Π ίσω από τις τυμπανοκρουσίες της αντιπαράθεσης με την εθνικιστική «αντίρρηση» της Δεξιάς και της ακροδεξιάς κρύβονται οι πραγματικοί κίνδυνοι της πολιτικής που υπαγόρευσαν το ΝΑΤΟ, οι ΗΠΑ και η ΕΕ και επισημοποιεί η κυβέρνηση Τσίπρα και ο ΣΥΡΙΖΑ με τη συμφωνία των Πρεσπών

Η ιδέα ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια θα εμπεδώσει την ειρήνη στην «πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης» είναι παραλογισμός. Η συμφωνία των Πρεσπών γίνεται κατανοητή από όλους σαν το πρώτο βήμα στο μεγάλο δρόμο μιας συνολικότερης «διευθέτησης» που θα έχει νικητές και ηττημένους. Σχεδόν αμέσως άνοιξαν τα θέματα «ρύθμισης» των σχέσεων Ελλάδας-Αλβανίας, του Κοσσόβου, των σχέσεων Βουλγαρίας-Βόρειας Μακεδονίας, των σχέσεων της Σερβίας με το ΝΑΤΟ και την ΕΕ κ.ο.κ. Όλα τα φίδια που κοιμούνταν –προσωρινά– στην περιοχή, ξυπνούν κι ακονίζουν τα δόντια τους. Οι εθνικιστές κάθε απόχρωσης βρίσκονται σε υπερδιέγερση. Αυτό είναι το καλύτερο υπόστρωμα για την πολιτική του «διαίρει και βασίλευε» που παραδοσιακά χρησιμοποιούν οι Μεγάλες Δυνάμεις, χωρίς να διστάζουν να σπρώχνουν τους λαούς σε ανταγωνισμούς και παράλογες περιπέτειες. Η ειρήνη στα Βαλκάνια είναι υπόθεση μια συνειδητής πολιτικής Φιλίας και Διεθνιστικής Αλληλεγγύης που, όμως, πάντα είχε και εξακολουθεί να έχει ως προϋπόθεση τη ρήξη με την ιμπεριαλιστική επίβλεψη και εποπτεία.
Εξίσου παράλογη είναι η ιδέα ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια θα εμπεδώσει τη Δημοκρατία. Η ανάπτυξη των στρατιωτικών βάσεων και η διεκδίκηση «ρυθμίσεων» με βάση τους συσχετισμούς μέσα στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα αναπόφευκτα ενισχύει τις ντόπιες δυνάμεις που συνδέονται καλύτερα με τους μιλιταριστές. Το παράδειγμα του ναυάρχου Αποστολάκη μέσα στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι διδακτικό: στρατηγούς σήμερα μέσα στις κυβερνήσεις τοποθετούν «καθεστώτα» όπως του Τραμπ ή του Μπολσονάρο. Αν αυτή η «μόδα» επεκταθεί στα Βαλκάνια, η πολιτική ζωή θα γίνει πιο δύσκολη για τους ανθρώπους των λαϊκών τάξεων.

 

Και η ενίσχυση του μιλιταρισμού δεν αφορά μόνο τις πολιτικές σχέσεις: κοινωνίες τσακισμένες από την κρίση θα οδηγηθούν να διαθέτουν όλο και περισσότερους πόρους για την «οικονομία» των εξοπλισμών, προκειμένου να μη μείνουν πίσω στον κύκλο ανταγωνισμών που εγκαινιάζει η (δήθεν συμφιλιωτική και αντιεθνικιστική) συμφωνία των Πρεσπών. Ο ζεματισμένος Καμμένος στη βουλή, υπερασπίζοντας το τομάρι του, ομολόγησε και μια μεγάλη αλήθεια: η συμφωνία προαναγγέλλει τον επόμενο μεγάλο γύρο συγκρούσεων στα Βαλκάνια.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ακόμα και ένα «ατύχημα» μπορεί να έχει δραματικές συνέπειες. Τι θα συμβεί σήμερα, αν βρεθούμε σε ένα βράδυ όπως η νύχτα των Ιμίων (βλ. σελ. 16); Ο ναύαρχος Αποστολάκης έχει δώσει την απάντησή του, πριν ο Τσίπρας τον κάνει υπουργό Άμυνας: «Ισοπεδωτικός» πόλεμος! Και με αυτά, κανένας (ακόμα και οι ακραίοι τακτικιστές του Μεγάρου Μαξίμου) δεν δικαιούνται να «παίζουν», διεκδικώντας ψηφαλάκια…
Ενα μεγάλο τμήμα της Αριστεράς στην Ελλάδα, κυρίως με προέλευση από το παλιότερο ΚΚΕ, επιμένει σε μια γενικόλογη αναφορά ότι «υπάρχει σχέση μεταξύ του εθνικού και του ταξικού», δίνοντας κάποια τσιτάτα από το Κομουνιστικό Μανιφέστο και την ιστορία της Κομούνας του Παρισιού. Σχέση υπάρχει αναμφισβήτητα: οι «εθνικές» κρίσεις συνδυάστηκαν στην ιστορία με επαναστατικές κρίσεις. Όμως σε ποια κατεύθυνση οφείλουν οι κομουνιστές να στρέφουν αυτή τη σχέση; Από την εποχή του Μανιφέστου γνωρίζουμε την απάντηση: Προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης του ταξικού, της ανεξάρτητης προοπτικής της εργατικής τάξης, της διεκδίκησης της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης. Άλλωστε οι Κομουνάροι δεν επιδίωξαν να «ενωθούν» με τους Βερσαγιέζους για να αντιμετωπίσουν τους Πρώσους, όπως και οι Βερσαγιέζοι δεν δίστασαν να ενωθούν με τους Πρώσους για να σφάξουν τους Κομουνάρους του επαναστατημένου Παρισιού…
Τα ζητήματα αυτά δεν αφορούν μια επαναστατική μυθολογία, ούτε καν μια αφηρημένη «άσκηση» θεωρίας. Πίσω από τους προβολείς που έχουν στραφεί αποκλειστικά στις συζητήσεις για τη συμφωνία, κινείται ο κόσμος του αγώνα, εξελίσσονται οι κινητοποιήσεις των ανθρώπων που υποφέρουν από τη βάρβαρη μνημονιακή λιτότητα. Οι αγώνες στην εκπαίδευση, οι αγώνες των «ελαστικοποιημένων» στο Δημόσιο τομέα, είναι σπουδαία νέα (βλ. σελ. 7).
Πολύ περισσότερο που οι αγώνες αυτοί δεν αποτελούν ένα απομονωμένο επεισόδιο. Τα Κίτρινα Γιλέκα στη Γαλλία (βλ. σελ. 18-19), όπως και οι μαζικές κινητοποιήσεις στις ΗΠΑ του Τραμπ (βλ. σελ. 10-11) προειδοποιούν ότι η παρέμβαση του κόσμου από τα κάτω είναι ο παράγοντας που μπορεί να αλλάξει το σκηνικό, ακόμα και μέσα στις πιο δύσκολες συνθήκες.
Το ζητούμενο είναι μια Αριστερά που θα μπορεί πολιτικά να κάνει αυτή την κρίσιμη σύνδεση: Του αναγκαίου, αντιιμπεριαλιστικού-διεθνιστικού Όχι στον κατάπτυστο εναγκαλισμό του Τσίπρα με τους Τραμπ και Μέρκελ, με την αναγκαία υποστήριξη των απεργιών και των διαδηλώσεων που απαιτούν σταθερή δουλειά για όλους. Γιατί μόνο αυτή η σύνδεση χτίζει πραγματική κοινωνική αντιπολίτευση και προετοιμάζει τους όρους για σοβαρή, μαζική, αριστερή απάντηση στις πολιτικές και εκλογικές αναμετρήσεις που έρχονται.