Στη φετινή ΔΕΘ θα έχουμε μια πρόβα τζενεράλε, μια γενική δοκιμή για τις πολιτικές αντιπαραθέσεις της περιόδου που έρχεται.

Είναι κοινό μυστικό ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη σκοπεύει να ακολουθήσει κατά γράμμα το δρόμο των μνημονιακών δεσμεύσεων που χάραξαν ο Τσίπρας με τους δανειστές, όμως επιταχύνοντας στο μάξιμουμ τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις με στόχο την ενίσχυση των ντόπιων καπιταλιστών. 
Το σχέδιό τους θα ξεδιπλωθεί σε συνθήκες διεθνούς οικονομικής επιδείνωσης και ακριβώς γι’ αυτό θα ξεδιπλωθεί με μεγαλύτερη επιθετικότητα και αδιαφορία για τις συνέπειες των αντιμεταρρυθμίσεων πάνω στη ζωή της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας.
Η κυβέρνηση ήδη έχει δείξει κατεύθυνση: Η μείωση της φορολόγησης των κερδών, η κατάργηση κάθε περιβαλλοντικού ή άλλου φραγμού στην αρπακτικότητα των «επενδυτών», η επιτάχυνση των ιδιωτικοποιήσεων κ.ο.κ. πάνε χέρι-χέρι με τα μέτρα που κάνουν πιο δύσκολη την απεργία, που δένουν χειροπόδαρα τον εργαζόμενο στις προθέσεις του εργοδότη ή του εργολάβου, που κάνουν την «ευελιξία» κανόνα στην αγορά εργασίας, που ανοίγουν άμεσα το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα στην προοπτική του κεφαλαιοποιητικού των διαβόητων «τριών πυλώνων» κλπ. 

Αυτή η πολιτική με στόχο το βάθεμα της εκμετάλλευσης έχει ως απαραίτητο συμπλήρωμα την πολιτική που ενισχύει την καταπίεση. Την πολιτική που βάζει στο στόχαστρο τους πρόσφυγες που βρήκαν καταφύγιο στις καταλήψεις στα Εξάρχεια, την πολιτική που βαφτίζει τους μετανάστες «ανθρώπινα σκουπίδια», την πολιτική που απελευθερώνει την αστυνομική βία, την πολιτική που απευθύνεται στον Τραμπ και του υπόσχεται να μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα νέο κράτος του Ισραήλ, σε ένα μαντρόσκυλο του ιμπεριαλισμού στην περιοχή. 
Απέναντι σε αυτή την πολιτική έχουμε να δείξουμε στη ΔΕΘ ότι μπορούμε να αντισταθούμε και να την ανατρέψουμε. Όσο κι αν ακούγεται υπερβολικό, ο μόνος δρόμος για να το κάνουμε είναι με το να απαιτήσουμε ταυτόχρονα να πάρουμε πίσω και όλα όσα χάσαμε στα προηγούμενα χρόνια, με το να απαιτήσουμε να ξηλώσουμε το σύνολο των νεοφιλελεύθερων-μνημονιακών πολιτικών. 
Δεν θα είναι η πρώτη φορά. Το 1992, το εργατικό κίνημα, ανατρέποντας την τότε κυβέρνηση Μητσοτάκη, ξήλωσε ταυτόχρονα σημαντικά τμήματα του νεοφιλελεύθερου «προγράμματος σταθερότητας», που είχαν προηγουμένως επιβάλει (στα 1985-1987) ο Α. Παπανδρέου και ο Κ. Σημίτης.
Ασφαλώς οι συνθήκες είναι διαφορετικές και δεν ισχύει κανένας ιστορικός αυτοματισμός. Τα συνδικάτα, υπό τη μνημονιακή ηγεσία τους, έχουν εξασθενήσει ιδιαίτερα και δεν φαίνεται εύκολα κάποιος για να παίξει τον τότε ρόλο της ΕΑΣ ή της ΟΜΕ-ΟΤΕ ή της μαζικής ΟΤΟΕ κ.ο.κ. 
Ακριβώς γι’ αυτό οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς, οι μαχόμενες δυνάμεις της ταξικής αντίστασης, οφείλουν να συγκεντρώσουν την προσοχή τους στην κάλυψη αυτού του κενού. Η αυθεντική μετωπική πολιτική αντίστασης, η ενότητα στη δράση του οργανωμένου δυναμικού και ενός πλατύτερου ανένταχτου δυναμικού που είναι ήδη πρόθυμο να αγωνιστεί, είναι σήμερα αναντικατάστατες προϋποθέσεις για να οργανωθούν στα σοβαρά αγωνιστικές κινητοποιήσεις. 
Η συνειδητοποίηση αυτού του παράγοντα θα πρέπει να αποδειχθεί στον τρόπο που θα οργανωθεί η κινητοποίηση στη ΔΕΘ.
Με κατεύθυνση ενάντια στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, χωρίς να χαρίζει ή να ξεχνά τίποτα από την πολιτική της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, με διεκδίκηση του κόσμου των συνδικάτων, αλλά σε διαφοροποίηση με τη μνημονιακή υποταγή της ηγεσίας τους, με μια σαφή αντινεοφιλελεύθερη-αντικαπιταλιστική γραμμή που, για να πετύχει την ανατροπή της λιτότητας στην πράξη κι όχι στα λόγια, επιδιώκει συστηματικά να γίνει μαζική πολιτική. Ενώνοντας γύρω από τη θεματολογία, τα συνθήματα και τα σύμβολα του εργατικού κινήματος τις πολύτιμες φωνές του αντιρατσισμού, του αντιφασισμού, του αντισεξισμού, ενώνοντας τις ομάδες κοινωνικών αντιστάσεων, τοπικών πρωτοβουλιών κ.ο.κ.
Πριν λίγες εβδομάδες, 4 οργανώσεις –η ΔΕΑ, η ΑΡΑΝ, η Συνάντηση και η Αναμέτρηση– υπέγραψαν ένα κοινό κείμενο παρέμβασης στην κατάσταση που επικρατεί. Αξίζει να διαβαστεί ως κάλεσμα για κλιμάκωση της ενωτικής-ανατρεπτικής δράσης.
Κυρίως όμως, η κατεύθυνση αυτή οφείλει να υπηρετηθεί στο δρόμο.