Εναν χρόνο μετά τη λαϊκή νίκη στις εκλογές του Γενάρη του 2015, μοιάζει να έχει επέλθει πλήρης αναστροφή: η απελπισία έχει επιβληθεί πάνω στην ελπίδα. Η αίσθηση αυτής της κατάπτωσης στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία. Η πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα στο Ασφαλιστικό και στις ιδιωτικοποιήσεις, μια πολιτική κάπου μεταξύ Αλέκου Παπαδόπουλου και Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, δεν καταπίνεται με τίποτα. Κι αυτό συνδυάζεται με κάποιες εικόνες από τον διεθνή περίγυρο: από τη Λεπέν στη Γαλλία, από την ήττα της Αριστεράς στη Βενεζουέλα. Σε τέτοιες στιγμές έχει σημασία να επιμένουμε στην κατανόηση της προσωρινότητας αυτής της κατάστασης, στα στοιχεία της αστάθειας και της αβεβαιότητας των αντιπάλων μας.

Το 2016 δεν θα είναι χρονιά εξόδου από το τούνελ της κρίσης, χρονιά «επιστροφής στην ανάπτυξη», αλλά αντίθετα συνέχειας και μάλιστα νέας επιδείνωσης της κρίσης. Μέχρι σήμερα προειδοποιούσαν γι’ αυτό κυρίως οι μαρξιστές, αλλά και οι ριζοσπάστες κεϊνσιανοί οικονομολόγοι. Σήμερα, η «βουτιά στον γκρεμό» των χρηματιστηρίων στην Κίνα, στην Ασία και τελικά στις ΗΠΑ και στην ΕΕ αναδεικνύει αυτή την πρόβλεψη περίπου ως σταθερό δεδομένο της συγκυρίας. Οι συνέπειες θα είναι τεράστιες πάνω στην πολιτική των μαθητευόμενων μάγων, που επιδιώκουν να παντρέψουν τη μνημονιακή πολιτική με τις εργατικές και λαϊκές μάζες. 
Απέναντι στην απειλή της μνημονιακής σταθεροποίησης ξετυλίγονται ήδη σοβαρές υπόγειες διεργασίες στο κοινωνικό πεδίο. Τις ανέδειξαν η γενική απεργία στις 12 Νοέμβρη, οι κινητοποιήσεις αδύναμων κλάδων όπως οι «πενταμηνίτες», η απειλητική προετοιμασία των τρακτέρ των αγροτών, ακόμα και οι «σκοτεινές» απαντήσεις των λαϊκών ανθρώπων στις δημοσκοπήσεις...
Ακριβώς γι’ αυτό, ο Τσίπρας και ο Καμμένος, οι νικητές των εκλογών της 20ής Σεπτέμβρη, σε ελάχιστο χρόνο από την ανάγνωση των προγραμματικών δηλώσεών τους βρίσκονται στη μέση μιας συζήτησης για την ανάγκη... νέας κυβερνητικής πλειοψηφίας, αναζητώντας την πολιτική σταθερότητα στην κατεύθυνση της Εθνικής Ενότητας. Το επιτελείο του Μαξίμου διαισθάνεται ότι τα καύσιμα στο ρεζερβουάρ των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν φτάνουν για να βγει πέρα το 2016.
Ομως το κάλεσμα για βοήθεια από τον Λεβέντη και η αναζήτηση «γέφυρας» προς τον Καραμανλή -τρεις μόλις μήνες μετά τις εκλογές- δείχνουν ότι το σύστημα υποχρεώνεται ταχύτατα να παρουσιάσει στο «πεδίο της μάχης» το σύνολο των δυνάμεών του, το σύνολο των εφεδρειών δίπλα στο -μέχρι χθες- θεωρούμενο ως απόλυτα κυρίαρχο στο πολιτικό παιχνίδι επιτελείο του Μαξίμου. Αυτή η εικόνα αστάθειας συμπληρώνεται από τον διεθνή περίγυρο. Γιατί στον ευρωπαϊκό Νότο οι εξελίξεις έχουν πλέον μεγάλο ενδιαφέρον. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία, παρά τα υπαρκτά προβλήματα στην πολιτική της Αριστεράς, το καθεστώς αποτυγχάνει να συγκροτεί τις σταθερές κυβερνήσεις που θα χρειαστεί για να επιβάλει την παράταση και σκλήρυνση της λιτότητας. 
Βγαίνοντας από το 2015, είναι καθαρό ότι βγαίνουμε από μια χρονιά πολιτικής ήττας. Συχνά στην ιστορία οι ήττες στις πρώτες απόπειρες μεγάλων ανατροπών υπήρξαν το «μάθημα» για τον επόμενο γύρο, ήταν ο σκληρός αλλά πραγματικός τρόπος για να βγουν σε μαζικό επίπεδο τα αναγκαία συμπεράσματα, για να συντελεστούν οι αναγκαίες μετατοπίσεις, ώστε να επιχειρηθεί -ξανά και ξανά- η εργατική και λαϊκή αντεπίθεση. Και μέσα στις συνθήκες της ντόπιας και διεθνούς κρίσης αυτά είναι πιθανό να γίνουν σε χρόνο βραχύ. 
Με μια προϋπόθεση: ότι δεν δικαιούμαστε να περιμένουμε τη λύση μέσα από κάποιο αντεστραμμένο κοινωνικό αυτοματισμό, μέσα από μια πραγματική αναμονή του αυθόρμητου ξεσπάσματος. Οι πολιτικές, αγωνιστικές, συνδικαλιστικές κ.ο.κ. «πρωτοπορίες» έχουν κρίσιμα καθήκοντα. Στις συνθήκες που έρχονται οφείλουμε να διαμορφώσουμε ένα ελάχιστο «πρόγραμμα» κοινής δράσης και προοπτικής. Να συνεννοηθούμε, να φτιάξουμε τους στόχους που χρειάζεται ο κόσμος μας απέναντι στην επίθεση του κεφαλαίου, να παλέψουμε μαζί για να τους επιβάλουμε, να διαμορφώσουμε μιαν εναλλακτική πολιτική προοπτική. 
Η μάχη για την ανατροπή των μνημονίων, για την ανατροπή της λιτότητας, για την απάντηση στο ρατσισμό και την αντιδημοκρατική κατρακύλα, συνεχίζεται. Και στην πρώτη γραμμή οφείλουν να μπουν όλοι και όλες που έχουν τη δυνατότητα να συνδυάζουν αυτά τα άμεσα καθήκοντα με την επιμονή στη διεκδίκηση της σοσιαλιστικής απελευθέρωσης.