Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η ελληνική στρατιωτική και διπλωματική ηγεσία διατυμπανίζει την άποψη ότι δεν είναι πραγματικός ο κίνδυνος ενός «θερμού επεισοδίου», δηλαδή μιας πράξης ένοπλης αναμέτρησης με την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο, στα νερά πέριξ της Κύπρου ή, ακόμα πιο επικίνδυνα, γύρω από το Καστελόριζο.

Πιθανότατα αυτή η εκτίμηση να είναι σωστή. Η κατάσταση στις δύο χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία, αλλά κυρίως στην ευρύτερη περιοχή, είναι τόσο ασταθής και αβέβαιη, που κάνει εγκληματικό κάθε «παιχνίδι» με το άνοιγμα της πόρτας του τρελοκομείου που συνιστά ένα «θερμό επεισόδιο» που θα μπορούσε εύκολα να ξεφύγει από κάθε ελεγχόμενη διάσταση.
Ομως, την ίδια στιγμή στο ελλαδικό και κυπριακό «στρατόπεδο», με τη σαφή στήριξη όλων των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων, υπάρχει η επιμονή ότι τα κατατεθειμένα σχέδια κατανομής της Ανατολικής Μεσογείου είναι αδιαπραγμάτευτα, είναι κάποιου είδους ενσάρκωση ενός Διεθνούς Δικαίου. 
Τα σχέδια αυτά διαθέτουν τη διπλωματική και στρατιωτική στήριξη του «άξονα» Ισραήλ-Κύπρος-Ελλάδα. Διαθέτουν επίσης την υποστήριξη των αμερικανικών αεροπλανοφόρων, των γαλλικών φρεγατών που πρόσφατα απέκτησαν μόνιμο ναύσταθμο στην Κύπρο, των βρετανικών F-35 που πρόσφατα μεταφέρθηκαν εσπευσμένα στις βρετανικές βάσεις στην Κύπρο, αλλά και τη «συμμετοχή» των κολοσσιαίων πολυεθνικών εξόρυξης με «συντονιστή» την Exxon-Mobil που διαθέτει στενότατες σχέσεις με τους Ρεπουμπλικάνους στις ΗΠΑ.
Αυτή η συγκέντρωση ισχύος υπέρ του συγκεκριμένου σχεδίου είναι η συγκεκριμένη εκδοχή «Διεθνούς Δικαίου» στην οποία όλοι αναφέρονται. 
Ξεχνώντας κάποιες «λεπτομέρειες»: όπως η λεηλασία κάθε έννοιας δικαιώματος για τα «ηττημένα» κράτη στην περιοχή (Λίβανος, Παλαιστίνη). Όπως η διανομή του 93% των θαλάσσιων εκτάσεων μεταξύ των συνεταίρων του συνασπισμού και ο περιορισμός της Τουρκίας στο 7%, παρά την έκταση των ακτών της στην Ανατολική Μεσόγειο. 
Το σχέδιο δεν περιλαμβάνει μόνο την εξόρυξη, αλλά και τη μεταφορά του φυσικού αερίου από τα κοιτάσματα προς τη δυτική Ευρώπη. Και αυτό σημαίνει ότι οι ΑΟΖ Ισραήλ-Κύπρου-Ελλάδας οφείλουν να έχουν αδιατάρακτη γεωγραφική συνέχεια. Κατά συνέπεια το Καστελόριζο αποκτά στρατηγική σημασία και «οφείλει» να κατοχυρώσει δικαιώματα ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο συγκρίσιμα –ή και μεγαλύτερα…– απ’ ό,τι η Τουρκία συνολικά.
Υπάρχει το ερώτημα, γιατί το ελληνικό κράτος δεν προχωρά στις διαδικασίες ανακήρυξης και οριοθέτησης της ΑΟΖ, αφού πιστεύει ότι το Διεθνές Δίκαιο είναι με το μέρος του. Η απάντηση έχει δοθεί επανειλημμένως από τα χείλη κρατικών λειτουργών (όπως πχ ο επίσημος διαπραγματευτής εκ μέρους του ελληνικού κράτους για τα ζητήματα του Δικαίου των Θαλασσών…): Γιατί θεωρείται εξαιρετικά απίθανο, μετά από προσφυγή της Τουρκίας στο Διεθνές Δικαστήριο, ότι η απόφαση θα δικαίωνε τα «κεκτημένα» που διεκδικούν οι χάρτες κατανομής του άξονα Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ. 
Πρόσφατα ο Κ. Σημίτης προειδοποίησε ότι μια απόφαση Διεθνούς Δικαστηρίου για το Καστελόριζο θα απείχε σημαντικά από αυτά που θεωρούνται «εθνικές θέσεις» («το Διεθνές Δικαστήριο έχει αποφανθεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, ότι ένα μικρό νησί δεν έχει δική του υφαλοκρηπίδα εφόσον βρίσκεται κοντά σε έναν “κύριο όγκο ξηράς”. Η υφαλοκρηπίδα ανήκει σε αυτές τις περιπτώσεις στο κράτος που έχει τον κύριο όγκο ξηράς»). 
«Εθνικοί δημοσιογράφοι», πέρα από κάθε υποψία για διεθνισμό, αφού καταχέριασαν τον Κ. Σημίτη για «ενδοτισμό», αμέσως μετά… επιβεβαίωσαν την εκτίμησή του («εάν ποτέ η διαφορά φτάσει στο Διεθνές Δικαστήριο, πιθανώς αυτό θα συνδυάσει την αρχή της μέσης γραμμής με την αρχή της αναλογικότητας και να μη δώσει στο Καστελόριζο πλήρη επήρεια», Στ. Λυγερός). 
Ομως αυτό θα τίναζε στον αέρα την προοπτική του θαλάσσιου αγωγού από το Ισραήλ στην ΕΕ. Γι’ αυτό, αυτό που επιχειρείται είναι να εμπεδωθούν τα τετελεσμένα, ενώ οι αναφορές για το Διεθνές Δίκαιο είναι στάχτη για τα μάτια του κόσμου. 
Τα όποια κέρδη από την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου (κέρδη που προς το παρόν είναι στη σφαίρα του πιθανολογούμενου…) θα καταλήξουν στα θησαυροφυλάκια των πολυεθνικών εξόρυξης. Τα κράτη της περιοχής μπαίνουν σ’ αυτό το επικίνδυνο παιχνίδι, προσδοκώντας οφέλη κυρίως μέσω της γεωπολιτικής αναβάθμισής τους στην ουρά των ΗΠΑ και της ΕΕ.
Για τους λαούς της περιοχής, όμως, μένουν οι τεράστιοι κίνδυνοι του πολέμου. Δεν μπορούμε να επαναπαυθούμε στη «φρόνηση» των πολιτικών και στρατιωτικών ηγεσιών. 
Είναι ώρα να μιλήσει καθαρά η Αριστερά. Που οφείλει να παρέμβει όχι σαν ασκούμενος δικηγόρος επί του Διεθνούς Δικαίου, αλλά ως πολιτικό ρεύμα στην υπηρεσία των εργαζομένων και των λαϊκών μαζών:
Οχι σε πόλεμο για τις εξορύξεις και τις ΑΟΖ.
Οχι στο ΝΑΤΟ και στους εξοπλισμούς.
Οχι στον «άξονα» με το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ και τη δικτατορία του Σίσι στην Αίγυπτο.