Δύο χρόνια μετά το ιστορικό δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015, οι συνέπειες της προδοσίας του συγκλονιστικού ΟΧΙ των εργαζομένων και της νεολαίας από τον Αλέξη Τσίπρα, την υπ’ αυτόν ηγετική ομάδα και το στελεχικό κορμό της προεδρικής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ στοιχειώνουν τις εξελίξεις.

Οι έωλες δικαιολογίες και προφάσεις εν αμαρτίαις για την προδοσία του ΟΧΙ και τη μνημονιακή στροφή και εξαλλαγή έχουν διαλυθεί από την αμείλικτη πορεία των γεγονότων. 
Υστερα από δύο αξιολογήσεις του τρίτου μνημονιακού προγράμματος, που ψηφίστηκε τον Αύγουστο του 2015, τα συμπεράσματα είναι πλέον αδιαμφισβήτητα: 
Το μνημονιακό πρόγραμμα δεν έχει «κενούς χώρους» και δεν επιτρέπει «φιλολαϊκούς πειραματισμούς» στην υλοποίησή του. Η αυταπάτη –στο βαθμό και για όσους ήταν αυταπάτη κι όχι απλό πρόσχημα ή επικοινωνιακό τρικ– ότι τα μνημόνια μπορούν να ψηφίζονται, αλλά στη συνέχεια να υλοποιούνται α λα καρτ, με μερική ή ευρύτερη ανατροπή του περιεχομένου τους «στην πράξη», διαλύθηκε ήδη στη φάση της πρώτης αξιολόγησης. 
Στα… νύχια της πρώτης αξιολόγησης όχι μόνο κατέρρευσαν το «παράλληλο πρόγραμμα» και τα «ισοδύναμα μέτρα», αλλά είχαμε και μια γενναία διεύρυνση των αντιλαϊκών μέτρων ενάντια στις εργαζόμενες τάξεις, με την προσθήκη αυτή τη φορά και των αγροτών και των ελεύθερων επαγγελματιών.
Η δεύτερη αξιολόγηση διέλυσε πολύ νωρίς κάθε έννοια «κόκκινης γραμμής» και «αντίστασης». Σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο κυβερνητικός λόγος να εγκαταλείψει παντελώς ακόμη και τη συμβολική αναφορά σε κάποιου είδους φιλολαϊκά αντισταθμίσματα και να μετατοπιστεί σε «νίκες» που παραπέμπουν σε λογική και φρασεολογία τύπου Σαμαρά: «έξοδος στις αγορές», «συμμετοχή στο QE», «ρύθμιση του χρέους» κ.λπ. Ακόμη και η «έξοδος από τα μνημόνια» ταυτίζεται πλέον με την έξοδο στις αγορές κι όχι με την έξοδο από το καθεστώς ιμπεριαλιστικής επιτροπείας ούτε, πολύ περισσότερο, με την έξοδο από τη λιτότητα.      
Η υποταγή στο πρόγραμμα προσαρμογής με ακραία λιτότητα και εσωτερική υποτίμηση φέρνει την υποταγή όχι μόνο σε ζητήματα δημοσιονομικής ή ευρύτερα οικονομικής πολιτικής, αλλά σε όλη τη γραμμή. Η ακραία λιτότητα δεν υλοποιείται με τη συναίνεση των θυμάτων της, αλλά με αυταρχισμό, καταστολή και «κράτος έκτακτης ανάγκης». Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ πολύ σύντομα υιοθέτησε αυτό το τρίπτυχο πολιτικής, ξεπερνώντας με χαρακτηριστική ευκολία και ταχύτητα «ενοχές» και δισταγμούς. Αυταρχισμός, «θεραπεία» διαδηλώσεων με χημικά, τρομοϋστερία και εμβάθυνση του «αντιτρομοκρατικού» πλαισίου, «ξέπλυμα» της Χρυσής Αυγής. Τώρα, στο πλαίσιο της τρίτης αξιολόγησης ετοιμάζεται να υπογράψει μέτρα που ουσιαστικά καταργούν την απεργία. 
Ακόμη και στο υποτιθέμενο «προνομιακό» πεδίο του αντιρατσισμού, η υπογραφή της κατάπτυστης συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας για τους πρόσφυγες οδήγησε σε πλήρη υποταγή στις ρατσιστικές πολιτικές της Ευρώπης-«φρούριο» και των στρατοπέδων κράτησης. 
Ομως, εκεί που οι εξελίξεις είναι πραγματικά θεαματικές, είναι στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής: Ο βαθμός υποταγής στον ευρωατλαντισμό, το «βάθος» της συμμετοχής στον ιμπεριαλιστικό άξονα με το σιωνιστικό κράτος του Ισραήλ και τη χούντα της Αιγύπτου υπό την μπαγκέτα των ΗΠΑ και με τις ευλογίες συνολικά του δυτικού ιμπεριαλισμού, είναι πρωτοφανής όχι μόνο για την Αριστερά, αλλά ακόμη και για το σύνολο των μεταπολιτευτικών κυβερνήσεων.      
Ο υποτιθέμενος «τακτικός συμβιβασμός» του Ιουλίου του 2015 οδηγεί σε στρατηγική προσαρμογή. Η μνημονιακή μετάλλαξη γίνεται κακοήθης μνημονιακή εξαλλαγή. Στα μνημόνια δεν μπαίνεις και βγαίνεις όποτε θέλεις, είναι δρόμος χωρίς επιστροφή. Εγκαταλείποντας τον αγώνα ενάντια στα μνημόνια, τη λιτότητα, τον ρατσισμό κ.λπ. και υλοποιώντας τις πολιτικές του αντιπάλου, και μάλιστα σε αυτή, την πρωτοφανούς ταξικής σκληρότητας εκδοχή τους, οι συσχετισμοί θα γίνονται διαρκώς δυσμενέστεροι, στο εσωτερικό και το εξωτερικό. Παίρνοντας σκληρά μέτρα ενάντια στις εργαζόμενες τάξεις, δεν απομένει παρά να αναζητηθούν στηρίγματα μόνο στους ταξικούς τους αντιπάλους: στο εγχώριο και διεθνές σύστημα. Ακόμη και έτσι, ακόμη και με συστηματική υποταγή και ΝΑΙ σε όλα, τα στηρίγματα αποκτώνται πολύ δύσκολα και θυμίζουν τη ρήση του Λένιν: θυμίζουν τη «στήριξη» που προσφέρει η θηλιά στον κρεμασμένο…     
Η στρατηγική προσαρμογή ολοκληρώνεται με δύο τρόπους: Πρώτο, με το κλείδωμα των πολιτικών της ακραίας λιτότητας και της ιμπεριαλιστικής επιτροπείας σε αδιανόητο βάθος χρόνου: μέχρι το 2060. Δεύτερο, με τη χωρίς περιστροφές και ενοχές ανάληψη της «ιδιοκτησίας» του μνημονιακού προγράμματος. Η κυβέρνηση διεκδικεί ένα «συμβόλαιο επιβίωσης» της ίδιας με τις δυνάμεις του εγχώριου και διεθνούς συστήματος, στο οποίο όχι μόνο δεν χωράνε τα δικαιώματα και οι κατακτήσεις των εργαζόμενων τάξεων, αλλά προϋποτίθεται ο σφαγιασμός τους.  
Αυτή είναι η τραγική κατάληξη της επιλογής «θα μείνουμε στην εξουσία έστω και υπογράφοντας και υλοποιώντας μνημονιακές πολιτικές μέχρι να δημιουργηθούν ευνοϊκοί όροι για να ασκήσουμε άλλες πολιτικές». Πολύ γρήγορα, το «δόγμα» μετασχηματίζεται ως εξής: «για να μείνουμε στην εξουσία και για να διατηρήσουμε κάποιο σημαντικό πολιτικό ρόλο, θα υιοθετήσουμε τις μνημονιακές πολιτικές, ώστε να μας υιοθετήσει το σύστημα»! Ο κύκλος ολοκληρώνεται… 
Απέναντι σε αυτόν τον μνημονιακό και ευρωατλαντικό κατήφορο, το συγκλονιστικό λαϊκό ΟΧΙ στο δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου του 2015 παραμένει πελώριο και αξονικό όχι μόνο σαν υπόμνηση και απωθημένη διάθεση, όχι μόνο σαν σύμβολο μιας σημαντικής καμπής της λαϊκής ενεργοποίησης και της ταξικής πάλης, αλλά και σαν ιστορική δυνατότητα που δεν έχει εκλείψει. Αν «διατυπώθηκε» μια φορά με όρους μαζικής λαϊκής κινητοποίησης και διαθεσιμότητας για ρήξη, αν απείλησε για μια φορά, έστω και πρόσκαιρα, να γείρει τις εξελίξεις σε συγκρουσιακές και επικίνδυνες για το σύστημα ατραπούς, αν για μια φορά συμπύκνωσε ένα πρόγραμμα και μια δυνατότητα ανατροπής, αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ξανασυμβεί. 
Και πάλι, ΟΧΙ, λοιπόν! Είναι η σημαία που πρέπει να ξανασηκώσουμε, είναι το πρόγραμμα και η οργάνωση που πρέπει να χτίσουμε, είναι η ρεβάνς που πρέπει να πάρουμε, είναι το σχέδιο για την ανασυγκρότηση και την αντεπίθεση, είναι η μεγάλη οφειλή απέναντι στις ματαιωμένες ελπίδες. Οι εργαζόμενες τάξεις, οι αγωνιστές/στριες των κινημάτων αντίστασης και της Αριστεράς δεν θα επιλέξουν να ζήσουν το ζοφερό μέλλον ενός καθεστώτος ακραίας εκμετάλλευσης και στυγνής ιμπεριαλιστικής επιτροπείας!