Το βασικό και κρίσιμο ερώτημα της πολιτικής περιόδου, που άρχισε με το τυπικό και ψευδεπίγραφο «τέλος» του μνημονιακού προγράμματος, είναι: Θα μπορέσει ο κόσμος μας, με τους αγώνες του από τα κάτω, να θέσει ξανά τα αιτήματα και να επιβάλει τις λύσεις που θα αντιστρέφουν την κοινωνική καταστροφή που έγινα στα χρόνια των μνημονίων;

Το ερώτημα αφορά όλη την ύλη της πολιτικής και κοινωνικής αντιπαράθεσης.
Αφορά τα κοινωνικά ταξικά ζητήματα που ήταν η «ψυχή» των πολιτικών λιτότητας και των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. Στο μισθό, στη σύνταξη, στις κοινωνικές δαπάνες, δεν έχουμε τίποτα να περιμένουμε από τις «πρωτοβουλίες» της Αχτσιόγλου ή τις «προτάσεις» της ΝΔ. Είναι η ώρα των αγώνων, των διεκδικήσεων, της επιβολής των αιτημάτων μας.
Σε αυτό το κρίσιμο μέτωπο δεν έχουμε πολλά να περιμένουμε, επίσης, από την ηγεσία των συνδικάτων. Είναι χαρακτηριστικό το πώς (δεν) οργάνωσαν την απεργία της 28ης Νοέμβρη. Εδώ η παρέμβαση της βάσης των συνδικάτων έχει κρίσιμο ρόλο: Πιέζοντας ασφυκτικά τις ηγεσίες, ξεπερνώντας τες στο πώς οργανώνονται οι αγώνες, ριζοσπαστικοποιώντας τα αιτήματα, ριζοσπαστικοποιώντας τις μορφές πάλης μέσα από την κλιμάκωση και το συντονισμό των αγωνιζόμενων τμημάτων της τάξης μας. Σε αυτό το έδαφος θα κριθούν σε μεγάλο βαθμό οι πραγματικές εξελίξεις. 
Όμως η αντιπαράθεση αφορά επίσης τα ζητήματα δημοκρατίας, στην πιο ουσιαστική εκδοχή τους. Με την υπογραφή του ΣΥΡΙΖΑ και τη συναίνεση της ΝΔ έχει συνομολογηθεί η «ενισχυμένη επιτήρηση» για μακρό χρονικό διάστημα, μέχρι τουλάχιστον το… 2060. Το δικαίωμα της κοινωνικής πλειοψηφίας να αλλάξει την πολιτική, να διαλέξει άλλη κατεύθυνση, έχει υπονομευτεί καίρια, όπως δείχνει το παράδειγμα της «υποχρέωσης» να εγκρίνεται κάθε φορά ο προϋπολογισμός από την Κομισιόν. Πρόκειται για μια πλήρη αμφισβήτηση της αρχής της λαϊκής κυριαρχίας. Και εδώ οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για «μεταρρυθμίσεις» όπως αυτή σχετικά με την εκκλησία, ή οι προτάσεις της ΝΔ για συνταγματοποίηση του αχαλίνωτου νεοφιλελευθερισμού, μοιάζουν πραγματικά προκλητικές.
Δυστυχώς η αντιπαράθεση αφορά πλέον και το κρίσιμο ζήτημα της ειρήνης. Αυτή τη στιγμή, με το παράδειγμα του Παπαντωνίου αμέσως μετά τον Τζοχατζόπουλο, διαπιστώνεται πέρα από κάθε αμφιβολία πλέον ότι οι εξοπλισμοί είναι άμεσα συνδεδεμένοι με τη μίζα και τη διαφθορά. Και όμως, παρά την κατάρρευση των σχολείων και των νοσοκομείων, οι αγορές όπλων καλά κρατούν. Και οι κυβερνητικοί χειρισμοί στα Βαλκάνια και κυρίως στη ΝΑ Μεσόγειο, στο πλευρό των ΗΠΑ και του Ισραήλ, φέρνουν όλο και πιο κοντά το ενδεχόμενο τα όπλα να χρησιμοποιηθούν. Η πάλη για την ειρήνη, η πάλη ενάντια στον πόλεμο, η πάλη ενάντια στον εθνικισμό που σήμερα είναι πιο στενά δεμένος από κάθε άλλη φορά με τον ιμπεριαλισμό, γίνονται βασικά καθήκοντα για όλους.
Στους μήνες που έρχονται, οι Τσίπρας και Μητσοτάκης θα συγκρούονται σαν να τους χωρίζει πολιτικά άβυσσος. Η εικόνα αυτή δεν είναι ακριβής: ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ έχουν συγκλίνει στην αποδοχή των μνημονίων, στην προτεραιότητα της (καπιταλιστικής) ανάπτυξης, στην προτεραιότητα της ενίσχυσης των ντόπιων επιχειρήσεων και την προσέλκυση των ξένων επενδύσεων. 
Χωρίς να υποτιμάμε τους διαφορετικούς πολιτικούς συμβολισμούς, όπως και την απεύθυνση σε διαφορετικά ακροατήρια, το δίλημμα «Τσίπρας ή Μητσοτάκης;» είναι εκβιαστικό και αδιέξοδο. Επιχειρεί να εγκλωβίσει τον κόσμο σε μια μακρά περίοδο ανοχής της σημερινής ανυπόφορης πραγματικότητας.
Η έξοδος από αυτό το δίλημμα –σήμερα, με την «απειθαρχία» μέσω των αγώνων, αύριο με την ευθεία πολιτική και εκλογική στάση– είναι μια κρίσιμη ανάγκη.
Που πρέπει να υποστηριχτεί συνειδητά και συστηματικά από τις δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς. Που σήμερα οφείλουν να παρουσιάσουν ένα συνεκτικό «μπλοκ» οργάνωσης των αντιστάσεων. Και αύριο ένα σοβαρό και αποτελεσματικό «μέτωπο» που θα μπορεί να ζητήσει υποστήριξη ως εναλλακτική λύση απέναντι σε όλες τις εκδοχές συμβιβασμού ή υποταγής στη βάρβαρη μνημονιακή λιτότητα.