Το 2018 είναι μια κρίσιμη χρονιά για την οικονομία, αλλά και για την κοινωνία.

Το σύνολο των μνημονιακών μέτρων, νόμων και διατάξεων θα συνεχίσει να είναι σε ισχύ, με την ενίσχυση των πρόσθετων μέτρων της 3ης και της 4ης αξιολόγησης, που προετοιμάζουν το κοινωνικό έδαφος για τα ακόμα σκληρότερα μέτρα που το 3ο μνημόνιο προβλέπει για το 2019.
Αυτό το αντιδραστικό θεσμικό σπιράλ βύθισης στην υπερλιτότητα και στο νεοφιλελευθερισμό στην πραγματική ζωή είναι ακόμα χειρότερο: Οι αποκαλύψεις για εκβιασμούς εργοδοτών που, με όπλο την απειλή απόλυσης, επιτυγχάνουν την επιστροφή του δώρου και τμήματος των μισθών από τους εργάτες στα ταμεία των επιχειρήσεων, είναι μια σκληρή καταδίκη των, τάχα μου, «ριζοσπαστών αριστερών» που κατοικοεδρεύουν στο Υπουργείο Εργασίας και στο Μαξίμου.

Αυτή η υλική πραγματικότητα δεν είναι δυνατόν να καλυφθεί μέσα από τον επικοινωνιακό πόλεμο που ετοιμάζει η κυβέρνηση, περί του «τέλους του Μνημονίου», με το μάτι στις επόμενες κάλπες.

Ας θυμίσουμε μερικούς πρόσθετους παράγοντες:
Η κασέτα περί «τέλους της επιτροπείας» έχει επισήμως ακυρωθεί. Μετά τις διηγήσεις Μοσκοβισί, αλλά και της γερμανικής κυβέρνησης, η επιτροπεία είναι σαφές ότι, με την υπογραφή Τσίπρα, έχει παραταθεί μέχρι το 2060.
Από το 2018 τίθεται σε ισχύ ο διαβόητος μνημονιακός «κόφτης». Αν κατά την εκτέλεση του προπϋπολογισμού η κυβέρνηση δεν επιτυγχάνει το θηριώδες πλεόνασμα του 3,5% του ΑΕΠ (δηλ. περίπου 7,7 δισ. ευρώ!), τότε ο «κόφτης» ενεργοποιείται αυτόματα, ισοσκελίζοντας τη διαφορά με περικοπή συντάξεων και κοινωνικών δαπανών.
Η μνημονιακή πολιτική δεν έχει μόνο θύματα, αλλά και ευεργετημένους: Τον κόσμο του «επιχειρείν», τους καπιταλιστές που παραλαμβάνουν το ένα δώρο μετά το άλλο. Γι’ αυτό άλλωστε και διευρύνεται ο κατάλογος των Οικογενειών και των Ομίλων που, πλέον, «συνωθούνται» στον προθάλαμο των γραφείων του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ.
Από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, η μόνη απάντηση που ταιριάζει σε αυτή την πολιτική είναι η ασίγαστη πάλη για την ανατροπή της.
Αυτό σημαίνει έμφαση στην οικοδόμηση του κινήματος αντίστασης.
Οι πλειστηριασμοί είναι μια μάχη που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη και πρέπει να διευρυνθεί με στόχο τη νίκη. Το χρονικό σημείο είναι «οριακό»: Η κυβέρνηση οφείλει να σπάσει τη λαϊκή αντίσταση, γιατί οι μαζικοί εκπλειστηριασμοί λαϊκών κατοικιών είναι προϋπόθεση για να περάσουν οι «συστημικές» τράπεζες τα stress tests, είναι προϋπόθεση για να διατηρηθεί η μνημονιακή συνέχεια.
Η ιδιωτικοποίηση της ΔΕΗ, αλλά ακόμα και στο νερό, κάνουν το άνοιγμα και αυτού του μετώπου απολύτως υποχρεωτικό.
Ίσως τίποτα δεν περιγράφει καλύτερα την κατρακύλα αυτής της κυβέρνησης από την απόπειρα να υπονομεύσει καίρια το δικαίωμα των εργατών να κηρύσσουν απεργία. Η κατάργηση του ν.1264, του νόμου με τον οποίο τα αφεντικά υποχρεώθηκαν να συμβιβαστούν κάτω από τα χτυπήματα των μεγάλων αγώνων της εργατικής Μεταπολίτευσης, είναι ένα εμβληματικό αίτημα των εργοδοτών και των «θεσμών» των δανειστών. Δεν πρέπει, με τίποτα, να περάσει!
Σε αυτά και άλλα ανάλογα μέτωπα οφείλουμε να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας.
Η κρίση του Τσίπρα στρώνει τον κοινοβουλευτικό δρόμο στον Κυρ.Μητσοτάκη. Είναι μια απειλή που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.
Η μόνη πιθανή απάντηση είναι να παρθούν άμεσα οι πολιτικές πρωτοβουλίες για ένα «μέτωπο» της ριζοσπαστικής-αντιμνημονιακής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, που θα διεκδικήσει την πολιτική έκφραση αυτού του κόσμου, αντιπαλεύοντας τις διεργασίες της δεξιόστροφης πορείας, ή του εγκλωβισμού στα μνημονιακά σενάρια «εθνικής συνεννόησης».
Οι πρωτοβουλίες αυτές ασφαλώς έχουν προγραμματικές προϋποθέσεις: Μόνο αυθεντικά ριζοσπαστική αριστερή πολιτική μπορεί να αντισταθεί στην κατάσταση που διαμορφώνεται. Όμως οφείλουν, ταυτόχρονα, να έχουν ενωτικό χαρακτήρα, να επιμένουν στη δυνατότητα της μαζικής πολιτικής, να επιδιώκουν τις απαντήσεις στο «εδώ και τώρα» και όχι στην παραπομπή της μάχης σε μιαν επόμενη ή μεθεπόμενη φάση.
Το στοίχημα αυτό αφορά ασφαλώς την ηγεσία και τις δυνάμεις του ΚΚΕ. Με δεδομένες, όμως, τις επιλογές και την πολιτική του, σήμερα η εκπλήρωση αυτών των όρων επαφίεται κυρίως στις πλάτες της ΛΑΕ (όπως και άλλων δυνάμεων που το καλοκαίρι του 2015 αντιστάθηκαν στη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ) και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.