Το τελευταίο διάστημα οι σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας είναι εξαιρετικά τεταμένες, ενώ η κατάσταση «μυρίζει μπαρούτι» στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Αφορμή για να ξεσπάσει (ξανά) αυτή η ένταση ήταν η απόφαση της Τουρκίας να ξεκινήσει δοκιμαστικές γεωτρήσεις στις ΑΟΖ της Κύπρου, λίγο πριν τη διεξαγωγή των εθνικών εκλογών της 7ης Ιούλη, πυροδοτώντας εκατέρωθεν προκλητικές και φιλοπόλεμες αντιδράσεις. Από κοντά ακολουθεί και η ΕΕ, με την πρόσφατη απόφαση της συνόδου των Υπουργών Εξωτερικών για άμεσες κυρώσεις απέναντι στην Τουρκία, η οποία δεν «συμμορφώνεται», ρίχνοντας κι άλλο λάδι στη φωτιά. 
Ο στρατιωτικός άξονας Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου με τη στήριξη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ αναμφίβολα αποτελεί έναν ισχυρό ιμπεριαλιστικό βραχίονα στην περιοχή, επιδεικνύοντας στρατιωτική και πολιτική ισχύ στο φόντο των ενεργειακών ανταγωνισμών για τα πιθανά κοιτάσματα φυσικού αερίου, αλλά και των ευρύτερων ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και στη Μέση Ανατολή.

Η κατάσταση είναι πολύ εύφλεκτη και ο κίνδυνος ενός θερμού επεισοδίου δεν είναι καθόλου απίθανος, όχι απαραίτητα γιατί κάποια από τις εμπλεκόμενες δυνάμεις θα πάρει την απόφαση να συγκρουστεί πολεμικά, αλλά και από κάποιο ατύχημα. Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ του Τραμπ στη Μέση Ανατολή και ιδιαίτερα η αντιπαράθεση τόσο με την Τουρκία –και δια των συμμάχων του «άξονα»– αλλά και με το Ιράν, είναι τυχοδιωκτική και επικίνδυνη, ενώ την ίδια στιγμή «εξαναγκάζει» την Τεχεράνη σε περαιτέρω ενίσχυση του πυρηνικού προγράμματος, εμπλουτίζοντας μεγάλες ποσότητες ουρανίου. 
Ταυτόχρονα, εντείνεται η ενεργός αντιπαράθεση μεταξύ Ιράν και Σαουδικής Αραβίας στον Περσικό Κόλπο, από όπου διέρχεται περίπου το 30% του πετρελαίου διεθνώς. Στη Συρία το αιματοκύλισμα συνεχίζεται, παρά την εκκωφαντική σιωπή των περισσότερων εγχώριων ΜΜΕ, αφού η εκεχειρία, που είχαν υπογράψει στα τέλη του 2018 Τουρκία και Ρωσία, έχει μείνει ουσιαστικά στα χαρτιά, αφού υπάρχουν δεκάδες καταγγελίες για παραβιάσεις της συμφωνίας και από τις δύο πλευρές.
Η εθνική γραμμή συνοψίζεται στην αναβάθμιση της θέσης του ελληνικού καπιταλισμού στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Βαλκανική χερσόνησο, μέσω της στενότερης πρόσδεσης στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Αυτή η εθνική γραμμή προετοιμάστηκε συστηματικά τα προηγούμενα τέσσερα χρόνια μνημονιακής διακυβέρνησης Τσίπρα και θα συνεχίζεται να υλοποιείται κατά γράμμα από την κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ήδη πριν από τις εκλογές, ο Α. Γεωργιάδης σε προεκλογική συνέντευξη συνεχάρη τον Τσίπρα για τη συμμαχία με την Κύπρο, το κράτος τρομοκράτη του Ισραήλ και τη χούντα της Αιγύπτου.
Απέναντι σε αυτή την εθνική γραμμή, η Αριστερά και το κίνημα οφείλουν να αντιτάξουν τη δική τους ταξική γραμμή ενάντια στον πόλεμο, τον εθνικισμό και τις εξορύξεις. Τα στρατιωτικά «νταηλίκια» στη Μεσόγειο και το Αιγαίο κοστίζουν πολλά δισεκατομμύρια ευρώ από τον κρατικό προϋπολογισμό, τη στιγμή που οι κοινωνικές υπηρεσίες του δημοσίου βρίσκονται υπό διάλυση και δρομολογούνται κι άλλες ιδιωτικοποιήσεις. Οι εργαζόμενοι/ες και τα λαϊκά στρώματα δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν ούτε από τα πολεμικά παιχνίδια, ούτε από τις εξορύξεις πιθανολογούμενων κοιτασμάτων υδρογονανθράκων. Ακόμα και αν αυτά υπάρχουν, τα κέρδη θα πάνε κατευθείαν στις τσέπες των επιχειρηματιών. 
Ακόμα και αν τα κέρδη από μια τέτοια διαδικασία «πήγαιναν στο λαό», ο κίνδυνος για το περιβάλλον από πιθανές εξορύξεις σε τόσο μεγάλο βάθος είναι τόσο μεγάλος, ώστε ένα ατύχημα μπορεί να προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά σε όλη τη Μεσόγειο. Διεθνείς οργανισμοί και πληθώρα επιστημόνων προειδοποιούν ότι είναι πολύ σοβαροί οι κίνδυνοι για το περιβάλλον και αυτό δεν αποτελεί μια «οικολογική ευαισθησία», αλλά ένα μείζον πολιτικό ζήτημα, αυτό της κλιματικής κρίσης, το οποίο αποκτά υπαρξιακή διάσταση.
Συνεπώς, η Αριστερά και το κίνημα πρέπει να σταθούν αποφασιστικά απέναντι σε κάθε εκδοχή πολεμικής αντιπαράθεσης για τις ΑΟΖ, υπερασπίζοντας την ειρήνη με κάθε τρόπο, απέναντι σε φωνές –ακόμα και μέσα στην Αριστερά– που συνεχίζουν να παίζουν με τη φωτιά, κάνοντας λόγο για υπεράσπιση εθνικών συμφερόντων και κυριαρχικών δικαιωμάτων. Τα συμφέροντα που χωρίζουν τις αστικές τάξεις και στις δύο μεριές του Αιγαίου απειλούν τα συμφέροντα των εργαζομένων και στις δύο μεριές. Η κοινή διεθνιστική πάλη ενάντια στον πόλεμο, ενάντια στις εξορύξεις, ενάντια στους εθνικισμούς αποκτάει επείγοντα χαρακτηριστικά.