Στην πορεία προς τις εκλογές έχει γίνει σαφές ότι βασική προϋπόθεση για μια στοιχειώδη συνοχή του σχεδίου του Τσίπρα είναι να μην αντιμετωπίσει ο ΣΥΡΙΖΑ «απειλή» από τα αριστερά.

Αν αυτό επιβεβαιωθεί, τότε τα «ανοίγματα» προς την κεντροαριστερά και η αξιοποίηση της παραδοσιακής (και δικαιολογημένης) απέχθειας του κόσμου προς τη Δεξιά, αφήνουν περιθώρια για μια διαχειρίσιμων διαστάσεων εκλογική ήττα από τη ΝΔ, που πολιτικά –στις πρωτοφανείς συνθήκες που δημιούργησε η μνημονιακή «κωλοτούμπα» του 2015– θα μπορεί να θεωρηθεί «μη-ήττα». Αφήνοντας στον Τσίπρα ελπίδες ανασυγκρότησης, ανασύνταξης του κόμματός του ως ηγέτιδας δύναμης μιας μετριοπαθούς κεντροαριστεράς και την πιθανότητα επιστροφής αργότερα στην κυβερνητική εξουσία, μετά από μια «δεξιά παρένθεση» διακυβέρνησης υπό τον Κυρ. Μητσοτάκη. Μια περίοδο διακυβέρνησης από τη Δεξιά όπου εύκολα μπορεί να προβλέψει κανείς ότι ο αρχηγός της ΝΔ θα αντιμετωπίσει δυσεπίλυτα προβλήματα. Τόσο γιατί οι ακραία νεοφιλελεύθερες απόψεις του Μητσοτάκη τον οδηγούν στον κίνδυνο συγκρούσεων με τα εργατικά και λαϊκά στρώματα, τερματίζοντας το διάλλειμα «κοινωνικής ειρήνης» που τόσο απόλαυσαν οι καπιταλιστές μετά το 2015, όσο και γιατί είναι κοινό μυστικό ότι οι συμφωνίες του 2015, αλλά και του καλοκαιρού του 2018, έχουν μεταφέρει εκρηκτικά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα προς την επόμενη κυβερνητική θητεία.
Η κατάσταση στην Αριστερά τείνει να διευκολύνει αυτό το περίπλοκο κυβερνητικό σχέδιο. Το ΚΚΕ αρνούμενο να πάρει πολιτικές πρωτοβουλίες και ευθύνες μεγάλης κλίμακας, αρνούμενο κάθε πολιτική ενότητας στη δράση, παραμένει στα προβλέψιμα όρια «καταγραφής» της δικής του, προϋπάρχουσας, εκλογικής επιρροής. Πέρα από αυτό, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Η ΛΑΕ, μετά από μια σειρά πολιτικά λάθη, κυρίως με το αλοιθώρισμα προς τον «πατριωτικό χώρο» που εκφράστηκε με συντηρητικές και αυθαίρετες τοποθετήσεις για τη συμφωνία των Πρεσπών και τα επακόλουθα συλλαλητήρια, αδυνατεί να αποτελέσει τον κορμό για μια ενιαία και ενωτική απάντηση. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ αδυνατεί επίσης και ακόμα δείχνει ούτε να το επιδιώκει.
Το αποτέλεσμα δεν είναι ότι αυτοί οι μετωπικοί σχηματισμοί θα κατέβουν «αυτόνομοι», αλλά συμπαγείς, στις επερχόμενες εκλογές. Το αποτέλεσμα είναι ότι θα κατέβουν εξασθενημένοι, ακόμα και θρυμματισμένοι, με ανοιχτό το ερώτημα ακόμα και αν θα συνεχίσουν με τη σημερινή μορφή τους στην «επόμενη μέρα». 
Η επιλογή του Τσίπρα για πολλαπλές κάλπες αυξάνει την πίεση. Το πολιτικό, οργανωτικό, ακόμα και το οικονομικό βάρος, σε τριπλές εκλογές, γίνεται ιδιαίτερα πιεστικό για τους μικρότερους και φτωχότερους συνδυασμούς και γίνεται σχεδόν ασήκωτο, αν τελικά προστεθούν και οι εθνικές εκλογές. Οι «τεχνικές» δυσκολίες ασφαλώς δεν είναι οι καθοριστικές, αλλά φωτίζουν τις πολιτικές δυσκολίες.
Ο κίνδυνος είναι ότι τα πολλαπλά «κατεβάσματα» θα αλληλοεξουδετερώνονται, οδηγώντας ένα αριστερό δυναμικό τελικά στον κουβά της μη-καταγραφής, γεγονός που αντικειμενικά διευκολύνει τον σχεδιασμό της ηγετικής ομάδας της κυβέρνησης.
Το σενάριο του Σεπτέμβρη του 2015 θα έπρεπε να έχει γίνει μάθημα. Ανεξάρτητα από τις ευθύνες, το γεγονός ότι η ΛΑΕ απέτυχε για ελάχιστες ψήφους να σπάσει το φράγμα του 3% δεν αποτέλεσε μόνο δική της ήττα. Δεν αποτέλεσε επιβράβευση της πολιτικής της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αποτέλεσε ήττα ενός ευρύτερου κόσμου της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ήττα με συνέπειες που όλοι πλήρωσαν μέσω του περιορισμού των περιθωρίων πολιτικής παρέμβασης στην τετραετία που ακολούθησε.
Αυτή τη φορά οι συνέπειες θα είναι βαρύτερες. Αντίθετα, είναι ολοφάνερο ότι μια ενωτική πρωτοβουλία θα μπορούσε να αντιστρέψει την κατάσταση. Θα γινόταν πόλος για ευρύτερες δυνάμεις που έσπασαν από τον ΣΥΡΙΖΑ το 2015, για άλλες δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και –κυρίως– πόλος για ένα ανένταχτο δυναμικό που αλλιώς θα χαθεί είτε στην αποχή, είτε στα εκβιαστικά διλλήματα της κάλπης.
Μια τέτοια πρωτοβουλία θα έδινε τη δυνατότητα για πιο αριστερή, για πιο σωστή, πολιτική απάντηση στη «στιγμή» που αντιμετωπίζουμε. Και θα δημιουργούσε προοπτικές καλύτερης «επόμενης μέρας» για όλους.
Οι ευθύνες για την απόρριψη αυτής της απλής πολιτικής λογικής θα καταγραφούν. Όμως αυτό είναι ένα άχαρο καθήκον. 
Αντίθετα, θα ήταν πολύ πιο σημαντικό, ακόμα και ετούτη την ώρα όσοι μπορούν να κινηθούν, να κινηθούν προς την αντιστροφή του ρεύματος. Στις δημοτικές, στις περιφερειακές, στις ευρωεκλογές και τελικά στις βουλευτικές εκλογές υπάρχει ανάγκη για ενωτικά ψηφοδέλτια της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Έστω και την τελευταία στιγμή.