.

Επιτροπές αγώνα, απεργιακά ταμεία, πολιτική στήριξη είναι οι τρεις απαραίτητες προϋποθέσεις για να οδηγηθούμε σε ένα νικηφόρο αγώνα, που θα δώσει την ώθηση και σε άλλους κλάδους να απεργήσουν, ώστε όλοι μαζί να ανοίξουμε το δρόμο για την ανατροπή.