Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οργανώνει μια νεοφιλελεύθερη επέλαση εφ’ όλης της ύλης.

Με το «αναπτυξιακό» πολυνομοσχέδιο, ο Άδωνις Γεωργιάδης –αφού κατέθεσε το σεβασμό του στον Γ. Δραγασάκη– διατυμπανίζει ότι το συμφέρον του επενδυτή τίθεται πλέον υπεράνω κάθε αρχής και αξίας, προφανώς υπεράνω των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας που μετατρέπονται σε κουρελόχαρτα, αλλά επίσης υπεράνω πολεοδομικών, περιβαλλοντικών, υγειονομικών κ.ά. περιορισμών που ισχύουν για τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς. 
Στο Ασφαλιστικό, ο Βρούτσης ετοιμάζει μια νέα «συνολική παρέμβαση», όπου θα ενσωματώνει τα κεκτημένα του νόμου Κατρούγκαλου, αλλά και τις αποτυχίες του που ανέδειξαν οι αποφάσεις του ΣτΕ. Την ίδια στιγμή από το ΔΝΤ ακούγονται οι φωνές «κόψτε, τώρα, τις συντάξεις», στη Γερμανία συζητούν για συνταξιοδότηση στα… 69, ενώ οι ιδιωτικές ασφαλιστικές ετοιμάζονται πυρετωδώς για το «μεγάλο πλιάτσικο» της εισόδου τους στο (υποχρεωτικό) δημόσιο σύστημα ασφαλίσεων. 
Οι τράπεζες πλέον χρεώνουν ανεξέλεγκτα κάθε πράξη στα ΑΤΜ, ενώ ετοιμάζουν την τελική εξόρμηση εξαργύρωσης των «κόκκινων δανείων», αρχίζοντας με χιλιάδες fast track πλειστηριασμούς σε σπίτια λαϊκών νοικοκυριών που δυσκολεύονται να αποπληρώσουν τα στεγαστικά τοκογλυφικά δάνεια. 
Σε αυτό το κλίμα, ένα μεγάλο κύμα ιδιωτικοποιήσεων προετοιμάζεται συστηματικά, μέσα σε ένα προστατευτικό πέπλο σιωπής. 
Ο Μητσοτάκης διαβεβαιώνει, παντού, ότι θα σεβαστεί τα «συμφωνηθέντα» με τους δανειστές και ότι η κυβέρνησή του μέσω της επιτάχυνσης των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων θα επιτύχει τα αιματηρά «πλεονάσματα», των οποίων η «επαναδιαπραγμάτευση» ανεστάλη για ένα απώτερο μέλλον. 
Στα Βαλκάνια και στην Ανατολική Μεσόγειο η κυβέρνηση της ΝΔ παραμένει σταθερά στην ουρά του Τραμπ, ενώ διαπραγματεύεται «πολυμερώς» για αεροπλάνα, φρεγάτες κι άλλα πανάκριβα πολεμικά παιχνίδια. Βλέπετε, για αυτά πάντα «υπάρχουν τα λεφτά».
Απέναντι σε αυτήν την επικίνδυνη και ακραία αντιδραστική πολιτική, υπάρχει, προφανώς, η ανάγκη για σοβαρή, μαζική, αποφασιστική αντίσταση από τα κάτω με στόχο την ανατροπή της.
Το δυναμικό που θα μπορούσε να οργανώσει αυτήν την πορεία υπάρχει μέσα σε όλους τους κοινωνικούς χώρους, αλλά παραμένει «μουδιασμένο» πολιτικά, μετά την εμπειρία της εκλογικής ήττας του Ιούλη του 2019, που ήρθε με τη σειρά της σαν απότοκο της πολιτικής και κινηματικής ήττας στο καλοκαίρι του 2015. Όμως αυτό το «μούδιασμα» δεν είναι κατ’ ανάγκη προορισμένο να διαρκέσει επ’ άπειρο. 
Η επανεμφάνιση των μαζικών κινητοποιήσεων (Αλγερία, Σουδάν, Αίγυπτος, Λίβανος) στο χώρο όπου έλαμψαν οι «αραβικές εξεγέρσεις» πριν από λίγα χρόνια, η επανεμφάνιση των λαϊκών εξεγέρσεων στη Λατινική Αμερική (μετά το Εκουαδόρ, η Χιλή) την ώρα που οι καθεστωτικές δυνάμεις πανηγύριζαν για τις νίκες τους στην «καυτή» υπο-ήπειρο, είναι σοβαρές αποδείξεις ότι καιροί αλλάζουν. 
Και μπορεί να αλλάζουν γρήγορα, όταν το σύστημα βρίσκεται μέσα στο μάτι του κυκλώνα που προκαλεί ο συνδυασμός της οικονομικής κρίσης με τις πολιτικές αστάθειες και τους γεωπολιτικούς ανταγωνισμούς. 
Στα προηγούμενα χρόνια το κίνημα και η Αριστερά του σε αυτή τη χώρα «δάνεισε» ελπίδα, προκάλεσε ενθουσιασμό, έστειλε κάλεσμα για δράση σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ίσως σήμερα είναι η σειρά μας να αντλήσουμε έμπνευση από το τι κάνουν τα αδέλφια μας στην Καταλονία, στη Χιλή, στη Βόρεια Αφρική και Μέση Ανατολή. 
Όμως η ριζοσπαστική, η αντικαπιταλιστική, η μάχιμη Αριστερά δεν έχει λόγους να περιμένει. Η οργάνωση της αντίστασης σε κάθε μέτωπο που ανοίγει η κυβέρνηση, η συνένωση των αγώνων ενάντια στην πολιτική των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων, η καλλιέργεια της πεποίθησης ότι μπορούμε και πρέπει να τα πάρουμε όλα πίσω, είναι τα βασικά καθήκοντα της στιγμής. 
Στις κινητοποιήσεις για το κλίμα φάνηκε να έρχεται μια νέα φουρνιά μαθητικής πολιτικοποίησης, στις κινητοποιήσεις των γυναικών ενάντια στο σεξισμό και για την προετοιμασία της απεργίας στις 8 Μάρτη χτίζεται μια σημαντική διεύρυνση του μετώπου της κοινωνικής αντίστασης, στις πρώτες διαδηλώσεις των φοιτητών για το άσυλο και στις δράσεις ενάντια στην αστυνομοκρατία το νεολαιίστικο κίνημα προθερμαίνει τις μηχανές του, ενώ σε μια χώρα σαν την Ελλάδα όποιος υποτίμησε τους εργατικούς αγώνες έκανε, πάντα, τραγικό πολιτικό λάθος.
Αυτές είναι οι δυνάμεις που μπορούν να αλλάξουν τη «στιγμή», να βάλουν ξανά την πολιτική πάνω στα μεγάλα επίδικα του κοινωνικού ανταγωνισμού και να κάνουν ξανά τις νίκες επίκαιρες.