Η κυβέρνηση της ΝΔ ετοιμάζει συστηματικά μια αυταρχική επίθεση ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες.

Η εικόνα μιας τρομερής «προσφυγικής κρίσης» που κατασκευάζεται για να προετοιμάσει ιδεολογικά την αυταρχική/ρατσιστική επίθεση, δεν έχει καμιά αντικειμενική βάση. Ο αριθμός των προσφύγων που κατέφυγε ή καταφεύγει στην Ελλάδα, παρέμεινε περιορισμένος: οι «προσφυγικές ροές», για τις οποίες ακατάπαυστα μιλάνε τα παπαγαλάκια του συστήματος, συνυπολογίζοντας τις εισόδους, αλλά και τις εξόδους προσφύγων από τη χώρα, έχει μια σταθερή διάσταση: 60-65.000 ανθρώπους που ζητούν (προσωρινή ή μονιμότερη) φιλοξενία στην Ελλάδα. Ακόμα κι αν αυτό θεωρηθεί «πρόβλημα» (όπως ισχυρίζονται οι συντηρητικές θεωρίες και πολιτικές), είναι ένα «πρόβλημα» πολύ περιορισμένων διαστάσεων για μια χώρα που έχει την υποδομή να «φιλοξενεί», κάθε χρόνο, πάνω από 30 εκατ. τουρίστες. Θα ήταν κυριολεκτικά παιχνιδάκι για μια δημοκρατική, ανθρωπιστική και αλληλέγγυα «διαχείριση» του ζητήματος το να οργανωθεί η υποδοχή και η φιλοξενία των προσφύγων, χωρίς να δημιουργηθεί το παραμικρό πρόβλημα. Τα απαράδεκτα «στρατόπεδα», όπως της Μόρια, στα νησιά δεν ήταν αναγκαιότητα, αλλά επιλογή.

Η διάσταση της «κρίσης» στο ζήτημα των προσφύγων έχει δημιουργηθεί τεχνητά και από τα πάνω, για λόγους που έχουν να κάνουν με άλλες καθεστωτικές ανάγκες και πολιτικές:

– Το ζήτημα των προσφύγων χρησιμοποιήθηκε για να υποδαυλίσει μια ευρύτερη ρατσιστική ιδεολογία και πολιτική, που οι καθεστωτικές δυνάμεις προκρίνουν ως αναγκαία («διαίρει και βασίλευε») σε περιόδους γενικότερης οικονομικοκοινωνικής κρίσης όπως η σημερινή. Δεν είναι τυχαίο ότι για «προσφυγική κρίση» μιλάνε και σε χώρες της ΕΕ όπου υπάρχει μηδενική ή ελάχιστη παρουσία προσφύγων.

Σήμερα ο Μητσοτάκης κλιμακώνει στην κατεύθυνση αυτή, προβάλλοντας π.χ. τη διάκριση μεταξύ προσφύγων-μεταναστών, για να χτίσει τη γενικότερη ιδεολογικοπολιτική στροφή προς τα δεξιά, που έχει ανάγκη για να χτυπήσει τα ντόπια κομμάτια της κοινωνικής αντίστασης. Η μοίρα των προσφύγων, η αναβίωση των πολιτικών «μηδενικής ανοχής», η επιστροφή της ορολογίας περί «λαθρομεταναστών» κ.ο.κ. είναι τμήματα της ίδιας στροφής προς την κατάργηση του ασύλου, προς την αστυνομοκρατία στα Εξάρχεια, προς τη γενικότερη ενίσχυση των μηχανισμών καταστολής και τη νομιμοποίηση μιας διευρυμένης δράσης τους.

– Το ζήτημα των προσφύγων εντάχθηκε ως «όπλο» στους κρατικούς ανταγωνισμούς. Η κατάπτυστη συμφωνία μεταξύ Ελλάδας-ΕΕ-Τουρκίας (για την οποία κορυφαία ευθύνη έχει ο ΣΥΡΙΖΑ) ενέταξε τη μοίρα χιλιάδων εξαθλιωμένων ανθρώπων στους χειρισμούς της ΕΕ (και του ελληνικού κράτους) απέναντι στο καθεστώς Ερντογάν στην Τουρκία. Και αντίστροφα, έδινε τη δυνατότητα στον Ερντογάν να «εργαλειοποιεί» το ζήτημα των προσφύγων μέσα στα πλαίσια της δικής του πολιτικής. Σήμερα, αυτοί οι απαράδεκτοι χειρισμοί φτάνουν σε παροξυσμό: στην καυτή ζώνη της βορειοανατολικής Συρίας το κρίσιμο πρόβλημα δεν είναι μόνο το αν θα εισβάλει ο τουρκικός στρατός, αλλά επίσης το αν θα επιτραπεί στον Ερντογάν να «απωθήσει» σε περιοχές της βορειοανατολικής Συρίας πολλούς από τα 4 εκατομμύρια πρόσφυγες που έχουν βρει καταφύγιο στην Τουρκία. Μετατρέποντάς τους έτσι σε μια «ανθρώπινη ασπίδα» που ο καθένας θα χρησιμοποιεί ποικιλότροπα –και με μεγάλες απώλειες– για τους δικούς του σχεδιασμούς.

– Το ζήτημα των προσφύγων χρησιμοποιήθηκε για τη σχεδιασμένη ενίσχυση των οργανωμένων ρατσιστικών/εθνικιστών δυνάμεων της ακροδεξιάς. Η Γερμανία π.χ. έχει ομολογημένη ανάγκη εισαγωγής ενός τεράστιου αριθμού εργατικών χεριών ετησίως, προκειμένου να ανανεώνει το εργατικό δυναμικό της. Και όμως, ο χειρισμός του ζητήματος των προσφύγων από τα κυρίαρχα κόμματα και τον Τύπο συνδέθηκε με την ανάπτυξη της ακροδεξιάς AfD. Το φαινόμενο είναι πανευρωπαϊκό: οι αντιδραστικές οργανώσεις και κόμματα «εθνικής προτεραιότητας», κρύφτηκαν πίσω από τις, τάχα, αναγκαιότητες που δημιούργησε, λέει, η προσφυγική κρίση.

Το καθήκον για τις δυνάμεις της κοινωνικής αντίστασης και της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι επείγον: η αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και στους μετανάστες είναι άρρηκτα δεμένη με τις δυνατότητες να αντιμετωπίσουμε, όλοι μαζί, τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις και να υπερασπίσουμε τα δημοκρατικά δικαιώματα όλων μας, ντόπιων, προσφύγων και μεταναστών.

Σε αυτό το καθήκον, τις μέρες που η ΝΔ ετοιμάζεται να αποτυπώσει την πολιτική της σε αντιπροσφυγικό νομοσχέδιο, προτεραιότητα είναι η αντιπαράθεση με τον «θεσμικό» ρατσισμό, με την κυβερνητική, με την κρατική πολιτική, που στρέφονται πλέον σε επικίνδυνες ρατσιστικές κατευθύνσεις.