Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, διεξάγεται η πολύωρη δημοπρασία για τις 4 (με τα μέχρι στιγμής δεδομένα) άδειες τηλεοπτικών καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας. Πρόκειται ουσιαστικά για την κορύφωση μιας πολύμηνης σύγκρουσης διαφορετικών συστημάτων εξουσίας, που αναδιατάσσει συσχετισμούς σε ένα κρίσιμο πεδίο οικονομικής και πολιτικής ισχύος.

Η διαδικασία αυτή καμία σχέση δεν έχει με τα κροκοδείλια δάκρυα για την «αντικειμενική ενημέρωση» και την «πολυφωνία», όπως ισχυρίζονται τα σποτ των τηλεοπτικών σταθμών ή την «πάταξη της ανομίας» στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο, όπως υποστηρίζει η κυβέρνηση. Γι’ αυτό και παρά τον υπερβολικό θόρυβο από τους βαρόνους των ΜΜΕ και τα κόμματα της αντιπολίτευσης, παρά τις προσπάθειες αναβολής της διαδικασίας με δικαστικά μέσα, οι παλιοί και οι επίδοξοι καναλάρχες πλειοδοτούν, με την ελπίδα να αποκτήσουν μια δημόσια συχνότητα στο διαγωνισμό που διοργανώνει το Μαξίμου και εποπτεύει η Γ.Γ. Ενημέρωσης, μετά και τις μεθοδευμένα άκαρπες προσπάθειες συγκρότησης του νέου ΕΣΡ. 
Τα αστικά κόμματα έχουν βγει φυσικά στα κάγκελα για την υπεράσπιση των δικών τους φίλων-μεγαλοεπιχειρηματιών. Οι «διωκόμενοι» μιντιάρχες, που σήμερα θρηνούν, ήταν σταθερά προσηλωμένοι στα θαλασσοδάνεια και στις αλληλοεξυπηρετήσεις με τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Οι εκατομμύρια ώρες καθεστωτικής προπαγάνδας (ποιος ξεχνά τα αίσχη των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών την περίοδο του δημοψηφίσματος ή τις κορώνες για την «ευλογία» των μνημονίων και των ιδιωτικοποιήσεων) και η μόνιμη αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας δεν μπορούν να σβηστούν λόγω των αδιαφανών χειρισμών του Παππά και της αφερέγγυας έρευνας που παρήγγειλε για να καθοριστούν τα κριτήρια του διαγωνισμού. Το ίδιο και οι χιλιάδες απολύσεις στα ΜΜΕ, η εργοδοτική τρομοκρατία και η απλήρωτη εργασία στα κάτεργα των μεγαλοεκδοτών, χωρίς οι τελευταίοι να λογοδοτούν πουθενά. 
Σχεδόν όλα τα media είναι σήμερα ζημιογόνα, λόγω της υπερέκθεσής τους στον τραπεζικό δανεισμό. Αυτό το δεδομένο, σε συνδυασμό με την ανάγκη επικοινωνιακής στήριξης του αφηγήματος Τσίπρα για έξοδο από την κρίση, έχει πυροδοτήσει ένα πολύ σκληρό πολιτικό-επιχειρηματικό παζάρι για τους τελικούς αποδέκτες των νέων αδειών. Παραδοσιακοί «παίκτες» του χώρου (Βαρδινογιάννης, Κοντομηνάς, Αλαφούζος, Κυριακού κ.ά.), αλλά και καρχαρίες με ισχυρές προσβάσεις στην κυβέρνηση (Καλογρίτσας, Μαρινάκης κ.ά.) προσπαθούν να αλληλοεξουδετερωθούν. Κανείς δεν γνωρίζει αν όλοι αυτοί είναι πραγματικοί διεκδικητές ή «λαγοί» που θα εκτοξεύσουν το τίμημα. 
Η νομοθετική παρέμβαση στο τηλεοπτικό τοπίο αποτελεί την προμετωπίδα της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην υποτιθέμενη μάχη της «ενάντια στο κατεστημένο». Όταν στις συντάξεις και τα ασφαλιστικά δικαιώματα πέφτει τσεκούρι, όταν η άγρια φοροεπιδρομή κατά των λαϊκών στρωμάτων εντείνεται, η κυβερνητική προπαγάνδα επιχειρεί να προσφέρει θέαμα στο πόπολο με το τηλεοπτικό σίριαλ της σύγκρουσης με ορισμένους «ολιγάρχες». Συνεχίζοντας τη λογική της εμπορευματοποίησης δημόσιων αγαθών (τέτοιο είναι το τηλεοπτικό φάσμα συχνοτήτων) και της ίδιας της ενημέρωσης, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, με την ανεπαρκή ρύθμιση που επιχειρούν, καμώνονται πως γκρεμίζουν τη «διαπλοκή». Μόνο που δεν πείθουν. Ενώ «κονταίνουν» ορισμένα πολιτικοεκδοτικά κέντρα (π.χ. Ψυχάρης), δημιουργούν παράλληλα τα δικά τους «τζάκια», ευελπιστώντας να φτιάξουν μερικές «ΕΡΤ» ακόμη που θα εξάρουν το κυβερνητικό έργο. 
Οι τηλεοπτικές συχνότητες είναι δημόσια αγαθά που δεν θα έπρεπε να ανήκουν ούτε σε λίγα, ούτε σε περισσότερα επιχειρηματικά χέρια. Η κοινωνία, μαζί με τους εργαζόμενους στα ΜΜΕ, μέσα σε μια πορεία ριζοσπαστικών αλλαγών, μπορεί να δημιουργήσει δομές δημοκρατικής συμμετοχής, εργατικού και κοινωνικού ελέγχου στον τομέα της ενημέρωσης, που θα ανατρέπουν το θέσφατο της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Μόνο έτσι τα κανάλια θα πάψουν να λειτουργούν με κίνητρο το κέρδος και τη συγκέντρωση δύναμης για τους καπιταλιστές. Μόνο έτσι θα πάψουν να είναι «μεγάφωνα» των αφεντικών και εργαλεία χειραγώγησης των «από κάτω».