Η  υποχώρηση του Μακρόν μπροστά στην έκρηξη των «κίτρινων γιλέκων» είναι η πρώτη ευχάριστη είδηση μετά από καιρό. Στην πραγματικότητα είναι η πρώτη σημαντική νίκη του κόσμου μας μετά το καλοκαίρι του 2015, όταν η συνθηκολόγηση του ΣΥΡΙΖΑ ενίσχυσε τις τάσεις απογοήτευσης διεθνώς.

Το γεγονός ότι η είδηση αυτή έρχεται από μια κεντρική χώρα στην Ευρώπη, από τη Γαλλία που παραδοσιακά αποτελεί ένα «εργαστήριο» όπου προαναγγέλονται γενικότερες αλλαγές, δίνει μεγαλύτερη σημασία στην εξέλιξη. Κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά ότι ο γαλλικός απεργιακός Δεκέμβρης ήταν ο προάγγελος του διεθνούς κινήματος κατά της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης στις αρχές του 21ου αιώνα, ανοίγοντας έναν ευρύ κύκλο αγώνων και ελπίδων, μια πρώτη φάση της εξέγερσης για την ανατροπή του νεοφιλελευθερισμού. 
Η είδηση έρχεται στην κατάλληλη στιγμή. Την ώρα που όλοι οι σοβαροί αναλυτές παρακολουθούν την πορεία του παγκόσμιου καπιταλισμού με κομμένη την ανάσα, ενώ δεν λείπουν οι φωνές που ανοιχτά μιλανε για την επώαση ενός νέου 2008.

Και ένα νέο ξέσπασμα της κρίσης, αν βρει τις γραμμές του διεθνούς κινήματος «χαλαρές» και την Αριστερά σε σύγχυση, μπορεί να είναι το εφαλτήριο για μια ακόμα μεγαλύτερη κλιμάκωση της καπιταλιστικής επιθετικότητας. Ευτυχώς τα «κίτρινα γιλέκα» στη Γαλλία δεν είναι μόνα. Στις ΗΠΑ του Τραμπ, το 2018 ήταν χρονιά ανασύνταξης της εργατικής αντίστασης, χρονιά ενίσχυσης των κοινωνικών κινημάτων, χρονιά επανεμφάνισης ενός αριστερού ριζοσπαστισμού που στρέφεται προς τη σοσιαλιστική πολιτική.

Στο πολιτικό πεδίο έχουμε και την ανάποδη πρόκληση. Ο Μπολσονάρο, ο Σαλβίνι, η απειλή της Λεπέν, περιγράφουν τον κίνδυνο της ρατσιστικής και εθνικιστικής ακροδεξιάς. Μιας δύναμης που παριστάνει την αντισυστημική, μιλώντας για στροφή στην «εθνική προτεραιότητα» ενάντια στους μετανάστες και στους πρόσφυγες ενώ, ταυτόχρονα, υποστηρίζει συστηματικά όλες τις αντιμεταρρυθμίσεις που συνιστούν τον πυρήνα της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά ότι οι ακροδεξιοί στην Αυστρία επανέφεραν στη νομιμότητα τη 12ωρη εργάσιμη μέρα και ότι ο Ορμπάν στην Ουγγαρία, αφού ενισχύθηκε μέσα από τον πόλεμος στους πρόσφυγες και την ισλαμοφοβία, περνά τώρα στην επίθεση ενάντια στο δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα και τα συνδικάτα των ντόπιων εργατών.
Ενα κρίσιμο, κατά τη γνώμη μας, συστατικό του αγώνα στη Γαλλία ήταν η προσπάθεια του ριζοσπαστικού ρεύματος στα συνδικάτα (κυρίως των Sud Solidaires και τμημάτων της CGT) να μπολιάσουν τη δράση στο δρόμο με την εργατική-απεργιακή παρέμβαση. Ήταν κρίσιμο, όχι μόνο γιατί αύξησε την απειλή ενάντια στον Μακρόν (που όπως ο Παυλόπουλος εδώ το 2008, έτρεμε στη σκέψη ότι ο δρόμος μπορεί να συντονιστεί με το εργοστάσιο…) αλλά, πάνω απ’ όλα, πολιτικά. Όπως σε κάθε νέο κίνημα, το ζήτημα της κατεύθυνσης είναι στοίχημα ανοιχτό. Και μόνο η ζωντανή σχέση με τους εργάτες και τη δράση τους μπορεί να στηρίξει την κατεύθυνση που όλοι σήμερα έχουμε ανάγκη: Να πληρώσουν οι πλούσιοι!
Στις σημερινές «σκοτεινές» συνθήκες, αυτή η πολεμική κραυγή ξεκαθαρίζει τα πράγματα. Είτε ενάντια στους Τραμπ, τους Πούτιν και τους Μπολσονάρο, είτε ενάντια στους Μέρκελ και τους Μακρόν, είτε απέναντι στον κίνδυνο του εγκλωβισμού στο εκβιαστικό δίλημμα «Τσίπρας ή Μητσοτάκης;», οι ανάγκες του κόσμου μας (αυτό το στοιχείο που το κίνημα στη Γαλλία έφερε ξανά σε πρώτο πλάνο) μπορούν να υποστηριχθούν αξιοπρεπώς μόνο αν μπορέσουμε να επιβάλουμε να πληρώσουν την κρίση οι πλούσιοι.