Η απειλή του πολέμου βαραίνει ιδιαίτερα την περιοχή μας

Στο έδαφος της Συρίας ο πόλεμος εξακολουθεί να μαίνεται, παρότι οι διπλωματικές πρωτοβουλίες των Μεγάλων Δυνάμεων έκαναν λόγο για γρήγορη «μετάβαση» σε ειρηνικές διευθετήσεις. Μάλιστα, οι σκληρά απειλητικές δηλώσεις μεταξύ του κράτους του Ισραήλ και του Ιράν προειδοποιούν ότι μάλλον είναι πιθανότερη η διεύρυνση αυτού του καταστρεπτικού μετώπου, παρά η κατάσβεσή του.
Ομως το πιο ανησυχητικό είναι ότι η απειλή του πολέμου «μετακομίζει» προς τα δυτικά.
Μετά το επεισόδιο στα Ιμια, όπου υπήρξε ένα «τεστ» για τα ανακλαστικά της τουρκικής ηγεσίας και των ενόπλων δυνάμεών της (δηλαδή το ερώτημα αν το τουρκικό κράτος «αντέχει» να κρατήσει κι άλλο «θερμό μέτωπο» την ώρα που έχει εισβάλει στο Αφρίν…), υπήρξαν δηλώσεις από τα πιο επίσημα χείλη στην ελληνική πλευρά, που άφηναν ευθέως ανοιχτό το ζήτημα ένοπλης αναμέτρησης.
Το υπουργείο Εθνικής Αμυνας επέλεξε να «διαρρεύσει» πρόταση για στρατιωτικό χτύπημα, ώστε να διατηρηθεί ο «συσχετισμός ισχύος» στα Ίμια, ενώ ο υπουργός Εξωτερικών, Ν. Κοτζιάς, υπογράμμισε ότι σε επόμενο επεισόδιο δεν θα υπάρξει ξανά ειρηνική αντιμετώπιση εκ μέρους του ελληνικού κράτους.
Οι δηλώσεις αυτές –και πολύ περισσότερο το εφιαλτικό ενδεχόμενο να υλοποιηθούν– θέτουν ευθέως σε όλους το κρίσιμο δίλημμα: Πόλεμος ή ειρήνη;
Για την Αριστερά δεν μπορεί να υπάρχουν δισταγμοί. Η υπεράσπιση της ειρήνης, η αποφυγή της τρέλας μιας πολεμικής αναμέτρησης, είναι μείζων αρχή, από τη σκοπιά της υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων. 
Το αντικείμενο της αντιπαράθεσης για την «κυριαρχία» επί των βραχονησίδων είναι προφανώς συνδεδεμένο με τις ΑΟΖ, με τη διεκδίκηση της κυριαρχίας στην εκμετάλλευση του φυσικού αερίου και του πετρελαίου στο βυθό της Ανατολικής Μεσογείου. 
Στην κατεύθυνση αυτή η ντόπια κυρίαρχη τάξη και το καθεστώς της έχουν συμπήξει συμμαχία με όλες τις δυτικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις: Τις έρευνες και τις γεωτρήσεις έχουν αναλάβει η ιταλική Eni, η γαλλική Total και η αμερικανική Exxon-Mobil. Στο πλευρό τους παρεμβαίνουν η αεροπορία και ο στόλος των ΗΠΑ, της Γαλλίας και της Ιταλίας, αλλά και οι τοποθετήσεις των εκπροσώπων του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.
Την ώρα της πιο βαθιάς οικονομικής και κοινωνικής κρίσης στην Ελλάδα, η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ δεν διστάζει να προχωρά στους πιο παράλογους εξοπλισμούς. Πρόσφατα ανακοίνωσε την αγορά δύο πανάκριβων γαλλικών φρεγατών, τύπου FREMM. Είναι πλοία μεγάλων διαστάσεων, ναυπηγημένων για «δράση» στους ωκεανούς και όχι σε κλειστές θάλασσες όπως το Αιγαίο, αλλά ακριβώς λόγω μεγέθους μπορούν να «φιλοξενήσουν» τεράστια δύναμη πυρός. Η απόκτηση τέτοιων όπλων, πέρα από τη στενότερη σύνδεση με το δυτικό ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, αναδεικνύει και την πρόθεση της καταφυγής στο συσχετισμό των όπλων μπροστά στις προκλήσεις του ανταγωνισμού για την κυριαρχία στην ευρύτερη περιοχή. 
Αυτός ο επικίνδυνος δρόμος δεν γίνεται πιο ασφαλής μέσα από τη συμμαχία με τις δυτικές Μεγάλες Δυνάμεις και τους τοπικούς υπο-ιμπεριαλισμούς όπως το Ισραήλ και η Αίγυπτος. Η ιστορία της περιοχής είναι γεμάτη παραδείγματα για το τι συνέβη, όταν οι «μεγάλοι» άλλαξαν ξαφνικά γραμμή και οι θερμοκέφαλοι «μικροί» βρέθηκαν μόνοι στο πεδίο της μάχης, για να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες παράλογων και υπερφίαλων επιλογών, που βασίζονταν στην ταύτιση με τον ιμπεριαλισμό (όπως π.χ. η «εκστρατεία» στην Κόκκινη Μηλιά το 1922…). Σήμερα είναι αλήθεια ότι μεταξύ της Τουρκίας του Ερντογάν και του δυτικού ιμπεριαλισμού έχει ανοίξει ένα βαθύ ρήγμα. Όμως η Τουρκία παραμένει μια σημαντική χώρα, με μεγάλο πληθυσμό και κρίσιμη γεωγραφική θέση.
Η ιστορία της περιοχής αποδεικνύει επίσης ότι η φιλία και η συνεργασία μεταξύ των λαών της, σε ρήξη με τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, είναι αναντικατάστατη προϋπόθεση για να αντιμετωπιστεί και το κοινωνικό ζήτημα. 
Το «παιχνίδι» της κυβέρνησης Τσίπρα με τη φιλοπόλεμη πολιτική, δεμένη στην ουρά του δυτικού ιμπεριαλισμού, είναι άλλη μια απόδειξη του αντεργατικού-αντιλαϊκού προσανατολισμού στο εσωτερικό της χώρας.
Στο πρόσφατο Γιούρογκρουπ, οι Ευρωπαίοι τραπεζίτες «πάγωσαν» τους υπό σχεδιασμό κυβερνητικούς πανηγυρισμούς. Η «δόση», που ο Τσακαλώτος ανέμενε να εισπράξει στη βάση της ολοκλήρωσης της 3ης Αξιολόγησης, παρακρατήθηκε μέχρις ότου η κυβέρνηση να αποδείξει την ικανότητά της να επιβάλει τους μαζικούς πλειστηριασμούς, αλλά και τον καλπασμό των ιδιωτικοποιήσεων στο Ελληνικό, στη ΔΕΗ, στην ΕΥΔΑΠ και στην ΕΥΑΘ. Και οσονούπω αρχίζει η 4η Αξιολόγηση. Στο υπόβαθρο βρίσκονται οι εκτιμήσεις για την «επόμενη μέρα», για το νέο καθεστώς επιτήρησης στην ελληνική οικονομική και κοινωνική πολιτική μετά τη λήξη του 3ου Μνημονίου, τον Αύγουστο του ’18.
Ο Ντράγκι, γνωρίζοντας την αλήθεια για την παράταση της διεθνούς κρίσης που φανέρωσε το πρόσφατο χρηματιστηριακό κραχ, βλέποντας τη γρήγορη αύξηση του επιτοκίου επί του ομολόγου που δανείστηκε «από τις αγορές» η κυβέρνηση Τσίπρα, ουσιαστικά προειδοποιεί ότι η σκληρή «επιτήρηση» θα συνεχιστεί μετά το καλοκαίρι του ’18, είτε με τη μορφή μιας «γραμμής στήριξης» από την ΕΚΤ και τον ESM, είτε ακόμα και με ένα… τέταρτο Μνημόνιο. Και στις δύο περιπτώσεις είναι αυτονόητη η δέσμευση της κυβέρνησης σε παρατεταμένα μέτρα σκληρής λιτότητας, ενώ δεν πρέπει να αποκλειστεί η απαίτηση να εφαρμοστούν νωρίτερα τα μέτρα που έχουν προγραμματιστεί για το 2019 (κατάργηση αφορολόγητου, κατάργηση της «προσωπικής διαφοράς» στις καταβαλλόμενες συντάξεις). Αυτή η εξέλιξη βάζει σε μεγάλα ερωτηματικά τη δυνατότητα της κυβέρνησης να υπερπροβάλει επικοινωνιακά τα «αισιόδοξα σενάρια» για την οικονομία και να διατηρήσει τον έλεγχο επί των πολιτικών εξελίξεων, ακόμα και επί του προγραμματισμού της για το χρόνο των εκλογών. 
Βρισκόμαστε μπροστά στην απόδειξη του αδιάσπαστου χαρακτήρα των πολιτικών υποχρεώσεων της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς: Η αντιπολεμική και αντιιμπεριαλιστική πολιτική πάει χέρι-χέρι με την αντιμνημονιακή πάλη για την ανατροπή της λιτότητας. Ο αντιεθνικισμός, ο αντιρατσισμός, ο αντιφασισμός, δεν είναι προαιρετικές πολυτέλειες ιδεολογικού χαρακτήρα. Είναι τμήματα άρρηκτα συνδεδεμένα, του «προγράμματος» και της πολιτικής που έχει ανάγκη ο κόσμος μας προκειμένου να αλλάξει την υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων. Και το ζητούμενο παραμένει η συγκρότηση ενός «πόλου» που θα προτίθεται να αναλάβει σοβαρά, ενωτικά και υπεύθυνα αυτό το σύνολο των καθηκόντων. Και η δική μας απάντηση είναι σαφής: η υπόθεση αυτή πέφτει, κυρίως, στις πλάτες των δυνάμεων της ΛΑΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.