Η επιχείρηση της δήθεν αναζήτησης συμβιβασμού για το «όνομα» της ΠΓΔΜ είναι μια βρώμικη υπόθεση.

Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια γρήγορη τακτοποίηση της επέκτασης του ΝΑΤΟ στα Δυτ. Βαλκάνια, για την ανάπτυξη μιας νέας μεγάλης στρατιωτικής βάσης και σύγχρονων οπλικών συστημάτων στο έδαφος της γειτονικής χώρας, για μια επιχείρηση που έχει αναλάβει να «τρέξει» η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα για λογαριασμό των ΗΠΑ. Μια κυβέρνηση που χρησιμοποιεί το όνομα και τα σύμβολα της Αριστεράς, έχει αναλάβει να λειτουργήσει ως μπράβος του μεγαλύτερου στρατιωτικού συνασπισμού του ιμπεριαλισμού σε μια άκρως ευαίσθητη και ασταθή περιοχή.
Γι’ αυτό οι επικεφαλής του νατοϊκού μηχανισμού διαμηνύουν προς την κυβέρνηση Ζάεφ ότι «δεν υπάρχει Plan B» και απαιτούν να συμμορφωθεί γρήγορα με τους όρους και τις απαιτήσεις της Αθήνας.Αυτή η εξέλιξη, αν και όταν ολοκληρωθεί, δεν θα έχει τίποτα θετικό για τους λαούς της περιοχής και μαζί για τους εργαζόμενους και τις λαϊκές δυνάμεις στην Ελλάδα. Η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Δυτ. Βαλκάνια σημαίνει μεγαλύτερη βύθιση της περιοχής στους οξυνόμενους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, μεγαλύτερη έκθεση στον κίνδυνο του πολέμου. Η ανάπτυξη των στρατιωτικών βάσεων σημαίνει μεγαλύτερη πρόσδεση στην ουρά των μιλιταριστών, σημαίνει μεγαλύτερες θυσίες των λαϊκών στρωμάτων προς όφελος των εμπόρων των όπλων. Η συμμαχία με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, που πάντα είχε ως νομιμοποιητική δικαιολογία την επιδίωξη «εθνικού οφέλους», οδηγεί σε συντηρητικότερες και ακόμα πιο ελεγχόμενες από τον ιμπεριαλισμό πολιτικές εξελίξεις.
Από τη σκοπιά των εργατικών και λαϊκών συμφερόντων οφείλουμε να πούμε ένα καθαρό ΟΧΙ σε αυτήν τη βρώμικη επιχείρηση και να εκφράσουμε την πιο έντονη αποδοκιμασία μας προς όποιους την υποστηρίζουν. 
Το ζήτημα της φιλίας και της συνεργασίας μεταξύ των λαών της περιοχής είναι μια τελείως διαφορετική υπόθεση. Που μπορεί να προωθηθεί με βάση απλές δημοκρατικές αρχές, όπως ο αλληλοσεβασμός, η αποκήρυξη για λόγους αρχής της πολεμικής βίας και των εδαφικών διεκδικήσεων και προσαρτήσεων, η αναγνώριση του δικαιώματος στον αυτοπροσδιορισμό και ο σεβασμός στα δικαιώματα των μειονοτήτων. Η αναθέρμανση του πολέμου στη γειτονική Συρία, αυτή τη φορά με «άξονα» τον αποκλεισμό των Κούρδων από το δικαίωμα στην αυτοδιάθεση, αποδεικνύει πόσο επικίνδυνη μπορεί να είναι η παραβίαση των δημοκρατικών αρχών στο όνομα της εθνικής προτεραιότητας. Όμως η ειλικρινής προώθηση μιας πολιτικής ειρήνης και φιλίας, προϋποθέτει τη ρήξη με τους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, αλλά και τη ρήξη με τις ντόπιες κυρίαρχες τάξεις, που τα συμφέροντά τους κρύβονται πάντα πίσω από τους «εθνικούς μύθους». Η κυβέρνηση του Αλ. Τσίπρα δεν πληρεί καμιά από αυτές τις δύο προϋποθέσεις. 
Ακριβώς γι’ αυτό η πολιτική της είναι επικίνδυνη στα Βαλκάνια, αλλά και επικίνδυνη στο εσωτερικό της χώρας.
Μετά το συλλαλητήριο στη Θεσσαλονίκη, είδαμε τις επιθέσεις των ακροδεξιών μπράβων και των μεθυσμένων από το δηλητήριο του εθνικισμού χουλιγκάνων, ενάντια σε αντιεξουσιαστικές καταλήψεις και σε στέκια κοινωνικής αντίστασης. Είναι μια προειδοποίηση, που πρέπει να βάλει τους πάντες σε συναγερμό. Η μνημονιακή πολιτική της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δημιουργεί κοινωνική ερήμωση, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τις εργατικές αντιστάσεις. Δημιουργεί έτσι ένα «θερμοκήπιο» για την ανάπτυξη της ακροδεξιάς επιθετικότητας. Τα πρυπτοφασιστικά φύλλα δεν κρύβουν τις φιλοδοξίες τους για μια ακροδεξιά αντεπίθεση, για έναν ευρύ ρόλο ενός νέου «πόλου» υπό το στρατηγό Φρ. Φραγκούλη, που ήταν ο κεντρικός ομιλητής στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης. Η Χρυσή Αυγή προετοιμάζεται για την «επέτειο» των Ιμίων, συνδέοντας την κινητοποίησή της με την προοπτική ενός συλλαλητηρίου για το «μακεδονικό» στην Αθήνα.
Δεν πρέπει να αφήσουμε την ακροδεξιά και τους νεοναζί να σηκώσουν κεφάλι!
Η Αριστερά και οι αγωνιστές του κινήματος δεν πρέπει να ξεχάσουν την εμπειρία του 1992, όταν τα τότε εθνικιστικά συλλαλητήρια αποτέλεσαν τη μήτρα για τη μετέπειτα ανάπτυξη του ΛΑΟΣ και της Χρυσής Αυγής.
Απέναντι στον εθνικισμό απαιτείται ιδεολογικό και πολιτικό μέτωπο, πλήρους απόστασης και κάθετης διαφοροποίησης. Με την έννοια αυτή προσέφεραν κακές υπηρεσίες όσοι επέλεξαν «ευέλικτη» στάση απέναντι στα εθνικιστικά συλλαλητήρια και χειρότερα όσοι/ες διέκριναν μέσα στις γραμμές τους μια κάποια απόρριψη της «προδοσίας» του Τσίπρα.
Η σκληρή στάση απέναντι στην απαράδεκτη κυβερνητική πολιτική είναι αναγκαία, αλλά οφείλει επίσης να είναι καθαρή: από αριστερή, αντιϊμπεριαλιστική και αντιπολεμική σκοπιά σε πλήρη ρήξη με τις επικίνδυνες εθνικιστικές αρλούμπες.