Ανάμεσα στα ψέματα (όπως αυτά για τις συντάξεις και τους αγρότες) και στα επικοινωνιακά εφέ (όπως αυτά για την ανατροπή των νταβατζήδων στα κανάλια), ο Τσίπρας στη ΔΕΘ υποχρεώθηκε να πει και την αλήθεια του. Ότι το πρόγραμμα της κυβέρνησής του, όσο κατορθώσει να παραμείνει στην εξουσία, συνοψίζεται πλέον σε δύο λέξεις: μνημονιακή σταθερότητα.

Ο στόχος αυτός, δηλαδή η κατά γράμμα εφαρμογή της περσινής συμφωνίας με τους δανειστές, θα καθορίζει την κυβερνητική πολιτική και –αν επιτευχθεί– θα έχει βαριές συνέπειες για την κοινωνία, σε όλα τα επίπεδα. 
Στην ευρωπαϊκή πολιτική, ο Τσίπρας μετατοπίζεται με ταχύτητα από τις σχέσεις με τους ριζοσπάστες αριστερούς (ποιος θυμάται πλέον το περσινό «ΣΥΡΙΖΑ-Podemos, venceremos!»;) προς τους φιλελεύθερους σοσιαλδημοκράτες που μόλις πέρυσι «έφτυνε»: στους αρραβώνες με τον Ολαντρέου και τον ακραίο «εκσυγχρονιστή» Ρέντσι, που δεν τον άντεχε ούτε η σοσιαλδημοκρατικοποιημένη πλειοψηφία του Δημοκρατικού Κόμματος στην Ιταλία...
Στην πολιτική στην ευρύτερη περιοχή μας, τα πράγματα είναι χειρότερα: Η κυβέρνηση Τσίπρα προωθεί ασύστολα τον διπλωματικό και στρατιωτικό «άξονα» με το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ και με τη δικτατορία του Σίσι στην Αίγυπτο, οικοδομώντας έτσι τον τοπικό «ένοπλο βραχίονα» των δυτικών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων. 
Ομως τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα στην εσωτερική πολιτική. Είναι κοινό μυστικό ότι το «κουαρτέτο» διευκόλυνε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ κατά την πρώτη αξιολόγηση, επιτρέποντας να πάρει τη «δόση» με την οποία πλήρωσε την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Όμως τώρα ο Τσίπρας πρέπει να «τρέξει»: τα 15 προαπαιτούμενα της πρώτης δόσης και τα ανάλογα της δεύτερης αξιολόγησης πρέπει, λέει, να επιβληθούν στους μήνες που έρχονται. Αυτό σημαίνει καταιγίδα νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων, με αιχμές τις αποκρατικοποιήσεις, την ενέργεια και τα εργασιακά, που τίθενται ως απαράβατος «όρος» από το ΔΝΤ. 
Η πολιτική αυτή, πατώντας πάνω στην καταστροφή που προκάλεσαν τα Μνημόνια 1 και 2 των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική έρημο. Αυτή είναι η προοπτική της «σταθερότητας» που προτείνει ο Τσίπρας. Αυτό θα είναι το αποτέλεσμα, αν αφήσουμε τη μοίρα των εργατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων να κριθεί στην αναμονή της «ανάπτυξης». Η μόνη λύση για την κοινωνική πλειοψηφία, για τους εργαζόμενους και τις λαϊκές δυνάμεις είναι η επιμονή στην αντιμνημονιακή ανατροπή. 
Η «ψυχή» της μνημονιακής πολιτικής ήταν η μεγέθυνση της κοινωνικής ανισότητας. Οι πλούσιοι έγιναν πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Γι’ αυτό η αντιμνημονιακή πολιτική πρέπει να συνδυάζεται με τη διεκδίκηση «μνημονιακής» επιβάρυνσης των καπιταλιστών και των πλουσίων. Οι μισθοί και τα εργασιακά δικαιώματα είναι εφικτό να διασωθούν μόνο αν επιβαρυνθούν αντιστρόφως ανάλογα οι καπιταλιστές. Οι κοινωνικές δαπάνες είναι εφικτό να αναβαθμιστούν μόνο αν φορολογηθούν ανάλογα τα κέρδη και ο συσσωρευμένος πλούτος, αν τσακιστεί η κατοχυρωμένη «φοροαποφυγή» της κυρίαρχης τάξης και των στρωμάτων γύρω της. Η υγεία, η εκπαίδευση, η αντιμετώπιση της ανεργίας, είναι στόχοι εφικτοί μόνο στη βάση μιας σχεδιασμένης αντεπίθεσης του δημόσιου τομέα με κριτήριο τις εργατικές και λαϊκές ανάγκες. 
Οι «πολιτικές» είναι αποφάσεις άρρηκτα δεμένες με τις ταξικές αναφορές κάθε πολιτικής δύναμης και, κατά συνέπεια, η αντιμνημονιακή πολιτική, για την Αριστερά, μπορεί να υπάρξει μόνο ως η αντικαπιταλιστική πολιτική στην εποχή μας. 
Ενας τέτοιος προσανατολισμός είναι εκτός νόμου και κανόνων στην υπαρκτή σήμερα Ευρωπαϊκή Ένωση. Γι’ αυτό μια ειλικρινής αντιμνημονιακή πολιτική είναι συνυφασμένη με την απόφαση για σύγκρουση με τις ευρωηγεσίες, για πολιτική απειθαρχίας απέναντι στις ευρωσυνθήκες, για απόφαση ρήξης με την ευρωζώνη, για σοβαρή προετοιμασία ανατροπής των συμφωνιών με τους δανειστές, αρχίζοντας από τη στάση πληρωμής στο χρέος. 
Με τα καθήκοντα αυτά έχουν να αναμετρηθούν οι αγωνιστές του εργατικού κινήματος και της Αριστεράς, προκειμένου να ανασυγκροτηθεί το πλατύ λαϊκό ρεύμα της «ελπίδας» που ακύρωσε η συνθηκολόγηση της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ.