Η κυβέρνηση προσεγγίζει έναν ακόμα κρίσιμο σταθμό: με τον στραγγαλιστικό εκβιασμό της «ρευστότητας», οι δανειστές και οι ευρωπαϊκοί «θεσμοί» απαιτούν στο επόμενο Eurogroup την πολιτική και κοινωνική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ, αυτήν που ονομάζουν «έντιμο συμβιβασμό».

Αυτός περιλαμβάνει μέτρα όπως η συνέχεια των αντιμεταρρυθμίσεων στις εργασιακές σχέσεις, νέες απειλές για τους μισθούς και τις συντάξεις, αδιατάρακτη πορεία στις ιδιωτικοποιήσεις… Αν αυτά συνδυαστούν με τις από τις 20 Φλεβάρη ανειλημμένες «υποχρεώσεις» (το χρέος θα πληρωθεί «στο ακέραιο και εγκαίρως») επιτρέπουν το χαρακτηρισμό αυτής της προοπτικής ως… Μνημόνιο 3.
Απέναντι σε αυτήν την πίεση η κυβέρνηση δεν έχει πλέον χώρο για ελιγμούς. Οι σκέψεις για αποδοχή του «συμβιβασμού» με στόχο να κερδηθούν ανάσες ρευστότητας και να μείνει ανοιχτή η ελπίδα ανατροπής (ή, έστω, ριζικής τροποποίησης) του «συμβιβασμού» αργότερα (τον Ιούνη;), οδηγούν σε επικίνδυνα αδιέξοδα. 
Τα μέτρα που απαιτούν οι δανειστές, θα διαμορφώνουν νέα κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα. Θα υπονομεύουν τα αποθέματα εμπιστοσύνης προς την κυβέρνηση και τις σχέσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις που τον στήριξαν στις 25 Γενάρη. Οι αντιμεταρρυθμίσεις, αν συνεχιστούν και με τη νέα κυβέρνηση, θα ενισχύουν την κοινωνική ισχύ των κυρίαρχων στρωμάτων, που ευνοήθηκαν από τον άγριο νεοφιλελευθερισμό και επιθυμούν διακαώς να ολοκληρώσουν την κατεδάφιση των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων.
Αυτή η εξέλιξη που, μεταξύ άλλων, θα αναγνωρίζει τον καθοριστικό ρόλο των δανειστών και των ευρωηγεσιών στις οικονομικοκοινωνικές επιλογές, θα φτάσει αναπόφευκτα και στο πολιτικό ζήτημα, στην ευθεία αμφισβήτηση του αποτελέσματος των εκλογών στις 25 Γενάρη. Κανείς δεν δικαιούται να υποτιμά το πόσο γρήγορα ακούστηκαν οι φωνές που απαιτούσαν κυβερνητική «διεύρυνση» προς το Ποτάμι, τα αιτήματα για εκκαθάριση της αριστερής πτέρυγας στο κόμμα και στην ΚΟ του ΣΥΡΙΖΑ, τα σενάρια για μετάβαση σε μια κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας, μπροστά στο ενδεχόμενο μιας νέας «βουτιάς» της οικονομίας στην κρίση (είτε αυτή προκύπτει «αυθορμήτως» από τις αδυναμίες του συστήματος, είτε αυτή «μεθοδεύεται» από τους ντόπιους και διεθνείς κυρίαρχους).
Η μόνη διέξοδος είναι μια ριζοσπαστική έξοδος από αυτόν το φαύλο κύκλο. Η ξεκάθαρη απόρριψη της μνημονιακής πολιτικής και η στροφή σε (μονομερείς) επιλογές ανατροπής της λιτότητας. Με στόχο την ενίσχυση του εργατικού και λαϊκού στρατοπέδου και την απάντηση στους δανειστές μέσω του πολιτικού και όχι του οικονομικού πεδίου. 
Μια τέτοια πολιτική ρήξης και όχι αναζήτησης «συμβιβασμού», αναγκαστικά συνδέεται με επιλογές «αντίστροφου μνημονίου», με επιλογές αναδιανομής σε βάρος του κεφαλαίου, αλλά και με επιστροφή στις συνεδριακές αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ για το χρέος. Που, επίσης αναγκαστικά, συνδέεται με την εγκατάλειψη της αυταπάτης ότι ένα ειλικρινές πρόγραμμα αντι-λιτότητας μπορεί να προχωρήσει «ειρηνικά» μέσα στα όρια αντοχής της Ευρωζώνης και του ευρώ…