Το δίπολο Τσίπρας-Μητσοτάκης οικοδομείται πάνω σε μια «ανταγωνιστική συνεργασία».

Αφενός στη συναίνεση πάνω στην αναγκαία πολιτική προς όφελος της κυρίαρχης τάξης, μια πολιτική που στο εσωτερικό της χώρας συνοψίζεται στη μνημονιακή-νεοφιλελεύθερη σταθερότητα, αλλά που, ταυτόχρονα, βαδίζει χέρι χέρι με τις εθνικιστικές, τις «υπο-ιμπεριαλιστικές» βλέψεις για κυριαρχία στη «γειτονιά» των Βαλκανίων και της νοτιοανατολικής Μεσογείου. Αφετέρου στον ανταγωνισμό για την κυβερνητική εξουσία, που συγκεντρώνεται στο ερώτημα αν ο ΣΥΡΙΖΑ ή η ΝΔ θα αποτελέσουν τον «κορμό» για τον κυβερνητικό συνασπισμό στην επόμενη ημέρα από την τυπική (αλλά όχι ουσιαστική) λήξη του προγράμματος του 3ου μνημονίου. 

 

Σε αυτόν το χορό, κάθε πλευρά έχει τα όπλα της.
Με το συλλαλητήριο στην Αθήνα, η ΝΔ έδειξε τα δόντια της στους Τσίπρα και Κοτζιά. Υπενθύμισε ότι το παραδοσιακό στρατόπεδο της Δεξιάς μπορεί να συντάξει γύρω του δυνάμεις –από την εθνικιστική ακροδεξιά ως τον παραπαίοντα Μίκη– στη βάση «αρχών» της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως ο «πατριωτισμός», ακόμα και όταν χρειάζεται να τον συνδυάσει με την αποδοχή της μνημονιακής «επιτήρησης» από τους δανειστές.
Την επόμενη μέρα, η κυβέρνηση Τσίπρα απάντησε ανασύροντας από τα κιτάπια του Παπαγγελόπουλου και του Ρουμπάτη τα στοιχεία για το σκάνδαλο της Novartis. Θύμισε έτσι ότι το «παλιό» καθεστώς των ΝΔ και ΠΑΣΟΚ έχει συσσωρεύσει τόσους σκελετούς στα ντουλάπια του κράτους, που δίνουν σημαντικά όπλα στους ανταγωνιστές του: δύο πρώην πρωθυπουργοί, 8 πρώην υπουργοί και ο πρόεδρος της Τράπεζας της Ελλάδος αντιμετωπίζουν την προοπτική να κάτσουν στο σκαμνί με ιδιαίτερα ατιμωτικές κατηγορίες. Παρεμπιπτόντως, κανείς δεν ασχολείται, ούτε πρόκειται να ασχοληθεί, με την πιο ουσιαστική πλευρά αυτού του πραγματικού σκανδάλου: τις βαριές βλάβες που υπέστησαν τα ασφαλιστικά ταμεία από τη διαρκή ληστεία με τις τιμές στα φάρμακα, που οργάνωνε επί χρόνια η «φιλική εταιρεία» κυβερνητικών στελεχών-φαρμακοβιομηχάνων-πολυεθνικών φαρμακευτικών εταιρειών. Όπως κανείς μέχρι σήμερα δεν πρότεινε μια σοβαρή «ανακεφαλαιοποίηση» των Ταμείων, σε αντίθεση με ό,τι έκαναν για τις τράπεζες οι κυβερνήσεις Κ. Καραμανλή, Γ. Παπανδρέου, Α. Σαμαρά και Αλ. Τσίπρα. 
Όμως, ταυτόχρονα, αυτός ο χορός ανταγωνιστικής συνεργασίας είναι υπονομευμένος από τη συνέχιση της διεθνούς κρίσης του καπιταλισμού. Την ημέρα που οι Τζανακόπουλος-Κοντονής έκαναν τις εξαγγελίες για τη Novartis, έσκασε το «κραχ» στη Wall Street: μέσα σε μια ημέρα εξαερώθηκαν τα «κέρδη» ενός χρόνου, στη μεγαλύτερη βουτιά προς τα κάτω των μετοχών μετά το 2008. Το φαινόμενο εξαπλώθηκε ακαριαία στο Τόκιο και στα χρηματιστήρια της Ασίας, διαψεύδοντας όσους είχαν βιαστεί να μιλήσουν για «σταθεροποίηση του καπιταλισμού, μετά την κρίση» και βάζοντας σοβαρά ερωτηματικά σε όλους τους μεσοπρόθεσμους σχεδιασμούς, και μεταξύ τους στο σχεδιασμό για το ελληνικό πρόγραμμα.
Από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων, αυτές οι ειδήσεις πρέπει να σημαίνουν συναγερμό: Ο αγώνας ενάντια στη βάρβαρη λιτότητα, ενάντια στη μνημονιακή σταθεροποίηση, είναι άρρηκτα δεμένος με τον αγώνα ενάντια στον πόλεμο και τους εθνικιστικούς ανταγωνισμούς, ενάντια στους εξοπλισμούς και την ισχυροποίηση και διεύρυνση «οργανισμών» όπως το ΝΑΤΟ και η ΕΕ, ενάντια στην ανάδυση των νεοναζιστικών και ρατσιστικών ακροδεξιών δυνάμεων. 
Αυτό το πλατύ μέτωπο προκλήσεων θέλει την Αριστερά του. Που, στις παρούσες συνθήκες, μπορεί να παρουσιαστεί πραγματικά επί σκηνής μόνο υπό την προϋπόθεση να κάνει ειλικρινά και σοβαρά την επιλογή της ενότητας στη δράση, της ενότητας που θα επιδιώκει να οικοδομήσει πειστικές και μαζικές απαντήσεις στις μεγάλες πολιτικές προκλήσεις που έρχονται.