Μπροστά μας βρίσκεται μια αποφασιστική ταξική μάχη.

Η 3η αξιολόγηση και οι λοιπές νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις που η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επείγεται να περάσει για να στήσει το δικό της success story, έχουν μεγάλες συνέπειες για τους εργαζόμενους και τις λαϊκές δυνάμεις.

Οι μαζικοί πλειστηριασμοί (ηλεκτρονικά και στα ειρηνοδικεία) εκατοντάδων χιλιάδων ακινήτων –συμπεριλαμβανομένης της πρώτης κατοικίας φτωχών ανθρώπων– είναι για τους μνημονιακούς η απόλυτη προϋπόθεση για να «σωθούν» οι τράπεζες, είναι μια καλυμμένη «ανακεφαλαιοποίησή τους» με τεράστιο κόστος για τα λαϊκά νοικοκυριά. Η κυβέρνηση μιας –τρομάρας τους- «ριζοσπαστικής Αριστεράς» δε δίστασε να βγάλει μπροστά τα ΜΑΤ, για να υπογραμμίσει το μήνυμα προς την τρόικα ότι είναι αποφασισμένη να τηρήσει τα συμφωνηθέντα. Την ίδια στιγμή οι «ανεξάρτητες» αρχές είσπραξης εσόδων εφορμούν προς τους λογαριασμούς καταθετών, «αρμέγοντας» καθημερινά (!) πάνω από 2,2 εκατ. ευρώ έναντι κάθε είδους «χρέους» ακόμα και δεκαπενταετίας.

Παράλληλα επιταχύνονται οι ιδιωτικοποιήσεις. Σε μια χώρα όπου το ηλεκτρικό ρεύμα πληρώνεται σε τιμές… Σκανδιναβίας, η κυβέρνηση προχωρά άμεσα στην πώληση των λιγνιτικών μονάδων της ΔΕΗ και στην επιτάχυνση της κυριαρχίας των ιδιωτών στην ηλεκτρική ενέργεια.

Οι νέοι συνταξιούχοι πήραν ήδη την πικρή γεύση για το νόημα του νόμου Κατρούγκαλου, με τις μεγάλες μειώσεις στις κύριες και επικουρικές νέες συντάξεις. Μέσα στο 2018 θα είναι η σειρά των «παλιών»: Θα δουν στα εκκαθαριστικά τους να εμφανίζεται το κόψιμο ως καταβαλλόμενη «προσωπική διαφορά» και από την 1.1.2019 θα ζήσουν την εξαέρωση αυτής της «διαφοράς» με μια από τις δραστικότερες «οριζόντιες» περικοπές συντάξεων της μνημονιακής εποχής. Η μείωση των συντάξεων και η κατάργηση του αφορολόγητου (μέσα στο 2018;) είναι μέτρα σκληρής φτωχοποίησης εκατοντάδων χιλιάδων νοικοκυριών.

Η κυβέρνηση γνωρίζοντας ότι αυτό είναι το νόημα της πραγματικής πολιτικής της, φροντίζει προληπτικά να «ξεδοντιάσει» το εργατικό κίνημα. Η κατάπτυστη «τροπολογία» της Αχτσιόγλου, που έκανε αδύνατη την κήρυξη απεργίας στα πρωτοβάθμια σωματεία, μπορεί να αποσύρθηκε, αλλά δεν υπάρχει περιθώριο για εφησυχασμό. Η κυβέρνηση και οι δανειστές έχουν συμφωνήσει ότι πρέπει να καταργήσουν όλες τις συνδικαλιστικές κατακτήσεις της εποχής των μεγάλων εργατικών αγώνων της μεταπολίτευσης.

Και την ώρα που η τρόικα δηλώνει ότι το κοινωνικό μέρισμα του Τσίπρα πληρώθηκε μέσω της «υποχρηματοδότησης των κοινωνικών πολιτικών», η κυβέρνηση προχωρά στην πλήρη ελαστικοποίηση των οικογενειακών επιδομάτων (αποσύνδεσή τους από μισθό και σύμβαση, εισαγωγή εισοδηματικών κριτηρίων κ.ο.κ.) και στην πλήρη κατάργηση του ΕΚΑΣ.

Πρόκειται για ένα πρόγραμμα πλήρους μνημονιακής αναλγησίας, ένα πρόγραμμα ταξικής μονομέρειας υπέρ των τραπεζιτών και των βιομηχάνων, που από καιρό έχουν ορισθεί από την ηγετική ομάδα Τσίπρα ως τα βασικά και πραγματικά κοινωνικά στηρίγματα της πολιτικής της.

Απέναντι σε αυτό το πρόγραμμα είναι η ώρα της μαζικής δράσης από τα κάτω. Της ενωτικής ταξικής αντίστασης για το μπλοκάρισμα και την ανατροπή του.

Η αντίσταση στα Ειρηνοδικεία, οι διαδηλώσεις στα λιγνιτορυχεία και η γενική απεργία στις 14 Δεκέμβρη, θα πρέπει να ενωθούν σε ένα ποτάμι αντίστασης που θα δηλώνει ξεκάθαρα απέναντι στα κυβερνητικά μέτρα: δεν θα περάσουν!

Και γι’ αυτό θα πρέπει να υπάρξει σοβαρή, συντονισμένη, οργανωμένη προσπάθεια για συνέχεια, μετά τις 14 Δεκέμβρη. Γνωρίζοντας το ρόλο που θα παίξουν οι γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές ηγεσίες, που από καιρό έχουν ενσωματωθεί στη μνημονιακή πολιτική, το καθήκον αυτό οφείλουν να αναλάβουν οι αγωνιστές-στριες της ριζοσπαστικής-αντιμνημονιακής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς.

Η πορεία αυτή αναπόφευκτα οδηγεί σε μια μεγάλη και σημαντική πολιτική αναμέτρηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ, εισπράττοντας τη φθορά από τη νεοφιλελεύθερη αντικοινωνική πολιτική του, στρώνει το χαλί της εκλογικής νίκης στον ακόμα πιο ακραιφνή νεοφιλελεύθερο Κυριάκο Μητσοτάκη. Ο Αλ. Τσίπρας και η ομάδα του Μαξίμου ελπίζουν κυρίως σε μια προοπτική «περιορισμένης ήττας», ποντάροντας στο ότι οι δανειστές και η ντόπια κυρίαρχη τάξη έχουν συνειδητοποιήσει τη χρησιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ στον έλεγχο και στον περιορισμό των εργατικών-λαϊκών αντιστάσεων.

Σε αυτήν τη βάση προσπαθούν να σχεδιάσουν μια κάποια πολιτική προοπτική προς απώτερες εξελίξεις, ελπίζοντας ότι με τη βοήθεια της κεντροαριστερής (της Φώφης Γεννηματά, με «σύμβουλο» τον Κ. Λαλιώτη…) θα γίνει εφικτό να περιοριστεί ο Κυρ. Μητσοτάκης, είτε στην αδυναμία σχηματισμού κυβέρνησης είτε σε μια σύντομη «δεξιά παρένθεση». Πρόκειται για μια, αντεστραμμένη αλλά ανάλογη, εκδοχή της «ελπίδας» του Αντ. Σαμαρά στα τέλη του 2014-αρχές του 2015.

Απέναντι σε αυτά τα σενάρια είναι προφανής η ανάγκη μιας συνολικής εναλλακτικής λύσης από τη σκοπιά των εργατικών συμφερόντων. Οι δημοσκοπήσεις ήδη αναδεικνύουν το «κενό», αλλά και τις δυνατότητες ενός ριζοσπαστικού αντιμνημονιακού αριστερού πόλου. Όμως, ως γνωστόν, οι δημοσκοπήσεις δίνουν μόνο ενδείξεις και όχι αποτελέσματα. Η ριζοσπαστική αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει επειγόντως να πάρει τις πρωτοβουλίες προς το αναγκαίο πολιτικό μέτωπο. Για να στηρίξει άμεσα τους αγώνες, για να πυροδοτήσει ελπίδα, για να προετοιμάσει πολιτικά αποτελέσματα.